Ο ταπεινός Σεπτέμβριος…

Ο ταπεινός Σεπτέμβριος…

Ο Σεπτέμβριος είναι ένας ταπεινός μήνας – ίσως ο πιο ταπεινός από τους δώδεκα. Δεν έχει όνομα αυτοκράτορα, όπως ο Ιούλιος και ο Αύγουστος, που προηγήθηκαν. Όταν κάποτε η Ρωμαϊκή Σύγκλητος πρότεινε στον αυτοκράτορα Τιβέριο να δώσει στον μήνα αυτό το όνομά του εισέπραξε μια θεαματική άρνηση. Ο Τιβέριος είπε ότι όταν έχουν προηγηθεί ο Ιούλιος και ο Αύγουστος το πράγμα δεν έχει νόημα: θα ήταν ο τρίτος στη σειρά και θα έμοιαζε ο λιγότερο σημαντικός από τους αυτοκράτορες. Έτσι ο Σεπτέμβριος συνέχισε να κουβαλά αυτό το όνομα που δεν έχει τίποτα το αριστοκρατικό – το πήρε από το λατινικό «Σέπτεμ», που σημαίνει «έβδομος». Κάποτε ήταν ο έβδομος μήνας του χρόνου. Σήμερα είναι ο ένατος γιατί στο μεταξύ το ημερολόγιο άλλαξε. Παρόλα αυτά εξακολουθεί να αποκαλείται «έβδομος», ενώ δεν είναι – μάλλον διότι κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί του σοβαρά. Κι όμως ο ταπεινός αυτός μήνας που κουβαλά ένα λάθος όνομα είναι ένας μήνας σημαντικός: είναι ο μήνας που αρχίζει η ζωή να ξανατρέχει κανονικά. Όποιος δουλειά έχει επιστρέφει σε αυτή, όποιος δεν έχει ψάχνει. Όποιος έφυγε, για λίγο έστω, γυρνάει. Όποιος έχει κάνει σχέδια καλοκαιριάτικα ξέρει πως είναι η ώρα να τα βάλει μπροστά. Κυρίως έχουμε να κάνουμε με ένα μήνα που όλα αρχίζουν: νηπιαγωγεία, σχολεία, πανεπιστήμια, πρωταθλήματα, ευρωπαϊκές διοργανώσεις, λάθη, πάθη κτλ. Όποιος κρύφτηκε από υποχρεώσεις χάρη στην καλοκαιρινή ραστώνη, θα τις βρει πάλι μπροστά του. Όποιος νόμιζε ότι η ζωή είναι ραχάτι, μπάνια, μπύρες και τσίπουρα θα αναθεωρήσει. Όποιος νομίζει ότι τα χει δει όλα, σύντομα θα δει το νέο εκκαθαριστικό της εφορίας.

Ο Σεπτέμβρης υπάρχει για να μας προσγειώνει στην πραγματικότητα και επειδή δεν του δείξαμε ποτέ την πρέπουσα προσοχή και τον θεωρούμε και κακό συναπάντημα (αφού ο ερχομός του φέρνει το τέλος των καλοκαιρινών ονείρων) έχει αποφασίσει τα τελευταία χρόνια να μας κάνει και πλάκες! Οι μέρες του είναι ζεστές και γλυκές. Τα βράδια του, με αυτό το ελάχιστο αεράκι που ρίχνει την θερμοκρασία, είναι υπέροχα. Το σκηνικό του Σεπτέμβρη υπάρχει για να μας θυμίζει το καλοκαίρι – ενώ το καλοκαίρι πέρασε. Ο μήνας παίζει με τα νεύρα μας – και καλά μας κάνει! Εχει όλη την καλοκαιρινή ομορφιά, αλλά δεν μας επιτρέπει να την απολαύσουμε όσο θέλουμε, αφού δεν έχουμε άδεια. Με τη ζέστη και τη δροσιά σου μας κάνει να νοσταλγούμε το καλοκαίρι. Είναι σαν να μας βγάζει τη γλώσσα και να μας κοροϊδεύει λέγοντας ότι «το καλοκαίρι ακόμα συνεχίζεται, το δικό σας τελείωσε». Αλλά αυτό είναι ένα αυθαίρετο δικό μου συμπέρασμα: ο Σεπτέμβριος δεν κάνει τέτοια. Αντίθετα από τον Ιούλιο και κυρίως τον Αύγουστο δεν διεκδικεί σχεδόν καθόλου την προσοχή μας. Είναι ένας μήνας προσαρμογής: υπάρχει για να μας θυμίζει ότι έχουμε και υποχρεώσεις. Φροντίζει να έχει ωραίες μέρες, ώστε η προσαρμογή να μην γίνεται ξαφνικά και βίαια, αλλά σχεδόν  πάντα θα μας ρίξει και μια μεγάλη μπόρα για να μας υπενθυμίσει ότι το βαρύ Φθινόπωρο ακολουθεί και δεν θα το γλυτώσουμε όσο κι αν κυκλοφορούμε ακόμα με βερμούδες για να πείσουμε τον εαυτό μας ότι φέτος δεν θα ρθει. Θα ρθει. Και θα μας αναγκάσει να βάλουμε τα κοντομάνικα στις ντουλάπες και τις αναμνήσεις από το καλοκαίρι μας στη ναφθαλίνη.

