Μια Ταραντινιά...

Μια Ταραντινιά...

Η περιέργεια μου για τη νέα ταινία του Κουεντίν Ταραντίνο είχε χτυπήσει κόκκινο διότι για πρώτη φορά φίλοι και γνωστοί, που γνωρίζω πόσο τους αρέσει ο Αμερικάνος δημιουργός, σχεδόν με ξόρκιζαν να μην την δω. Άλλοι μου έλεγαν ότι έφυγαν στο διάλειμμα, άλλοι ότι η τρίωρη διάρκειά της είναι αφόρητη, άλλοι ότι πρόκειται για μπούρδα σε συσκευασία πολυτελείας. Ετσι ομολογώ ότι περισσότερο και από την ταινία, όταν η προβολή της τελείωσε, σκεφτόμουν τι είναι αυτό που τόσο χάλασε τους πιστούς του: οι άλλοι, που με την ταινία χάρηκαν, χάρηκαν γιατί είδαν μια ακόμα ταινία του πλέον ιδιαίτερου Αμερικάνου δημιουργού του καιρού μας.

Κινείται εντός τους

Υπάρχουν ταινίες μονοδιάστατες (στις οποίες ο σκηνοθέτης αξιοποιεί το σενάριο και τους ηθοποιούς και φτάνει σε ένα τελικό αποτέλεσμα) και ταινίες δισδιάστατες, στις οποίες εκτός από την αφήγηση υπάρχει κι ένα δεύτερο επίπεδο προβληματισμού: η αφήγηση, για την ακρίβεια, χρησιμοποιείται γιατί ο δημιουργός τους κάτι θέλει να πει. Και υπάρχουν και οι ταινίες του Ταραντίνο που δεν έχουν καμία σχέση με αυτά τα κλασικά σχήματα.

 

Οι ταινίες του Αμερικάνου έχουν τρεις διαστάσεις – εντελώς δικές τους. Πρώτα από όλα είναι ταινίες μοντέρνες – ταινίες της εποχής μας, γυρισμένες από κάποιον που είναι ο κατεξοχήν ικανός χρήστης της σύγχρονης κινηματογραφικής γλώσσας. Επειτα είναι ταινίες στις οποίες περισσότερο και από σενάριο υπάρχει αυτό που λέμε «μυθοπλασία»: σε κάθε ταινία του ο Ταραντίνο ανασυνθέτει τα κινηματογραφικά είδη για να παρουσιάσει την δική του εκδοχή του, την προσωπική του πρότασή του και την μυθοπλαστική του παρέμβαση στο ίδιο το είδος. Ετσι στο Kill Bill 2 προηγείται της τελικής σκηνής, μια σκηνή τεράστιας συζήτησης, που φυσικά δεν συναντάς ποτέ στις ταινίες καράτε, ενώ στο «Άδοξοι Μπάσταρδοι» ο Χίτλερ πεθαίνει από τον πρωταγωνιστή, πράγμα που δεν συμβαίνει σε καμία ταινία για το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο διότι οι σεναριογράφοι και οι σκηνοθέτες δεν θα τολμούσαν ποτέ να «μυθοπλάσουν» τόσο την πραγματικότητα.

Το τρίτο ωστόσο στοιχείο των ταινιών του, που είναι το σήμα κατατεθέν του, είναι η νοσταλγία. Ο Ταραντίνο ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που μπορεί να νοσταλγούν ακόμα και εποχές που δεν έζησαν, απλά γιατί η μονομανία τους τους οδηγεί στο να γνωρίζουν για αυτές τα πάντα. Σχεδόν όλες οι ταινίες του είναι φόρος τιμής σε ένα παρελθόν τις λεπτομέρειες του οποίου γνωρίζει σαν να το έχει ζήσει. Δεν το έχει ζήσει φυσικά. Αλλά είναι τέτοια η κινηματογραφοφιλία του που δεν μπορείς παρά να θαυμάζεις τη γνώση του: ο άνθρωπος δεν βλέπει απλά ταινίες ή παλιές σειρές, αλλά κινείται εντός τους.

Για να το πω σχηματικά κάθε ταινία του Ταραντίνο είναι σαν ένα τρένο. Ο ίδιος είναι ο οδηγός και έχει την ευθύνη της διαδρομής. Το τρένο είναι η μυθοπλασία – ο λόγος που η ταινία γίνεται. Οι ράγες και το καύσιμο είναι η νοσταλγία πάνω στην οποία κινείται. Κι εμείς, αν γουστάρουμε το ταξίδι με το συγκεκριμένο τρένο μπαίνουμε μέσα. Και φύγαμε.

