Η τιμωρία που μας άξιζε...

Η τιμωρία που μας άξιζε...

Διαβάζω ότι ο Ολυμπιακός με την πρόκρισή του έσωσε την δέκατη τρίτη θέση της Ελλάδας στη βαθμολογία της UEFA κι απέτρεψε την κατρακύλα της χώρας στη δέκατη έκτη θέση, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα λιγότερες ελληνικές ομάδες στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις κτλ κτλ. Ωραία είναι αυτά, αλλά αναρωτιέμαι αν το ελληνικό ποδόσφαιρο τα αξίζει.

Πως φτάσαμε ψηλά

Για να πούμε δυο πράγματα ψύχραιμα για την κατρακύλα στη βαθμολογία της UEFA πρέπει να θυμηθούμε αρχικά πως φτάσαμε κάποτε ψηλά στην ίδια βαθμολογία. Αυτό δεν συνέβη ούτε την κάποτε υπέροχη δεκαετία του ’70, «όπου όλοι πήγαιναν στο γήπεδο αγκαλιασμένοι», ούτε την καταπληκτική δεκαετία του ΄80, της Αλλαγής, του καπετάνιου και των «θυγατρικών»: συνέβη τη δεκαετία του 2000 και για ένα πολύ συγκεκριμένο λόγο – γιατί ο κάτοχος της πρωτιάς στην Ελλάδα Ολυμπιακός ανάγκασε όσους ήθελαν να τον γκρεμίσουν από την κορυφή να σοβαρευτούν αγωνιστικά και να φτιάξουν καλές ομάδες. Πρόκειται για την δεκαετία που είδαμε τον καλύτερο και σταθερότερο Παναθηναϊκό στην Ευρώπη, την ΑΕΚ να κάνει έξι ισοπαλίες στο Τσάμπιονς λιγκ, τις καλύτερες ευρωπαϊκές παρουσίες του Αρη, του Πανιώνιου, της ΑΕΛ – άπαντες αγωνίστηκαν στους ομίλους του Γιουρόπα λιγκ και είχαν και σπουδαία αποτελέσματα έχοντας στο τιμόνι τους διοικήσεις που διαχειρίστηκαν πάρα πολλά χρήματα. Απαντες οργανώθηκαν διοικητικά, έβγαλαν νέα παιδιά, εμπιστεύτηκαν καλούς προπονητές, έφεραν σπουδαίους ξένους: τίποτα δεν έγινε τυχαία.

