Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου…

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου…

Γιαγιάδες κάθονται έξω – έξω,  ξαπλωμένες στην άμμο, μόνο για να τις χτυπάει το κύμα – φοράνε κατάμαυρα ολόσωμα μαγιό, που όταν ήμουν μικρός νόμιζα ότι ήταν υποχρεωτικά και ότι τα αγόραζαν από την τοπική εκκλησία. Μεσήλικες παίζουν ρακέτες παριστάνοντας ότι είναι κλώνοι του Ρότζερ Φέντερερ. Ζευγάρια μοιράζονται το αντιηλιακό: από την τρυφερότητα που το κάνουν μπορείς να καταλάβεις πόσο καιρό είναι μαζί. Κάποιοι διαβάζουν και κάποιοι απλά κοιμούνται, μολονότι παιδάκια τσιρίζουν. Η ελληνική παραλία είναι ένα μωσαϊκό γεμάτο προβλέψιμες απρόβλεπτες εικόνες. Αν μπορούσαμε με ένα drone να βγάλουμε μια φωτογραφία της από ψηλά θα ήταν σαν πίνακας του Ιερώνυμου Μπόστ – κόλαση και παράδεισος συγχρόνως.

Είναι εντυπωσιακό πως η ελληνική παραλία μπορεί να σε βοηθήσει να καταλάβεις ένα άνθρωπο μολονότι οι συμπεριφορές των λουόμενων μοιάζουν ίδιες. Δεν χρειάζεται παρά απλά να παρατηρείς. Ορισμένα είναι τόσο εύκολα βέβαια που για να τα δεις χρειάζεται μόνο να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά. Η παραλία π.χ είναι η Ντίσνεϊλαντ του αυτάρεσκου και της αυτάρεσκης. Αυτός φορά ένα περίεργο, στενό συνήθως, μαγιό τελευταίας μόδας, και κάποια στιγμή θα τεντωθεί σαν τον Κώστα Βουτσά για να δούμε τους κοιλιακούς του. Αυτή θα βάλει δυο τρεις φορές evian για να δροσιστεί, θα αλλάξει σίγουρα μαγιό - κάποια στιγμή θα κοιτάξει το κινητό της σαν αυτό να είναι το καθρεφτάκι της κακιάς βασίλισσας, χωρίς καν να ρωτήσει ποια είναι η πιο όμορφη, γιατί είναι αυτή και το ξέρει. Όχι δεν κοιτά τις βλεφαρίδες της, απλά βγάζει μια φωτογραφία για το Instagram.

 

Πάμε στα πιο δύσκολα τώρα. Η μαμά που φωνάζει χωρίς να φωνάζει στο μικρό «πρόσεχε» καταλαβαίνεις ότι έρχεται από ένα δύσκολο χειμώνα: αποδέχεται το ρόλο, αλλά τον αποδίδει με χαλαρότητα – ξέρει ότι κανένα από τα πιτσιρίκια της δεν κινδυνεύει, αλλά πρέπει να κάνει τη σύσταση γιατί το απαιτεί το σενάριο. Ως σενάριο βλέπει και τη ζωή της: είναι η Μαίρη Παναγιωταρά κι ας μην έχει ακούσει ποτέ το τραγούδι του Λουκιανού Κηλαϊδόνη και για αυτό την συμπονώ. Δίπλα ο σύζυγος κάνει πως διαβάζει τα Νέα, ενώ σκέφτεται πως το καλοκαίρι θα τελειώσει και τον περιμένει ο ΕΝΦΙΑ και η ανασφάλεια της κρίσης που επιστρέφει πριν καλά καλά να φύγει: η εφημερίδα πέφτει στο κεφάλι του ενώ η ξαπλώστρα τον ρουφάει και η ομπρέλα του κρύβει τον ήλιο.

Ενας στους δυο Ελληνες υπολογίζω πως πάει στην παραλία με σκοπό να αποφύγει τον ήλιο. Θα ήθελα όλους να τους ρωτήσω «γιατί», διότι παραλία χωρίς ήλιο δεν έχει νόημα, εκτός αν είσαι ο Ροβινσώνας Κρούσος και σε έχει ξεβράσει το κύμα στο νησί του Παρασκευά. Αν δεν ρωτάω δεν είναι γιατί δεν θέλω να τρομάξω τους ανθρώπους με ερωτήσεις που δεν περιμένουν, αλλά γιατί ξέρω ποιοι είναι όλοι τους. Είναι οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι που ψηφίζουν μια κυβέρνηση για να τη βρίζουν για τέσσερα χρόνια, που θα θελαν η ομάδα τους να είναι πανάκριβη αλλά αυτοί να μην πηγαίνουν ποτέ στο γήπεδο, πως η Ελλάδα είναι η ωραιότερη χώρα στον κόσμο αλλά τη λένε «Ψωροκώσταινα». Ολοι αυτοί που στην παραλία προσπαθούν να γλυτώσουν από την ήλιο σαν να είναι βαμπίρ είναι οι μονίμως γκρινιάρηδες, που είναι κατά βάθος ευτυχισμένοι για αυτό που είναι, αλλά θα ήθελαν να είναι κάτι άλλο. Οποιος λιάζεται χωρίς να έχει ομπρέλα και χωρίς να βάζει αντιηλιακό, χαρούμενος γιατί τον ψήνει ο ήλιος όπως τα κάρβουνα το σουβλάκι, κατά πάσα πιθανότητα είναι Γερμανός. Ξέρει τι θέλει και δεν περιμένει τίποτα από κανένα. Μπορεί να είναι και μεθυσμένος, ζαλισμένος από κανένα τσιγαριλίκι ή απλά τρελός.

