Πήρε το μάτι μου ότι σήμερα είναι παγκόσμια μέρα του ραδιοφώνου. Ποτέ δεν έχω γράψει κάτι για το ραδιόφωνο, δηλαδή το μέσο που αγαπάω που πιο πολύ. Με το γράψιμο έχω μόνιμη σχέση χρόνια ολόκληρα – δεν μου είναι δύσκολο: είναι μάλλον η ωραιότερη επαγγελματική σχέση ρουτίνας που θα μπορούσα να έχω. Εχω γράψει κι ένα βιβλίο – κάποια στιγμή μπορεί να γράψω και δεύτερο. Αλλα ακριβώς επειδή γράφω πολύ (και για πολλούς…) το πράγμα είναι επάγγελμα – το αγαπάω όσο πιο πολύ μπορεί να αγαπάει άνθρωπος αυτό που κάνει, αλλά το κάνω για τους άλλους κι όχι για μένα: θέλω να πω ότι χρειάζομαι την ανταπόκριση όσο την όρεξη για δουλειά. Στην τηλεόραση πάντα αναρωτιέμαι τι διάβολο κάνω – ομολογώ πως μετά από χρόνια γνωριμίας, αν δεν έκανα σε αυτή τίποτα δεν θα μου έλειπε και ιδιαίτερα - έχω άλλωστε περάσει και χρονιές μένοντας μακριά της: ωραία ήταν. Το ραδιόφωνο όμως ήταν πάντα μια καψούρα μου. Και πολλά πολλά χρόνια αργότερα τέτοια παραμένει. Γιατί γενικά το μέσο είναι καψούρικο. Αν δεν του αφιερώνεις το είναι σου δεν γίνεται τίποτα. Και ποτέ δεν μπορεί να γίνει «δουλειά», δηλαδή διαδικασία. Αν καταλάβει ότι δεν το αγαπάς, όσο πολύ θέλει, σε παρατάει. Με ένα μαγικό τρόπο δικό του. Αλλά το κάνει.

Τον πειρατή, τον πειρατή
Εγώ μεγάλωσα σε μια εποχή που υπήρξαν τρία πράγματα που καθόρισαν την σχέση μου με το ράδιο και την σφράγισαν ανεξίτηλα: το έκαναν κάτι σαν επαγγελματικό όνειρο, αν και σαν επάγγελμα δεν το είδα ποτέ.
Το πρώτο που θυμάμαι ήταν οι ραδιοπειρατές. Δεν πρέπει να έχει υπάρξει στην ιστορία του κόσμου πιο τρελό χόμπι από αυτό. Το μόνο που είχες να κερδίσεις ήταν να βρεις τον μπελά σου. Το Κράτος που δεν ήθελε να ανοίξει το ραδιόφωνο, διακινούσε ένα από τα μεγαλύτερα κρατικά παραμύθια στην ιστορία: ότι τάχα μου οι ραδιοπειρατές ήταν επικίνδυνοι γιατί παρενέβαιναν στις συχνότητες επικοινωνίας των αεροπλάνων και μπορούσαν άθελά τους να τα ρίξουν, ή να τα απομονώσουν από τα αεροδρόμια και άλλα τέτοια ανυπόστατα. Ολο αυτό το παραμύθι για να στηριχθεί βασιζόταν σε κυνηγητά και διώξεις: η αστυνομία είχε τα περίφημα «ραδιογωνιόμετρα» με τα οποία κυνηγούσε τους τυπάδες που έπαιζαν μουσική κι αφιέρωναν στις συμμαθήτριες τους τα σουξέ της Μπόνι Τάιλερ ή της Κατερίνας Στανίση - ανάλογα τα γούστα. Οσο μεγαλύτερο ήταν το κυνηγητό τόσο μεγαλύτερο το πάθος. Ο πομπός για να μεταδόσεις δεν έφτανε: χρειαζόταν να βάλεις και μια κεραία στην ταράτσα, δηλαδή να μην σε καρφώσει η γειτόνισσα που την ανακάλυπτε ενώ άπλωνε τα ρούχα.
Το Πήλιο, ειδικά τα καλοκαίρια, ήταν το βασίλειο των ραδιοπειρατών. Το βουνό ήταν ανοιχτό: με μια απλή κεραία κι ένα καλό «μηχάνημα» σε ακούγανε μέχρι την Χαλκιδική – τις Σποράδες τις κάλυπτες για πλάκα: διεθνή φίρμα μπορούσες να γίνεις. Μια από τις πιο ωραίες ιστορίες που θυμάμαι είχε πρωταγωνιστή τον Διονύση Σαββόπουλο. Οταν αγόρασε το ιστορικό σπίτι στο Μούρεσι ξετρελάθηκε με το πλήθος των ραδιοπειρατών στην περιοχή, αν όχι και με τις μουσικές επιλογές τους. Βρήκε όμως δυο ωραίους τυπάδες που παίζανε ροκάκια και πήγε κι έκανε εκπομπή μαζί τους: είχε ήδη γράψει ένα από τα λιγότερο γνωστά αλλά και πιο βιωματικά του τραγούδια, τον «Ραδιοπειρατή» που επειδή πόναγε και δάκρυζε για να μιλήσει στην καλή του της αφιέρωνε τραγούδια. Εγινε σούσουρο μεγάλο στην περιοχή ότι ο Νιόνιος έκανε εκπομπές κι άρχισαν όλοι να τις ψάχνουν – μαζί και η αστυνομία. Τον τύπο τον εντόπισαν και τον συνέλαβαν. Ο Διονύσης πήγε μάρτυρας υπεράσπισης στο δικαστήριο αλλά η τιμωρία ήταν περίπου αυτόματη. Το κρατικό ραδιόφωνο Βόλου πρόσφερε στον Σαββόπουλο την δυνατότητα να κάνει κάποιες καλοκαιρινές εκπομπές σε αυτό: ο «Σαββό» στην πρώτη είχε μαζί του τον καταδικασμένο πειρατή – το θυμάμαι σαν χθες.

