Την Δευτέρα έφυγε από την ζωή σε ηλικία 80 ετών ο Μίλτον Βιέρα, ένας από τους πρώτους ξένους που αγωνίστηκαν στο ελληνικό πρωτάθλημα – ήρθε κάποτε στον Ολυμπιακό του Γουλανδρή. Τρεις μέρες πριν οι Ιταλοί αποχαιρέτησαν ένα δικό τους θρύλο, τον μεγάλο Σάντρο Ματσόλα. Οι δυο δεν έχουν τίποτα κοινό, ίσως ούτε καν γνωρίζονταν. Το μόνο που τους συνδέει είναι ότι πρόκειται για ήρωες της δεκαετίας του ‘70΄, ήρωες την μεγαλοσύνη των οποίων είναι δύσκολο να περιγράψεις.
Αέρα αέρα
Διάβασα διάφορα που γράφτηκαν για τον Βιέρα και καταλάβαινα όσο τα διάβαζα ότι γράφτηκαν από παιδιά που δεν τον έχουν δει να αγωνίζονται. Πολλά ήταν κείμενα καλογραμμένα και με κάμποσο σεβασμό στην μνήμη του. Υπήρχαν αναφορές για το που γεννήθηκε (στο Μπουένος Άιρες), που μεγάλωσε (στο Μοντεβιδέο), τι κέρδισε στην Ελλάδα (τέσσερα πρωταθλήματα με τον Ολυμπιακό και ένα με την ΑΕΚ), τι συνθήματα ακούγονταν όταν αγωνιζόταν εδώ («αέρα, αέρα έρχεται ο Βιέρα»), τι τύπος ήταν (χαμογελαστός εκτός αλλά σκληρός στο γήπεδο), πως τον αποκαλούσαν (το «καλά, καλά» ήταν από τα πιο σπάνια προσωνύμια).
Πολλοί τόνισαν την κλήση του στην μεικτή Κόσμου (μαζί με τον Γιώργο Δεληκάρη), άλλοι ότι ήταν ο πρώτος ξένος ποδοσφαιριστής που ήρθε στην Ελλάδα έχοντας αγωνιστεί σε μουντιάλ. Αλλά όσο κι αν διάβαζες αυτά τα ωραία δεν μπορούσες να καταλάβεις τι παίκτης ήταν ο Βιέρα, ποιο ήταν το στυλ του, τι ποδόσφαιρο έπαιζε και γιατί εν τέλει ήταν εντός γηπέδου σημαντικός.

Ο Ματσόλα ήταν σούπερ σταρ
Κάτι ανάλογο διέκρινα και στα ιταλικά αφιερώματα για τον μεγάλο Σάντρο Ματσόλα. Για αυτόν γράφτηκαν βέβαια πιο πολλά και πιο εντυπωσιακά. Ότι έχασε τον μπαμπά Βαλεντίνο - επίσης ποδοσφαιριστή - στο τραγικό αεροπορικό δυστύχημα της ομάδας του Τορίνο στη Σουπέργκα. Ότι μικρός έπαιζε μπάσκετ – πλέι μέικερ. Ότι δέκα χρονών είχε πέσει θύμα απαγωγής. Ότι τον πήγε στην Ιντερ με τον αδερφό του ο Μπενίτο Λορέντσι, συμπαίκτης του μπαμπά του στην Εθνική Ιταλίας. Ότι μικρός έβαλε τις φωνές στον ίδιο τον Μεάτσα γιατί δεν του έδωσε την μπάλα κι ο θρύλος του ιταλικού ποδοσφαίρου τον έδιωξε από την προπόνηση. Ότι ήταν βαθιά θρησκευόμενος και γνώρισε πολλούς από τους τελευταίους Πάπες. Ότι η μαμά Εμίλια δεν τον άφησε το 1967 να πάει στη Γιούβε παρά την τεράστια προσφορά των Ανιέλι λέγοντας πως ο γιός του Βαλεντίνο που σκοτώθηκε με την φανέλα της Τορίνο δεν μπορεί να πάει στην Κυρία. Γράφτηκαν πολλά για την δυσκολία συνύπαρξης στην Εθνική με τον επίσης τεράστιο Ριβέρα, για το γεγονός ότι απαίτησε κάποτε να φύγει από την Ιντερ ο Μπονισένια για να ρθει ο Αναστάζι, για την αγάπη του για την τηλεόραση στην οποία δούλεψε χρόνια ως σχολιαστής και για την λατρεία του για το Μιλάνο: έζησε και πέθανε σε ένα σπίτι δίπλα στο Ντουόμο, μια από τις λίγες πολυτέλειες που είχε στη ζωή του.
Αλλά αν τα διάβαζες όλα αυτά ενώ ήταν εύκολο να καταλάβεις γιατί ήταν μεγάλη προσωπικότητα ο Ματσόλα, ήταν κομμάτι δύσκολο να καταλάβεις τι παίκτης ήταν.
