Οι θυμωμένες χήρες

Οι θυμωμένες χήρες

Έχω δει πολλές ήττες ελληνικών κομμάτων σε εκλογές. Θυμάμαι πολιτικούς αρχηγούς να παραιτούνται, άλλους να δηλώνουν ότι ελπίζουν ο λαός να μην μετανιώσει για την ετυμηγορία του κι άλλους να δίνουν συγχαρητήρια στον αντίπαλο για τη νίκη του, χωρίς ακόμα να έχουν ξεκαθαρίσει τα τελικά ποσοστά. Δεν θυμάμαι ποτέ αυτό που είδα την Κυριακή το βράδυ: μια κυβέρνηση τόσο πανικόβλητη μπροστά στην ήττα, που οι άνθρωποι που την εκπροσωπούσαν σχεδόν ντρεπόντουσαν. Ακόμα και χθες ανασύρονταν θεωρίες για να μην ειπωθεί από την κυβέρνηση ότι έχασε – η τελευταία είναι η «θεωρία του πρώτου ημιχρόνου» και η επισήμανση ότι «ακολουθεί και δεύτερο».  Μιλάμε για ένα πολιτικό λόγο που και «θλιβερό» να τον χαρακτηρίσεις δεν τον περιγράφεις. Είναι κάτι ακόμα χειρότερο.

Κάτι που απλά να θυμίζει την Αριστερά

Το πιο θλιβερό γεγονός στη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, χειρότερο και από την υπερφορολόγηση και την ολομέτωπη οικονομική επίθεση στη μεσαία τάξη, είναι η ίδια η κατασυκοφάντηση της Αριστεράς: ποτέ η Αριστερά  δεν έχει ζήσει μέρες τέτοιου ευτελισμού. Πριν λίγες μέρες ο Φώτης Γεωργελές είχε γράψει στην Athens Voice ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα της Αριστεράς πέθανε στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 και ότι αυτό που επί της ουσίας τον αντικατέστησε είναι ένα κόμμα που εκπροσωπεί κάποιες κοινωνικές ομάδες – ένα κόμμα που μακριά από την εξουσία δεν θα έχει προβλήματα διατήρησης στο μέτρο που θα συνεχίσει να εκφράζει συνδικαλιστικές κυρίως διεκδικήσεις. Μου φάνηκε εύστοχο και συγχρόνως υπερβολικό, διότι πίστευα πως παρά τις μεταμορφώσεις και τις μετακινήσεις, εντός του ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει ακόμα κάμποση Αριστερά. Αυτό που βλέπω από το βράδυ των ευρωεκλογών μου φαίνεται αληθινά πρωτόγνωρο: σχεδόν κανένας από μια ολόκληρη παράταξη δεν μπορεί να πει κάτι που απλά να θυμίζει την Αριστερά – τουλάχιστον την Αριστερά όπως την μάθαμε.

Οι άνθρωποι, με πρώτο τον πρωθυπουργό, συμπεριφέρονται σαν θυμωμένες χήρες: οδύρονται βουβά για το κακό (;) που τους βρήκε και δεν τολμούν, όχι να κάνουν αυτοκριτική, αλλά να κοιτάξουν έστω τον εαυτό τους στον καθρέφτη και να πουν «χάσαμε». Λες και κάτι φρικτό θα τους συμβεί αν παραδεχτούν την πραγματικότητα.

Θα βγει να χορέψει ζεϊμπέκικο

Ειδικά το βράδυ της Κυριακής η εμφάνιση όλων ήταν αξιοθρήνητη. Ο Μπίστης έλεγε ότι η διαφορά θα είναι 3 μονάδες και η ήττα «δεν είναι στρατηγική». Ο Σκουρλέρτης μας καλούσε να κάνουμε υπομονή και πρόβλεπε εκπλήξεις. Η Θεανώ Φωτίου φώναζε ότι δεν υπάρχει ήττα. Ο Βασιλειάδης εξηγούσε στον Χατζηνικολάου γιατί η διαφορά θα είναι τελικά πολλή μικρή. Ο Τζανακόπουλος έκανε προβλέψεις ανατροπής της πρωτιάς. Ο Φίλης θεωρούσε περίπου σαν δημοκρατική κατάκτηση την εκλογή του Αλέξη Γεωργούλη – λες και οι Ευρωεκλογές έγιναν για αυτό. Ο Παπαδημούλης εξήγησε γιατί οι εθνικές εκλογές δεν είναι απαραίτητες κι ο Τσακαλώτος γιατί θα γίνουν τον Οκτώβριο. Ο Τζουμάκας τα είχε με το σύστημα που είναι ένοχο κι ο Πολάκης έγραφε «Αλέξη Ρίχτο» - νόμιζα ότι ο Τσίπρας θα βγει να χορέψει ζεϊμπέκικο. Ούτε ένας δεν είπε ότι πρέπει να υπάρξει κάποιος προβληματισμός για το γεγονός ότι στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση μετά από τέσσερα χρόνια, η αντιπολίτευση πέρασε πρώτη με διαφορά την ίδια μάλιστα βραδιά που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε να επιδείξει έστω μια πρωτιά σε ένα μεγάλο δήμο. Κυρίως όμως αυτό που δημιουργούσε μια ανυπόφορη θλίψη ήταν η αδυναμία όλων αυτών των ανθρώπων να μοιάζουν έστω Αριστεροί, δηλαδή άνθρωποι που δεν φοβούνται την ήττα γιατί τη θεωρούν λιγότερο σημαντική από την συνέπεια του λόγου τους και την ευθύνη των πράξεών τους.

