Στην παραλία η Ελλάδα αναστενάζει...

Στην παραλία η Ελλάδα αναστενάζει...

Λένε ότι ο άνθρωπος δείχνει ποιος πραγματικά είναι τη στιγμή της δυσκολίας: διαφωνώ. Στις στιγμές της δυσκολίας οι αντιδράσεις είναι προβλέψιμες: άλλος παλεύει και δεν τα παρατάει, άλλος αρχίζει να κάνει το σταυρό του παρακαλώντας το Θεό να τον βοηθήσει, άλλος πανικοβάλλεται. Δεν δείχνεις τον πραγματικό εαυτό σου: απλά κάτι σε υποχρεώνει να λειτουργήσεις υπό πίεση. Τον πραγματικό εαυτό σου τον δείχνεις εκεί που λογικά θα πρεπε να είσαι χαλαρός και άνετος, δηλαδή στην παραλία π.χ.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ ολοένα και περισσότερο τη συμπεριφορά των συνανθρώπων μας στην παραλία εστιάζοντας περισσότερο στους Ελληνες – οι ξένοι είναι συνήθως ήσυχοι και έχουν συμπεριφορά ηλιακού θερμοσυσσωρευτή: τους ενδιαφέρει να μαζεύουν ήλιο, μετά από κάθε βουτιά, και τίποτα άλλο. Ο Ελληνας, όμως, στην παραλία είναι ο εαυτός του.

Υπάρχει ο επιδειξίας – άντρας ή γυναίκα δεν έχει σημασία. Διαλέγει και φοράει ένα περίεργο μαγιό: καταλαβαίνεις πως και στην κανονική του ζωή θα θελε να κυκλοφοράει με κάτι που να τραβούσε τα βλέμματα, αλλά μάλλον διστάζει να το κάνει – στην παραλία απελευθερώνεται. Ολη του η συμπεριφορά είναι ένας ύμνος στην επιτήδευση:  τινάζει το νερό από τα μαλλιά του, τεντώνεται, περνά την πετσέτα από το πρόσωπό του και την κατεβάζει όσο χρειάζεται για να μπορέσει να δει αν τον/την κοιτάζουν. Ακόμα κι όταν παίζει ρακέτες κάνει βουτιές στην άμμο, φωνάζει, επαινεί τον συμπαίκτη του – δίνει μια θεατρική παράσταση. Θα θελε και στην εκτός παραλίας ζωή να είναι θέμα συζήτησης για τα κάλη του και τα πλούτη του. Να οδηγεί ακριβό αυτοκίνητο, να ζει σε σπίτι πολυτελείας, να τρώει τα χρήματα του στα Spa. Δεν βρίσκω τίποτα κακό σε όλα αυτά – βρίσκω αντιθέτως χαριτωμένο ότι μετατρέπει την παραλία σε άντρο της προσωπικής του ματαιοδοξίας: χωρίς αυτήν, στην οποία αισθάνεται στο κέντρο του κόσμου, θα ήταν δυστυχισμένος.  Αν είναι γυναίκα μας δείχνει στο Instagram τη χαρούμενη ματαιοδοξίας της περιμένοντας καρδούλες.

   

Υπάρχει επίσης στην παραλία αυτός που μιλάει για όλα – ενώ βρίσκεται στο κέντρο μιας παρέας. Παραγγέλνει μπύρες και συχνά φωνάζει για να τον ακούσουν και οι τριγύρω. Δεν έχει κάτι να επιδείξει, αλλά έχει πολλά να πει για όλα και όλους. Αν έχεις την ατυχία να καθίσεις κοντά του, θα μάθεις δεκάδες πράγματα που δεν σε ενδιαφέρουν για τη δουλειά του, τη ζωή του, τους φίλους του, την οικογένεια του και τα περιουσιακά της στοιχεία κυρίως. Αναρωτιέσαι τη δουλειά κάνει και καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι είναι ταξιτζής. Δεν είναι. Είναι απλά κάποιος που κουβαλάει μέσα του πολλά και ψάχνει ακροατήριο. Δεν το βρίσκει στη δουλειά γιατί δεν είναι προϊστάμενος, ενώ θα θελε. Δεν το βρίσκει σπίτι γιατί το χειμώνα όλοι λείπουν. Παλιά θα πήγαινε σε ένα καφενείο, τώρα πάει για μπάνιο.

