Στη σειρά «επιτέλους βρήκαμε ένα ακόμα θέμα να τσακωνόμαστε» καλωσορίζουμε τον Κρίστοφερ Νόλαν και την Οδύσσειά του. Αν δεν υπήρχε καλοκαιριάτικα, θα μας έλειπε. Φαινόταν άλλωστε από νωρίς, όταν πχ είχε κάνει γυρίσματα στην Ελλάδα, ότι το δημιούργημά του θα ήταν μια απολαυστική βάση για καυγάδες. Ο,τι ακολουθεί δεν είναι η κριτική μου για την ταινία: θα την γράψω προσεχώς. Είναι μια υπόθεση εργασίας για το πως θα ήθελαν την Οδύσσεια αυτοί που γκρινιάζουν. Πολλοί μάλιστα γκρινιάζουν χωρίς να έχουν δει την ταινία. Απλά για το γούστο του καυγά στο διαδίκτυο.
Ξέρω για καυγάδες πιο πολλά από όσα για το σινεμά. Για να υπάρχει σε αυτούς μεγάλη συμμετοχή χρειάζεται να έχουν να κάνουν με απλά πράγματα: κανείς ποτέ δεν έχει τσακωθεί με κάποιον με αφορμή την αστροφυσική πχ εκτός αν είναι αστροφυσικός και βρει ένα άλλο αστροφυσικό και κάπου για λόγους δικούς τους διαφωνήσουν – υστερία για αυτό δεν θα προκύψει. Για να το περιορίσω στο σινεμά, πιστεύω πως δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αντικείμενο καυγάδων ο κινηματογράφος του Μπελ Ατάρ καθώς οι πιο πολλοί δεν ξέρουν ποιος είναι. Ενώ για τον Νόλαν μπορεί κάτι να έχουν ακούσει. Και σίγουρα κάτι ξέρουν για την Οδύσσεια – κυρίως γιατί ήταν στην ύλη των αρχαίων ελληνικών από μετάφραση στην Δευτέρα Γυμνασίου (ή στην πρώτη;). Όχι ότι την διδάχτηκαν. Το πρόγραμμα προέβλεπε να ασχοληθούν οι καθηγητές με τρεις – τέσσερις ραψωδίες της. Αλλά επειδή το έπος ανήκει στην κατηγορία «Action Heroes» όλο και κάτι παραπάνω ανακαλύψαμε. Σε τελική ανάλυση το πράγμα είχε Κύκλωπες, κακές μάγισσες, Σειρήνες, μνηστήρες, ένα σκύλο που αγαπούσε το αφεντικό του, ταξίδια στον κάτω κόσμο, Θεούς και λίγους δαίμονες. Και πάνω από όλα τον πολυμήχανο Οδυσσέα – έναν από τους μεγαλύτερους Ελληνες ήρωες, μια διαφήμιση της φυλής μας, ένα αιώνιο παράδειγμα ότι όταν εμείς κατακτούσαμε Τροίες όλοι μα όλοι οι άλλοι (ίσως και οι ίδιοι οι Τρώες…) ήταν πάνω στις βελανιδιές ή έτρωγαν βελανίδια – συγχωρείστε μου την άγνοια.
Η Οδύσσεια είναι ιδανικό πεδίο για να γίνουν καυγάδες. Είναι ελληνική κι αυτός που ήρθε να ασχοληθεί μαζί της είναι ένας αλλόθρησκος, που προφανώς δεν θα μπορούσε ποτέ να την καταλάβει όπως εμείς. Παραπέμπει σε στιγμές αρχαίου ελληνικού μεγαλείου – το οποίο αποτελεί κληρονομιά μας αποκλειστική. Κυρίως είναι ένα έργο που νομίζουμε πως ξέρουμε ώστε να έχουμε άποψη στο πως κάποιος οφείλει να το αφηγηθεί.

Τον φανατισμό της γνώμης (μας), δεν τον δημιουργεί η ημιμάθεια: ο ημιμαθής συνήθως αποφεύγει τις βαρύγδουπες τοποθετήσεις και τα ανάθεμα και κρύβεται πίσω από ένα «δεν μου αρέσει» που αφορά, όχι με το ίδιο το έργο, αλλά την αντίληψη που ο ίδιος είχε για αυτό. Το «δεν μου αρέσει» του ημιμαθή, μεταφράζεται συνήθως με ένα πιο γενικό «εγώ το περίμενα αλλιώς – κι ας μην το ξέρω καλά». Αυτός που τον καυγά τον φουντώνει είναι αυτός που ισχυρίζεται πως έχει ολοκληρωμένη άποψη και μπορεί να κρίνει κάθε έργο (εν προκειμένου κι αυτό του Νόλαν) με κριτήρια που εμφανίζει ως αντικειμενικά.
Στην περίπτωση της Οδύσσειας τον ενοχλεί οτιδήποτε δεν ανταποκρίνεται στο δικό του στερεότυπο για το έπος και τους ήρωές του, που ένας Θεός ξέρει πως έχει δημιουργηθεί, αλλά μικρή σημασία έχει: σημασία έχει ότι όλα τον ενοχλούν και τον θυμώνουν γιατί δεν τα βρίσκει ελληνικά. Τον ενοχλούν οι σύντροφοι του Οδυσσέα γιατί δεν μοιάζουν με Αρχαίους Ελληνες, δεν είναι ψηλοί, μάγκες και ωραίοι όπως οι 300 – εκείνη ναι και ήταν ταινιάρα! Τους ενοχλεί η Ωραία Ελένη γιατί δεν είναι ξανθιά αλλά είναι μελαμψή. Τους ενοχλεί ο Μενέλαος και η Κλυταιμνήστρα γιατί δεν μοιάζουν γεννημένοι στο κέντρο της Αθήνας ή έστω κάπου κοντά στην Τρίπολη. Τους ενοχλεί ο ίδιος ο Οδυσσέας γιατί δεν έχει αυτό το κάτι το γοητευτικό που κάνει όλους τους άλλους να ζηλεύουν την Ελλάδα μας και τους ανθρώπους της.Ο Ματ Ντέιμον έχει πατέρα αμερικάνο και μάνα Σκανδιναβή – έ κάπου ώπα.