Τα ωραία του κρατικού
Τον ίδιο καιρό εμένα με μάγευε η βραδινή μεταμεσονύχτια ζώνη της κρατικής ραδιοφωνίας: δεν ξέρω ποιος είχε την ιδέα, αλλά μιλάμε για ραδιοφωνικό θαύμα. Εκαναν εκπομπές η Μαλβίνα Κάραλη, η Μαριανίνα Κριεζή, ο Χρήστος Βακαλόπουλος με την υπέροχη «Δωδεκάτη Ωρα», ένας απίθανος τύπος που έκανε ένα cult αριστούργημα που λεγόταν «Τα μονοπάτια του Γαλαξία» και έβγαζε στον αέρα τύπους που έλεγαν ιστορίες για UFO στην Ελλάδα, ενώ την Παρασκευή υπήρχε μια άλλη απίθανη εκπομπή που λεγόταν «Τι εστί Λεύκωμα;» και χιλιάδες μαθήτριες στέλνανε αποσπάσματα από «λευκώματα» γεμάτα απαντήσεις σε απορίες του τύπου «τι εστί φιλί;» - όλο αυτό ήταν ραδιοφωνικά αθώο και Kincy συγχρόνως. Τα μεσημέρια ακούγαμε πάντα Γιάννη Πετρίδη, και μετά τα Τραγούδια της Παρέας. Εγώ ήμουν φανατικός και των εκπομπών του Αντώνη Κόκκινου και του Νίκου Γραμματικού για το σινεμά στο Τρίτο Πρόγραμμα: ήταν podcast πριν τα podcast. Και φυσικά έχω ακούσει άπειρα θεατρικά. Με ηθοποιούς να παίζουν με στόμφο, πόρτες να τρίζουν, γάτες να νιαουρίζουν. Αλλά και ένα δωμάτιο να πλημυρίζει εικόνες.
Η μεγάλη καταιγίδα
Μετά ήρθε φυσικά και στην δική μου ζωή η πιο μεγάλη καταιγίδα λατρείας για το ραδιόφωνο: τα πρώτα χρόνια της Ελεύθερης Ραδιοφωνίας. Το «Κανάλι 15», του Ρούσου Κούνδουρου που είχε πρωτοστατήσει στο άνοιγμα του ραδιοφώνου άντεξε λίγο αλλά ήταν πρωτοπορία που παρέμεινε αξεπέραστη. Ο «9,84» ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μόδα. H Nαταλία Γερμανού πρέπει να ήταν η πρώτη που η μισή Αθήνα ερωτεύτηκε από την φωνή της στο νυχτερινό της «Κλαμπ Σάντουιτς». Μυθικοί ραδιοπειρατές όπως ο Μιχάλης Τσαουσόπουλος απέκτησαν εικόνα – αργότερα γελούσαμε με τα ατελείωτα τηλεφωνήματα στον αέρα («σας ακούω πάντα κύριε Σκουίκ») και πολύ αργότερα εμφανίστηκαν και τα αθλητικά. Ενώ φούντωνε το πράγμα εγώ έβρισκα παρηγοριά: ήταν τόσα πολλά τα νέα ραδιόφωνα που κάπου θα χωρούσα κι εγώ. Κι αν δεν ήξερα τι να πω, κανένα πρόβλημα: θα έκανα αφιερώσεις σε μια ξανθιά Ρουμάνα.
Βρήκα μάλλον ένα πιο βολικό χώρο. Στο Sport Fm, όπως και πολλοί άλλοι κάνω την ψυχοθεραπεία μου χάρη στις ραδιοσυχνότητες: αποκλείεται να γίνω καλά οπότε το ράδιο που πάντα γούσταρα θα είναι η μόνιμη σχέση – η μόνη που με αντέχει. Όταν πεθάνω ας γράψουν στον τάφο μου «ένας ραδιοφωνατζής». Μπορεί τα παιδιά του μέλλοντος που ίσως ακούν ΑΙ φωνές να μην καταλαβαίνουν τι σημαίνει αυτό. Αλλά είναι δεδομένο πως κι αυτά κάτι θα ακούνε στο ράδιο, γιατί ό,τι και να συμβεί αυτό θα αντέχει για να παίζει τα σάουντρακ της ζωής μας…
Χρόνια πολλά καλό μου ραδιόφωνο. Φιλαράκι μου σ αγαπάω ρε…