Υπάρχει κάπου δίπλα αυτός που κοιμάται. Κουβαλάει μια εφημερίδα ή ένα βιβλίο. Κάνει πως διαβάζει αλλά όλο αυτό είναι απλά προετοιμασία για να αφεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα. Είναι γεννημένος κουρασμένος, νοιώθει μοναχικός ενώ δεν είναι, το όνειρό του είναι να αποκτήσει το δικαίωμα να τεμπελιάζει – η ευτυχία του έχει να κάνει με το να μην του ζητάνε τίποτα, αλλά δυστυχώς για αυτόν του ζητάνε. Εχουν απαιτήσεις στη δουλειά, όλοι τον ψάχνουν στο σπίτι, είναι υποχρεωμένος να ακούει δεκάδες πράγματα που δεν τον ενδιαφέρουν, οι άλλοι πιστεύουν πως νοιάζεται για αυτούς. Νοιάζεται, αλλά  θέλει κυρίως την ησυχία του. Το βιβλίο είναι η κάλυψή του: το κουβαλάει για να δείχνει πως κάτι θέλει να κάνει, ενώ δεν θέλει να κάνει τίποτα.

  

Δεν υπάρχει παραλία που να μην συναντήσεις ένα χαρούμενο μπεκρή που θεωρεί τη ζέστη εξαιρετική ευκαιρία για να δικαιολογήσει το πάθος του. Είναι άνθρωπος που έχει γενικά πάθη: το χειμώνα δεν είναι οι μπύρες, αλλά μπορεί να είναι ο τζόγος, τα λεφτά, τα ψέματα, οτιδήποτε. Στην παραλία, όπως και στη ζωή, προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος, μολονότι κάνει τις υπερβολές του. Εχει ένα σταθερό χαμόγελο, που είναι η μάσκα του: πίσω της κρύβει σκέψεις και διαβολιές, σχέδια που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθούν γιατί μέχρι να φύγει θα τα ξεχάσει, ιδέες που θα πνιγούν στο αλκοόλ. Στο τέλος, παρότι πίνοντας έχει σκεφτεί ακόμα και πως θα αλλάξει τον κόσμο (του), θέλει απλά να πάει κάπου να κατουρήσει.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχεις συναντήσει τον «διστακτικό» - μια συνηθισμένη κατηγορία ανθρώπου που θεωρεί την αμφιβολία δεύτερη φύση του. Μπαίνει στη θάλασσα αργά, πολύ αργά. Το νερό φτάνει μέχρι τα γόνατά του κι όμως μοιάζει έτοιμος να γυρίσει πίσω. Βάζει τα χέρια στη μέση και ατενίζει το πέλαγος σαν να έχει δει στο βάθος του τη Γοργόνα του Μέγα Αλέξανδρου. Μετά γυρίζει απότομα και μπαίνει στη θάλασσα με την πλάτη- νομίζεις ότι δεν θέλει καν να βρέξει τα μαλλιά του. Καταλαβαίνεις ότι το χειμώνα κάθεται πίσω από ένα γραφείο και αναρωτιέται τι τον περιμένει. Ανησυχεί γιατί έτσι έμαθε, δύσκολα χαίρεται τη δουλειά του. Απλά την κάνει γιατί άλλη δεν ξέρει.

 

Το ακριβώς αντίθετό του είναι ο «αποφασισμένος». Μπαίνει στη θάλασσα σχεδόν τρέχοντας, βουτάει αμέσως – κάνει και μακροβούτι άμα χρειαστεί ή μετά τις πρώτες απλωτές το γυρίζει στο ύπτιο. Δεν το κάνει επιδεικτικά: το κάνει γιατί μπορεί και κάπως έτσι συμπεριφέρεται και στη ζωή του. Δεν κάνει δεύτερες σκέψεις, δεν συζητάει πολύ, πιστεύει ότι όλα έχουν να κάνουν με τις αποφάσεις του. Μπορεί να είναι μαγαζάτορας ή δικηγόρος ή γιατρός – γενικά έχει συνηθίσει να δουλεύει μόνος. Ισως νεότερος έκανε και ψαροντούφεκο, ίσως και όχι – θα το ήθελε πάντως. 

Τέλος δεν λείπουν κι αυτοί που δεν κάνουν μπάνιο και χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: σε αυτούς που πάνε στην παραλία και δεν κάνουν τίποτα, παρά κάθονται κάτω από μια ομπρέλα και παίζουν τάβλι πχ και σε αυτούς που δεν πάνε στην παραλία, ίσως γιατί δεν μπορούν την θάλασσα. Οι πρώτοι πιστεύουν ότι είναι λίγο ξεχωριστοί, λίγο εστέτ. Είναι λίγο νάρκισσοι, αλλά δεν θα ήθελαν ντε και καλά ο κόσμος να ασχολείται μαζί τους. Παλιά είχαν μεγάλα όνειρα, τώρα έχουν συμβιβαστεί. Οι άλλοι που δεν πάνε για μπάνιο ακόμα κι αν έχει 40 βαθμούς υπό σκιά, γιατί έχουν εξασκηθεί απλά να πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα. Πάλι καλά που βρίσκουν σε αυτού του είδους την άρνηση μια κάποια ισορροπία. Σε διαφορετική περίπτωση θα οδηγούσαν ανάποδα στο δρόμο…  

 

(Βημαγκαζίνο, Αύγουστος του 2019)