Roma, μια ασπρόμαυρη πλήξη...

Roma, μια ασπρόμαυρη πλήξη...

Οι προβλέψεις όλων των ειδικών συμφωνούν ότι η ταινία του Αλφόνσο Κουαρόν «Ρόμα» θα είναι ο μεγάλος θριαμβευτής των αποψινών Οσκαρ. Θα είναι μια από τις λίγες φορές που μια ταινία θα περάσει στην ιστορία γιατί απέσπασε τα μπράβο της πλειοψηφία των απανταχού κριτικών και τα βραβεία της αμερικανικής ακαδημίας κινηματογράφου. Μολονότι κατά τη γνώμη μου είναι μια κουραστική μετριότητα - για να μην πω μια ολότελα άγευστη κινηματογραφική «πατάτα».

Με θετική προδιάθεση

Είχα πάει να δω πριν από μήνες την ταινία με τις καλύτερες των προθέσεων – ο Κουαρόν με είχε διασκεδάσει στο Gravity (μια αληθινή επίδειξη τεχνικής…), αλλά και μου χε αρέσει και η βαριά του ατμόσφαιρα στα Παιδιά των ανθρώπων. Είχα ακούσει και είχα διαβάσει πολλά εγκωμιαστικά για το Roma – οι πιο πολλοί μιλούσαν για μια ταινία νεορεαλιστική, βασισμένη σε μια δυνατή ιστορία γεμάτη ανθρωπιά: τα μπράβο στο Netflix, που χρηματοδότησε μια ταινία από αυτές που δεν γυρίζονται πια, έδιναν και έπαιρναν. Στο μισάωρο άρχισα να ανησυχώ, στα σαράντα λεπτά άρχισα να αναρωτιέμαι τι διάβολο βλέπω. Περίμενα ωστόσο κάτι που θα δικαιολογούσε το θόρυβο: μάταια. Δεν υπήρχε σενάριο, ιστορία, κορύφωση παρά μόνο επιτήδευση. Πίσω από μια φτιασιδωμένη από τους υπολογιστές φωτογραφία υπήρχε μόνο η γνωστή ματαιοδοξία κάθε φτασμένου σκηνοθέτη που πιστεύει πως τα παιδικά του χρόνια υπήρξαν τόσο συναρπαστικά ώστε πρέπει να μας τα διηγηθεί: δικαίωμά του. Αλλά και δικαίωμα δικό μου να χασμουριέμαι κατά τη διάρκεια της προβολής. Διέκρινα μόνο το είδος της σάλτσας που χρησιμοποιήθηκε για να δώσει γεύση σε κάτι που είναι εντελώς άνοστο.     

Η επιτομή της ματαιοδοξίας

Η ματαιοδοξία δεν είναι έμπνευση – είναι αρρώστια. Ο Κουαρόν χρησιμοποιεί αληθινά (μάλλον…) περιστατικά, που έχουν σημαδέψει την παιδική του ηλικία δίνοντας τους μια υποτίθεται δραματική επίφαση: αλλά το δράμα, όπου υπάρχει, είναι τόσο ψεύτικο, που δεν σε αγγίζει εξαιτίας της υπερβολής. Μια ετοιμόγεννη δεν κατεβαίνει στο κέντρο μιας πόλης όπου καθημερινά γίνονται συλλαλητήρια για να αγοράσει μια κούνια – κάθεται στα αυγά της. Αυτοί που την αγαπούν δεν την συνοδεύουν, απλά δεν την αφήνουν να βγει. Μια μάνα δεν αφήνει τα παιδιά της μπροστά σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα με μια γκουβερνάντα που δεν ξέρει μπάνιο. Ένας πενηντάρης γιατρός με ένα σωρό κουτσούβελα, που χωρίζει, δεν τρέχει στο κέντρο της πόλης σαν πιτσιρικάς με την αγαπημένη του στο Μεξικό του ‘70.  Ακόμα και η χειρότερη γυναίκα οδηγός δεν χτυπάει συνέχεια το αυτοκίνητο για να το παρκάρει στο γκαράζ του σπιτιού της. Ένας Αμερικάνος αξιωματικός που εκπαιδεύει μια παραστριωτική οργάνωση δεν κάνει γελοιότητες: τρελαμένους με τις πολεμικές τέχνες εκπαιδεύει, όχι ιθαγενείς. Ισως όντως ο Κουαρόν είδε στα σινεμά μικρός σκηνές από την αποστολή στη σελήνη και εμπνεύστηκε το Gravity, αλλά ποιόν άραγε αφορά αυτό, πέρα από τον ίδιο;