Ολη αυτή η ενόχληση παράγει ένα θυμό, που δεν έχει να κάνει τόσο με την ταινία, αλλά με κάποιες εθνικές μας βεβαιότητες που δημιουργούν εθνικούς μύθους – δηλαδή αυτάρεσκα κομπλιμέντα που κάνουμε στον εαυτό μας. Δεν είναι κάτι αμιγώς ελληνικό: συμβαίνει παντού στον κόσμο. Η εθνική συνείδηση χτίζεται πάνω στην βεβαιότητα ότι είμαστε κάτι το ξεχωριστό και κυρίως ότι είμαστε απευθείας απόγονοι των καλύτερων. Και ότι είμαστε οι συνεχιστές της ιστορίας. Πράγμα που έχει πλάκα διότι στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για μυθολογία. Αλλά ποιος καταλαβαίνει την διαφορά;
Ένα από τα πιο ωραία που παρατηρεί κανείς διαβάζοντας όσα γράφονται μεταξύ όσων καυγαδίζουν είναι ότι οι επιτιθέμενοι στην ταινία του Νόλαν δείχνουν να μην καταλαβαίνουν πως η Οδύσσεια ανήκει στην μυθολογία και όχι στην ιστορία. Δεν ξέρω αν το κάνουν επίτηδες (γιατί η κατηγορία για μη σεβασμό της ελληνικής ιστορίας είναι πάντα πιασάδικη) ή αν όντως τελούν υπό σύγχυση, αλλά δεν παίζει και κανένα ρόλο. Σε κάθε περίπτωση αυτό που παρατηρείς είναι η έκφραση ενός είδους ανάγκης υπεράσπισης της ελληνικής ιστορίας από την επίθεση των αλλόθρησκων που χρόνια τώρα ξυπνάνε έχοντας ως πρώτο μέλημα την καταστροφή της εθνικής μας μνήμης που είναι άλλωστε η μεγάλη μας κληρονομιά από τους Αρχαίους. Νομίζω πως πολλοί από αυτούς που διαδικτυακά ουρλιάζουν θα ήθελαν την δημιουργία μιας άλλης Οδύσσειας με έξοδα του ελληνικού Κράτους που να αποτελούσε απάντηση στο φαύλο δυτικό Νόλαν.
Προσωπικά βρίσκω άκρως κολακευτικό για τον ελληνικό πολιτισμό ότι ένα δικό του μυθολογικό έπος μπορεί ακόμα να αποτελεί έμπνευση για δημιουργούς του καιρού μας– εξυπακούεται ότι η ίδια η φύση της μυθολογίας επιτρέπει διαφορετικές αναγνώσεις σε όποιον έχει όρεξη να ασχοληθεί καθώς δεν υπάρχει τίποτα το αληθινό στην μυθολογία πόσο μάλλον στην αναπαράστασή κεφαλαίων της. Αλλά το αληθινά αστείο είναι το τι είδους Οδύσσεια θα ήθελαν να δουν αυτοί που γκρινιάζουν. Νομίζω πως θα ήταν ευτυχισμένοι αν έβλεπαν μια Ωραία Ελένη κατάξανθη, σαν μας ήρθε από την Στοκχόλμη να κάνει διακοπές στη Ρόδο. Θα ένοιωθαν υπέροχα αν οι Αρχαίοι Ελληνες πολεμιστές ήταν σαν άντρες των ΟΙΚ και τα όπλα τους τα ευλογούσε ένας Αρχιεπίσκοπος. Θα χαιρόντουσαν αν οι κάτοικοι της Τροίας ήταν μουσουλμάνοι, μιλούσαν τούρκικα και είχαν ένα αρχηγό που να έμοιαζε με τον Ερτογάν. Πιστεύω επίσης ότι στο φαντασιακό αυτών των υπερασπιστών του ελληνικού ιδεώδους οι μνηστήρες θα ήταν Ιταλοί ή Γάλλοι και η Κίρκη θα έπρεπε να είναι κάποια σαν την Μέρκελ – αν κι αυτό είναι μάλλον λίγο passe. Οσο για τον Οδυσσέα προφανώς θα έπρεπε να είναι κάποιος σαν τον Καποδίστρια ή έστω κάποιος καλοξυρισμένος, όχι πάντως ένας με μούσι απεριποίητο, που μοιάζει να κάνει διακοπές στην Ικαρία.
Αν το εθνικό όραμα για μια Οδύσσεια ελληνική, περήφανη και - γιατί όχι- με πρωταγωνιστές με φουστανέλες, το είχε κι ο Νόλαν θα δημιουργούσε ένα αληθινό ελληνικό έπος για το οποίο θα είμασταν περήφανοι ειδικά αν οι Σειρήνες ήταν κάτι σαν την Ανδρομάχη και τραγουδούσαν το Τζιάλα που ακούσαμε στην Eurovision. Θα γελούσε βέβαια όλος ο υπόλοιπος κόσμος με όλα αυτά. Αλλά σιγά μην τα έβλεπε…
(Βημαγκαζίνο Ιούλιος του 2026)