Οι Ιταλοί που καταλαβαίνουν πόσο σημαντικό είναι στο αντίο ενός μεγάλου παίκτη να γίνει κατανοητό στους νεότερους γιατί ήταν μεγάλος κάλυψαν το δημοσιογραφικό κενό με μια σειρά από συνεντεύξεις παικτών που μίλησαν για αυτόν. O ίδιος ο Ριβέρα είπε πως κλαίει για το αντίο ενός φίλου και πως ο περίφημος ανταγωνισμός τους στην Εθνική Ιταλίας ήταν ένα υπερβολικό δημιοσιογραφικό μύθευμα. Αλλά όλα τα συμπαθητικά γεροντάκια που πέρασαν από τις κάμερες, νιώθοντας ειλικρινή συγκίνηση γιατί έχασαν ένα μεγάλο συμπαίκτη τους, ήταν δύσκολο να κάνουν κατανοητό το τι παίκτης ήταν ο Ματσόλα.

Μόνο μνήμες
Πριν λίγους μήνες η Ιταλία αποχαιρέτησε τον Φράνκο Μπαρέζι. Ακόμα κι αν δεν τον είχες δει ποτέ να παίζει διαβάζοντας όσα γράφτηκαν και παρακολουθώντας τα αφιερώματα ήταν σαν να έχεις δει όλη του την καριέρα. Με τον Ματσόλα και τον δικό μας Βιέρα αυτό δεν συμβαίνει: έφυγαν ως μεγάλοι, παραμένοντας στους νεότερους κομμάτι άγνωστοι ως ποδοσφαιριστές.
Αναρωτιόμουν γιατί συμβαίνει αυτό. Είναι σχετικά απλό: αυτοί που τους έχουν χαρεί νιώθουν λίγο μεγάλοι για να περιγράψουν τα ποδοσφαιρικά χαρακτηριστικά τους και προτιμούν να μιλάνε για τα ανθρώπινα στοιχεία τους. Είναι σαν τα ποδοσφαιρικά τους χαρακτηριστικά να μην έχουν καμία σημασία πια. Τι έχει σημασία; Οι μνήμες. Οι μνήμες αυτές για όσους τους είδαν μετράνε σήμερα πάρα πολύ. Αλλά οι μνήμες έχουν να κάνουν με τα δικά τους συναισθήματα. Με νίκες και ήττες. Με ιστορίες που έζησαν. Με χαρές και απογοητεύσεις. Το ποδόσφαιρο είναι κάτι άλλο. Είναι δύσκολο να διηγηθείς αυτό των 70’ς: δεν έχει σχέση με το σημερινό. Οπότε προτιμάς στους νεότερους να μιλάς για τις μνήμες σου. Που όταν αφορούν την δεκαετία του 70 γίνονται κάπως ασπρόμαυρες. Οχι γιατί ξεθωριάζουν, αλλά γιατί είναι οι καλές ή πικρές. Τις πρώτες τις κρατάς και τις μοιράζεσαι. Τις άλλες όχι.
Μαχητές και οι δύο
Για την ιστορία ο Βιέρα ήρθε από την Ουουγουάη με την παράξενη φήμη του «δεκαριού» γιατί εκείνα τα χρόνια όποιος ερχόταν από την Λατινική Αμερική έπρεπε να προβάλλεται ως σούπερ τεχνητής. Δεν ήταν τίποτα τέτοιο: ήταν πιο πολύ κόφτης από οργανωτής, πιο πολύ εξάρι από οκτάρι, αλλά ακουμπούσε δεκάδες φορές την μπάλα μάρκαρε πάντα τον καλύτερο των αντιπάλων και ήταν μπροστά από την εποχή του – οι μονομαχίες του με τον Δομάζο και τον Κούδα, τους οποίους εκτιμούσε απεριόριστα ήταν επικές.
Ο Σάντρο Ματσόλα ήταν «δεκάρι» από αυτά που δεν υπάρχουν πια όμως. Παίκτης που γυρνούσε πολύ στη μεσαία γραμμή, που ζητούσε συνεχώς την μπάλα, που δεν την ήθελε απλά στα τελευταία μέτρα για να φτάσει σε θέση βολής, αλλά ήθελε αυτή να περνάει πάντα από τα πόδια του. Ο Ματσόλα λάτρευε τις ασίστ πιο πολύ από το γκολ κι ας μην τις λέγανε τότε έτσι. Και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν μπορούσε να παίξει με τον Ριβέρα στην Σκουάντρα Ατζούρα: σήμερα οι δυο τους θα ήταν αρμονικότατοι αφού ο Ματσόλα ήθελε την μπάλα μακριά από την περιοχή κι ο άλλος κοντά. Πιθανότατα η αγάπη των ομοσπονδιακών προπονητών της Ιταλίας για την άμυνα τους στερούσε την δυνατότητα να προβληματιστούν για το πως θα χρησιμοποιήσουν μαζί και τους δυο. Κι αυτό ήταν που κατά συνέπεια δημιουργούσε κι ανταγωνισμούς και διαιρέσεις. Οι παίκτες θέλουν πάντα να παίζουν.
Ελαφρύ το χώμα
Παρότι «δεκάρι» ήταν μεγάλος μαχητής ο Ματσόλα, όπως άλλωστε κι ο Βιέρα που το ποδόσφαιρο το αντιλαμβανόταν σαν πόλεμο κι όχι σαν επίδειξη: κι αυτή η αντίληψη λατινοαμερικάνικη είναι. Ας είναι ελαφρύ το χώμα και για τους δυο.