Ο Σεπτέμβριος, (που επειδή είναι ταπεινός μήνας αποκαλείται και Σεπτέμβρης, πιο λαϊκά),  δεν έχει αργίες, όπως πολλοί άλλοι μήνες. Η 3η του Σεπτέμβρη, με τους μπαχτσέδες και τα παλήκάρια που περνάνε, αργία δεν έγινε ούτε τον καιρό που είμασταν όλοι ΠΑΣΟΚ και δεν θα είχαμε αντίρρηση. Η σημαντικότερη γιορτή του Σεπτέμβρη, η γιορτή του Σταυρού (της Σταυροπροσκυνήσεως, όπως είναι το ορθότερο), παρότι μεγάλη, δεν έχει τη λάμψη του Δεκαπενταύγουστου – δεν συγκρίνεται καν με την γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που έχει και γκουρμέ πιάτα. Για τον Σεπτέμβρη δεν έχουν γραφτεί καν μεγάλα σουξέ. Τον Αύγουστο τον ύμνησε ο Νίκος Παπάζογλου μιλώντας για φεγγάρια που κάνουν τον έρωτα φυλακή και τα ξανθά της τα μαλλιά αξέχαστα. Για τον Σεπτέμβρη, απλά ο Κώστας Καράς είχε παρακαλέσει κάποτε την καλή του σε περίπτωση που χωρίσουν να μην ξεχάσει πως Σεπτέμβρη της είχε πει το «σ΄ αγαπώ», πράγμα που μου ακουγόταν πάντα ως βίτσιο, αφού αν είναι να χωρίσουν τι σημασία έχει ποιος είπε τι και πότε.

Ας το παραδεχτούμε: θεωρούμε τον Σεπτέμβριο κάτι σαν αναγκαίο κακό γιατί δεν επιτρέπει μεγάλες προσδοκίες και δεν μας δίνει υποσχέσεις – για αυτά ζούμε! Ολοι θα θεωρούσαμε υπέροχη μεταρρύθμιση το να  αποφασιστεί μια χρονιά να επαναληφθεί ο Αύγουστος, να ξαναπάρουμε άδειες και να ξαναφύγουμε διακοπές και να γυρίσουμε και να είναι Οκτώβρης: κανείς δεν θα έκλαιγε για την έλλειψη του κακόμοιρου του Σεπτέμβρη. Φυσικά δεν έχουμε το κουράγιο να τον καταργήσουμε και δεν τολμάμε και να σκεφτούμε τη ζωή μας χωρίς αυτόν: ξέρουμε πως το ότι μας επιβάλει να επιστρέφουμε στα καβούκια μας είναι κάτι απαραίτητο – δεν το κάνει ο κακόμοιρος γιατί θέλει να μας τυραννάει. Αλλά παρόλα αυτά δύσκολα θα τον αγαπήσουμε και δύσκολα θα παραδεχτούμε πως στην πραγματικότητα η χρονιά μας ξεκινά με δαύτον. Ο λόγος που δεν γιορτάζουμε την πρωτοχρονιά τον Σεπτέμβρη, όπως θα έπρεπε, είναι γιατί δεν θέλουμε να του δώσουμε λάμψη – λες και φταίει αυτός γιατί ένα ακόμα καλοκαίρι πέρασε. Του χρεώνουμε τα κιτρινισμένα φύλλα, την επιστροφή στην πόλη, το μάζεμα στο σπίτι, την συνειδητοποίηση ότι δεν θα γλυτώσουμε  από κανένα από τα προβλήματα που περιμέναμε καλοκαιριάτικα να διορθωθούν ως δια μαγείας. Δε φταίει φυσικά ο Σεπτέμβρης – φταίνε οι αυταπάτες μας. Από το να ωριμάσουμε, όπως ο Σεπτέμβρης μας ζητά κάθε χρόνο με τον ερχομό του, θεωρούμε προτιμότερο να τον αντιμετωπίζουμε σχεδόν με απέχθεια. Συνηθίσαμε πχ να λέμε, όταν αυτός έρχεται, «καλό χειμώνα». Ενώ έχει 35 βαθμούς, είμαστε ακόμα μαυρισμένοι και σκεφτόμαστε αν Σεπτέμβρη δεν της είχαμε πει το «σ’ αγαπώ», τι διάβολο της είχαμε πει και μας έχει ταράξει στη γκρίνια…       

(Βημαγκαζίνο, Σεπτέμβριος του 2019)