Ακόμα και ο τρόπος που ο άλλος κολυμπάει σου επιτρέπει να καταλάβεις ποιος είναι και τι θέλει από τη ζωή του. Οποιος παίρνει φόρα και βουτάει τρέχοντας, τσαλαβουτώντας στα νερά με πάθος, επιδιώκει τα πέντε λεπτά δημοσιότητας που του έχει στερήσει μέχρι τώρα η άτιμη ζωή. Οποιος μπαίνει στο νερό και κάνει πρόσθιο ή ύπτιο θέλει να δείξει ότι ήταν φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα, αλλά, γαμώτο, η μοίρα τα φερε αλλιώς. Οποιος μπαίνει στη θάλασσα σιγά σιγά τεστάροντας την θερμοκρασία του νερού κι ελπίζοντας πως κάποιος θα γυρίσει το διακόπτη από το κρύο στο ζεστό, έχει στο κεφάλι του σκοτούρες, φόβους και ανασφάλειες που πάντα τον δυσκολεύουν, όταν πρέπει να πάρει μια απόφαση. Οποιος είναι πάνω από τριάντα χρονών και κολυμπάει αγκαλιά με μια μπάλα ακόμα δεν έχει ξεπεράσει τις συμπληγάδες πέτρες της παιδικής του ηλικίας – ο γερο Φρόιντ με αυτό έπρεπε να ασχοληθεί κι όχι μόνο με τα όνειρα.       

 

Η παραλία μεγαλώνει τα ελαττώματα μας κι ας νομίζουμε ότι τα κρύβει γιατί οι συμπεριφορές είναι περίπου όμοιες: δεν είναι. Ο φλύαρος μιλάει ίσως λιγότερο, αλλά είναι εξίσου ή και περισσότερο κουραστικός, γιατί όλο του το μπλα μπλα είναι εντελώς αταίριαστο με την ήρεμη θάλασσα. Ο λιχούδης σου δίνει την εντύπωση ότι δεν έχει κατεβεί για να κάνει μπάνιο, αλλά για να φάει σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, πριν γυρίσει σπίτι και φάει κανονικά. Ο ψεύτης ξεσαλώνει γιατί έχει να σου πει κάτι που δεν γνωρίζεις για την παραλία (και που έχει βγάλει από το μυαλό του), αλλά το τοπίο του δίνει τη δυνατότητα να το κάνει χωρίς να χάνει χρόνο σε αληθινές περιγραφές: χαίρεται την αυθεντικότητα του ψέματος του. Ο τεμπέλης νιώθει ότι είναι στο βασίλειό του: τον καταλαβαίνεις, όχι γιατί δεν κάνει τίποτα, αλλά γιατί έχει στο πρόσωπό του μια έκφραση ανεξήγητης ευτυχίας και μακαριότητας – θα θελε αυτό το αραλίκι να κρατήσει για πάντα.

Τέλος υπάρχει κι αυτός που κατεβαίνει στην παραλία και δεν κάνει μπάνιο. Φοράει συνήθως ένα t shirt και πάντα ένα καπέλο, πίνει μια μπύρα, ατενίζει το πέλαγος: έχω δει κάποτε ένα τέτοιο που φορούσε και κάλτσες. Θα μπορούσε να είναι ήρωας αστυνομικού μυθιστορήματος από αυτά που διαβάζουμε στις παραλίες – μια μυστηριώδης μορφή που κανονικά θα πρεπε να τρομάζει τους λουόμενους, όπως ο καρχαρίας στις παλιές ταινίες του Σπίλμπεργκ. Υπερβάλω λέτε; Όχι καθόλου. Ο καρχαρίας μου φαινόταν πάντα συμβατός με το θαλάσσιο περιβάλλον: ακόμα κι αν έβγαινε πολύ πιο έξω από όσο συνηθίζει, πάντα στη θάλασσα βρίσκεται. Αυτός με το γυαλιά, το καπέλο και τις κάλτσες, που δεν βγάζει ούτε τη μπλούζα του, τι ψάχνει άραγε;

(Βημαγκαζίνο, Αύγουστος του 2020)