Δυσβάσταχτος φόρος

Τι έγινε στο «Μια φορά στο Χόλυγουντ» και ενόχλησε πολλούς από τους πιστούς ταξιδιώτες; Κάτι άλλαξε στη συνταγή. Αυτή τη φορά το τρένο είναι η ίδια η νοσταλγία και η μυθοπλασία έγινε απλό καύσιμο – υπάρχει για να υπάρχει. Στο «Κάποτε στο Χόλυγουντ» ο Ταραντίνο μπλέκεται στα πλοκάμια της νοσταλγίας και την απολαμβάνει. Νοσταλγεί, όχι απλά ένα κινηματογραφικό είδος, όπως στο Τζάνκο π.χ, αλλά τα πάντα. Νοσταλγεί το Χόλυγουντ του 1969 και τις βίλες του, τους χίπις και τους σκηνοθέτες του. Νοσταλγεί την Pan Am και την αμερικάνικη τηλεόραση της εποχής. Νοσταλγεί τα μεγάλα αυτοκίνητα και τα πάρτι του Χιου Χέφνερ, τους σταρ και τις παραξενιές τους, τον τρόπο που γυρίζονταν οι ταινίες και το σουξέ τους. Παγιδευμένος σε ένα κόσμο που δεν έχει ζήσει, πάει μάλιστα ένα βήμα παραπέρα: σχεδόν τον ερωτεύεται. Η ταινία είναι π.χ μια έκφραση λατρείας στην Σάρον Τέιτ, που νοιώθεις ότι ο Ταραντίνο θα την ήθελε πρωταγωνίστριά του. Αλλά όλη αυτή η μανιώδης νοσταλγική ανασύνθεση είναι τόσο προσωπική, που μπορεί να μην σε αγγίξει καθόλου – ειδικά αν δεν κατανοείς γιατί για τον Ταραντίνο είναι ιερή. Αυτή τη φορά ο φόρος τιμής στο παρελθόν μπορεί να είναι για κάποιους δυσβάσταχτος κι ας υπάρχουν πάντα κάποιες ωραίες σκηνές (ο εξευτελισμός του Μπρους Λι π,χ), κι ας μην λείπουν οι τρομεροί διάλογοι, κι ας ακούς τα τραγούδια που πρέπει κι ας παρακολουθείς ερμηνευτικά ρεσιτάλ ηθοποιών που με τον Ταραντίνο χαίρονται να δουλεύουν – ο Μπραντ Πιτ πρώτος από όλους. Ο Ταραντίνο γυρίζει εντός της ταινίας, όποια ταινία και σειρά γουστάρει, διαλέγει ως αφήγηση την φόρμα των μικρών ιστοριών που ξέρει καλά, αυτοσαρκάζεται και σου θυμίζει τα προηγούμενά του, αλλά ο εσωτερικός ιστός της ιστορίας είναι αυτή τη φορά κομμάτι αδύναμος. Όλα είναι χαώδη: για αυτό και η ταινία κρατά τρεις ώρες.

 

Το «Κάποτε στο Χόλυγουντ» ίσως μπορεί αληθινά να το εκτιμήσει μόνο κάποιος που είναι σήμερα εβδομήντα χρονών κι έχει ζήσει την εποχή στην οποία διαδραματίζεται: όποιος δεν την έχει ζήσει είναι δύσκολο να κατανοήσει το παιγνίδι του Ταραντίνο – δύσκολα π.χ μπορεί να αξιολογήσει το γιατί αναφέρεται στα συγκεκριμένα πραγματικά πρόσωπα και όχι σε άλλα. Αυτή τη φορά ο θεατής κοιτάζει την ταινία σαν να βρίσκεται μπροστά σε μια πισίνα βραδιάτικα: ή θα πέσει μέσα της ή θα την παρακολουθεί αμήχανος μέχρι να το βάλει στα πόδια. Εγώ λέω ότι μάλλον αξίζει τον κόπο να γίνεις μούσκεμα – αλλά καταλαβαίνω κι όποιον το αρνείται.

Η πραγματικότητα ως παραμύθι

Τώρα που πάντως την είδα νομίζω ότι πρόκειται για μια ταινία που μας βοηθά να κατανοήσουμε περισσότερο το είδος της ιδιοφυίας του Ταραντίνο: ο άνθρωπος δεν κάνει ταινίες, κάνει «Ταραντινιές» - κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να γυρίσει μια ταινία του, ακόμα και αν είχε στα χέρια του το ίδιο σενάριο και τους ίδιους ηθοποιούς: το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν μια μπούρδα. Και ίσως αυτή τη φορά ένα από τα προβλήματα του Ταραντίνο να είναι ότι έγινε αληθινά πολύ καλός – τόσο καλός που οι δικοί του ήρωες είναι καλύτεροι από όσους παλιούς αγαπάει και θέλει να μας γνωρίσει. Ο γεμάτος υπαρξιακά προβλήματα Ντι Κάπριο ως «Ρικ Ντάλτον» και ο αινιγματικός Μπαρντ Πιτ ως κασκαντέρ που δεν κάνει πια τη δουλειά «Κλιφ Μπουθ» είναι πιο ζωντανοί από τις καρικατούρες των ηθοποιών και των σκηνοθετών ή των χίπιδων με τους οποίους ασχολείται, ενώ η Μαργκότ Ρόμπιν είναι ομορφότερη και περισσότερο υπέροχη από την Σάρον Τέιτ. Ο Ταραντίνο το ξέρει κι ως Θεός αποφασίζει να βάλει τάξη στο σύμπαν της δικής του νοσταλγικής μυθοπλασίας: στο τέλος σου λέει ότι όλα είναι ίδια, χωρίς τίποτα να είναι ίδιο και ότι η νοσταλγία είναι χρήσιμη για να απαλύνει την ίδια την πραγματικότητα μετατρέποντας την σε παραμύθι – λυπάμαι, αλλά κομμάτι διαφωνώ. Η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ παραμύθι. Η νοσταλγία είναι.