Η ταινία δεν είναι καν νεορεαλιστική, όπως γράφουν: νεορεαλισμός υπήρχε στη δεκαετία του ΄40 και του ’50 όταν διάφοροι προικισμένοι οραματιστές έπαιρναν μια κάμερα στο χέρι και κατέγραφαν την πραγματική ζωή και τους πραγματικούς ανθρώπους. Εδώ έχουμε να κάνουμε με χιλιάδες κομπάρσους που χρησιμοποιούνται για να γίνει η αναπαράσταση μιας εποχής – δηλαδή για να φτιασιδώσει ο Κουαρόν το παρελθόν και να μας το δείξει μέσα από τα μάτια του ασπρόμαυρο. Μόνο που και το βλέμμα του λείπει: οι σκηνές του νοσοκομείου π.χ ή η αναζήτηση από την πλευρά της πρωταγωνίστριας του άθλιου που την παράτησε γίνονται ερήμην του «πιτσιρικά – σκηνοθέτη – αφηγητή». Στην ταινία υπάρχουν μόνο διάσπαρτες αναμνήσεις ιστοριών, που αν συνυπολογίσει κανείς τα γεγονότα της εποχής, είναι τελείως μπανάλ. Δεν προκαλούν ούτε δάκρυ, ούτε συγκίνηση, παρά μόνο πλήξη, βαρεμάρα, κούραση στον μέσο θεατή – τον δύσκολο και τον απαιτητικό δεν τον αγγίζουν καν. Το «Roma» δεν είναι μελό, γιατί δεν έχει κορύφωση και δεν είναι μελόδραμα, γιατί δεν υπάρχει σε αυτό η βασική αρχή του μελοδράματος δηλαδή η μάχη του πρωταγωνιστή με τη μοίρα του, η νίκη του ή ήττα του. Εδώ όλοι οι πρωταγωνιστές είναι ίδιοι από την αρχή μέχρι το τέλος. Καθημερινοί απλοί, καλοί άνθρωποι. Ακόμα και οι ελάχιστοι κακοί κι αυτοί κατά βάθος είναι καλοί. Το τομάρι π.χ που παρατάει την κοπέλα που χει αφήσει έγκυος, μπορεί να δέρνει φοιτητές που διαδηλώνουν, αλλά όταν τη βλέπει μόνη κι αβοήθητη δεν τολμά να κάνει κακό ούτε στην ίδια, ούτε σε κάποιον άλλο. Ημερεύει μπροστά στην ανάμνηση της αγάπης – μιλάμε ότι μπορεί να ξεχνιέται και με ένα Αρλεκιν.

Μια σαλάτα εποχής

Πως γίνεται αυτή η σιροπιαστή δηθενιά να ενθουσιάσει τους κριτικούς και να σαρώσει τα Οσκαρ;  Υπάρχουν μερικές εξηγήσεις που ουδεμία σχέση έχουν με την ίδια την ταινία. Είναι μια μη εμπορική παραγωγή του Νetflix: ένας κόσμος την χαιρέτησε ως νίκη της διανόησης στη μάχη της με την εμπορικότητα. Είναι μια ταινία ενός σκηνοθέτη, που νοιώθει τόσο φίρμα ώστε μπορεί να πλασάρει τον εαυτό του ως δημιουργό, αφηγητή και πρωταγωνιστή: οι κριτικοί με κάτι τέτοια ενθουσιάζονται, ειδικά στις Κάννες. Είναι μια ταινία που παραπέμπει σε μια σειρά από προηγούμενες - γεγονός που κάνει τον κριτικό να νοιώθει ότι με το δημιουργό της μιλάει την ίδια γλώσσα. Επιτρέπει να γραφτούν κείμενα κριτικής προσέγγισης γεμάτα από αναφορές σε άλλους που επιχείρησαν ανάλογα πράγματα – πολλοί πρέπει να ένοιωσαν κολακευμένοι διακρίνοντας την νεορεαλιστική της δομή κι ας είναι εντελώς fake. Είναι τέλος μια ταινία που κουβαλάει τα στερεότυπα του καιρού μας, αλλά τα περιτυλίγει με νοσταλγία και ανθρωπιά. Μιλάει για γυναίκες που ταλαιπωρούνται, για οικογένειες μοντέρνες, όπου δεν υπάρχει πατέρας αλλά μόνο μάνες, για παιδιά που όταν θα μεγαλώσουν θα γίνουν καλλιτέχνες, γιατί είδαν στα παιδικά τους χρόνια πολλά που τα σημάδεψαν. Το «Roma» είναι σαν σαλάτα εποχής: έχει λίγη νοσταλγία, λίγη πολιτική, λίγη ψυχανάλυση, λίγη κινηματογραφοφιλία, λίγο δράμα, λίγο από όλα – ακόμα και λίγη αγωνία και λίγο χιούμορ, ελάχιστο. Οι κριτικοί ενθουσιάζονται με την κατασκευή της σαλάτας – έχουν εξ επαγγέλματος αυτή την τάση.

Ολοι εναντίον του Τραμπ

Και μετά έρχεται και φουσκώνει τα εύκολα μπράβο τους η ίδια η μοντέρνα αμερικανική πραγματικότητα. Η διχασμένη Αμερική βλέπει στο «Roma» το είδος της ταινίας που δεν αντέχει να δει όποιος ψηφοφόρος του Τραμπ περιμένει ότι ο πρόεδρος του θα χτίσει ένα τοίχος και θα απαγορεύσει στους Μεξικάνους να μπαίνουν στη χώρα παρανόμως. Η αντιτραμπική Αμερική βλέπει στην ταινία ένα μανιφέστο καλοσύνης και ανθρωπιάς: το «Roma» υπενθυμίζει ότι στο Μεξικό ζουν καλοί άνθρωποι, άρα ο Τραμπ που δεν τους θέλει είναι κακός. Θα το βραβεύσουν γιατί θα χαλάσουν έτσι ένα απόγευμα του Τραμπ, που θα ακούει στην τελετή των Οσκαρ, ύμνους για ένα μεξικάνο δημιουργό και το μεξικανικό του δημιούργημα. Ετσι η ταινία θα γίνει ένα ακόμα μανιφέστο διαμαρτυρίας της δημοκρατικής Αμερικής εναντίον του Τραμπ. Αλλά τι σχέση έχει όλο αυτό με το σινεμά δεν έχω καταλάβει ακόμα…