Η παραδοχή θα τους στοιχειώσει

Οι Αριστεροί στην Ελλάδα ήταν πάντα παιδιά μιας ήττας που νίκησε την εξουσία – για να θυμηθώ εκείνο τον παλιό υπέροχο στοίχο του Σαββόπουλου. Δεν μεγάλωναν με την προσδοκία της «καρέκλας», ούτε ονειρεύονταν να αποκτήσουν σελίδες στο Facebook για να βρίζουν αντιπάλους. Ακόμα κι αν ο λόγος τους ήταν θυμωμένος και αψύς  ήξεραν ότι όλα έχουν όρια: κανείς Αριστερός δεν θα μιλούσε όπως ο Πολάκης στον Στέλιο Κυμπουρόπουλο και δεν θα τον αποκαλούσε «περιφερόμενη γλάστρα». Η Αριστερά πάνω στις ήττες της έχτιζε πάντα την επόμενη μέρα της: τις χρησιμοποιούσε για να δείχνει τη δύναμη της συνέπειάς της, τις ανέλυε (συχνά και δημόσια) κι έβρισκε πάντα τα λόγια όχι για να τις γλυκάνει, ούτε για να τις δικαιολογήσει, αλλά για να τις εξηγήσει πρώτα από όλα στον εαυτό της. Ποιος κομματικός σωλήνας έβγαλε όλους αυτούς που δεν τολμούν να πουν ότι έχασαν (γιατί κάποιο λάθος έκαναν), δεν το ξέρω. Πολύ φοβάμαι όμως (το φοβάμαι γιατί είναι άδικο για την Αριστερά που την έχει ανάγκη ο τόπος) ότι ο Γεωργελές έχει δίκιο: αρκούσαν τέσσερα χρόνια εξουσίας για να βγει στο φως ότι η χρήση της υπήρξε τόσο απόλυτη, ώστε κατέστρεψε ολοκληρωτικά την ίδια την αριστερή ψυχή – αν κάτι τέτοιο υπήρχε και δεν ήταν όλα (και πάντα) θεατρικές συμπεριφορές.

Οι άνθρωποι ντρέπονται να μπουν «χάσαμε» γιατί νομίζουν ότι η παραδοχή θα τους στοιχειώσει για πάντα – ότι θα αποτελεί προδοσία του προσωπικού τους ονείρου. Δεν λειτουργούν ως πολιτικοί, αλλά σαν παιδάκια: το μόνο που μας απομένει είναι να βάλουν δημοσίως τα κλάματα και να μας καταριούνται για το κακό που τους βρήκε.

Δεν θα είναι περίπατος

Η πολιτική ιστορία της Ελλάδας δείχνει πως τα κόμματα εξουσίας, όταν βρίσκουν τη δύναμη της αυτοκριτικής, μεταβάλλονται και επιστρέφουν στην διεκδίκησή της – αρκεί να είναι κόμματα κι όχι κλαμπ φίλων που θέλουν την εξουσία για να περνάνε ωραία.

Δεν πιστεύω ότι οι εκλογές που έρχονται θα είναι περίπατος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη – αν το κόμμα του δεν κινητοποιηθεί περισσότερο και δεν κάνει σαφές το πρόγραμμά και το σχέδιο του, πολλά μπορεί να συμβούν: κάθε εκλογική αναμέτρηση είναι ξεχωριστή διαδικασία. Αλλά για να έχει ελπίδα ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να βρει τρόπο πρώτα από όλα να μοιάζει με κόμμα – δηλαδή με πολιτικό σχηματισμό με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προγραμματικό λόγο. Σήμερα είναι ένας αχταρμάς. Συνυπάρχουν σε αυτό διάφοροι που αν η επόμενη κυβέρνηση τους έδινε ένα Υπουργείο νομίζεις πως θα εγκατέλειπαν το κόμμα τρέχοντας για χάρη μιας «καρέκλας» - ο πρώτος που δίνει αυτή την εντύπωση είναι ο πρωθυπουργός μας που έφτιαξε μια Κυβέρνηση με τον Καμμένο, την Παπακώστα και την Κουντουρά και μετά θυμήθηκε την Ακροδεξιά και που αφού μάζεψε τον Μπίστη και τον Τζουμάκα υπόσχεται ότι θα πολεμήσει το παλιό, ενώ το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η παραμονή στου Μαξίμου. Βλέπεις πως συμπεριφέρεται τις τελευταίες μέρες και σκέφτεσαι πως αν ο Μητσοτάκης του επέτρεπε ισοβίως να μείνει στου Μαξίμου, με όλο το παρεάκι, δεν θα κατέβαινε καν στις εκλογές…