Ενας ξεφεύγει, όλοι προοδεύουν

Για χρόνια άκουγα ότι τα πρωταθλήματα του Ολυμπιακού έκαναν ζημιά στους υπόλοιπους κτλ κτλ. Μπορεί να είναι κι έτσι. Μόνο που η πραγματικότητα λέει άλλα. Σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, όταν ένας σύλλογος ξεφεύγει και φτιάχνει τη δυναστεία του, αυτό που παρατηρείται είναι συνολική πρόοδος των υπολοίπων στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις κι όχι το αντίθετο. Στην Ιταλία η ακμή της Μίλαν των Ολλανδών τη δεκαετία του ΄90 έχει ως αποτέλεσμα να παίζουν ημιτελικούς ευρωπαϊκών διοργανώσεων η Αταλάντα, η Βιτσέντσα και η Τζένοα και τελικούς η Σαμπντόρια, η Νάπολι και η Ρόμα – δεν μιλάω για την Ιντερ και την Γιουβέντους. Αργότερα επί ηγεμονίας της Γιούβε προοδεύουν και κερδίζουν κούπες ευρωπαϊκές η Πάρμα και η Λάτσιο που στο Καμπιονάτο την καταδιώκουν, αλλά και η Μίλαν που ρίχνει το βάρος της στην Ευρώπη. Παντού όπου εμφανίζεται μια ομάδα – ατμομηχανή, τραβά τους υπόλοιπους. Στη Γαλλία τον καιρό της δυναστείας της Λιόν παίζουν τελικούς η Παρί και η Μπορντό. Στην Αγγλία η ηγεμονία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ δημιουργεί το πανίσχυρο στην Ευρώπη Big 4: Τσέλσι, Αρσεναλ και Λίβερπουλ πρωταγωνιστούν στο Τσάμπιονς λιγκ κυνηγώντας τον Σερ Αλεξ. Στην Γερμανία το άνοιγμα της ψαλίδας της Μπάγερν από τους υπόλοιπους επιτρέπει στην Ντόρτμουντ και την Μπάγερ Λεβερκούζεν να παίξουν σε ευρωπαϊκούς τελικούς. Η Ισπανία είναι το καλύτερο παράδειγμα: οι Γκαλάκτικος της Ρεάλ δημιουργούν την Μπαρτσελόνα αρχικά του Ροναλντίνιο και μετά του Μέσι. Η Ρεάλ αντεπιτίθεται – οι δυο τους κάνουν τσιφλίκι του το Τσάμπιονς λιγκ, αλλά εξίσου κερδισμένοι είναι κι όσοι αυτό τον τρομερό ανταγωνισμό ακολουθούν: η Σεβίλλη και η Ατλέτικο Μαδρίτης κάνουν συλλογή από κούπες, η Βαλένθια φτάνει σε μεγάλους τελικούς, αλλά η Ευρώπη γίνεται πεδίο διάκρισης και για την Βιγιαρεάλ, την Κορούνια, την Εσπανιόλ, την Μπιλμπάο, την Αλαβές κτλ. Μόνο στην Ελλάδα, η πρωτοκαθεδρία του Ολυμπιακού χρησιμοποιείται ως παράδειγμα παρακμής (!) του πρωταθλήματος. Και μάλιστα σε χρονιές που η Ελλάδα παίζει με τρεις ομάδες στο Τσάμπιονς λιγκ (2003-2005) ή με πέντε ομάδες στους ομίλους του Γιουρόπα λιγκ (2008-09), - όταν δηλαδή ως χώρα έχει ιστορικά αποτελέσματα και σε επίπεδο Εθνικής ομάδας. Κι αυτή βγαίνει κερδισμένη από την συνολική πρόοδο.

Τρία απαραίτητα πράγματα  

Για να διακρίνεσαι στην Ευρώπη χρειάζονται τρία πράγματα που δεν είναι αυτονόητα: το πρώτο είναι να έχεις ένα ποδοσφαιρικό σχέδιο, να προσέχεις δηλαδή το ίδιο το ποδόσφαιρο και να ρίχνεις το βάρος σου στα αγωνιστικά – κι αυτό απαιτεί να έχεις ανθρώπους που να ξέρουν ποδόσφαιρο: στην Ελλάδα είναι ευκολότερο να βρίσκεις λαμόγια που ασχολούνται με τη διαιτησία, τις Ενώσεις κτλ. Το δεύτερο απαραίτητο είναι να είσαι σοβαρός διοικητικά και να ορίζεις την ευρωπαϊκή αξιοπρέπεια ως στόχο της ομάδας: κι αυτό είναι δύσκολο διότι ό,τι δεν ελέγχεις μπορεί να σε εκθέσει. Το τρίτο -και εξίσου σπουδαίο - είναι τα χρήματα: η Ευρώπη τα φέρνει, αλλά για να τα πάρεις πρέπει και να τα επενδύσεις σωστά, αλλιώς καταστρέφεσαι. Ο Σωκράτης Κόκκαλης είδε πολλές φορές τον Ολυμπιακό στο Τσάμπιονς λιγκ και χρήματα έβαζε: έτσι ήρθαν οι μεγάλοι παίκτες που όλοι θυμόμαστε, αλλά έτσι δημιουργήθηκαν και καμιά 50αριά εκατομμύρια χρέη που ο Μαρινάκης ανέλαβε. Οι πολυμετοχικοί του ΠΑΟ είδαν την ομάδα τους να παίζει δυο φορές στο Τσάμπιονς λιγκ και την άφησαν με 30 εκατ χρέη γιατί σε ένα καλοκαίρι την είδαν να αποκλείεται από την Οντένσε και μια Μακάμπι. Όλοι αυτοί έβαλαν σοβαρά χρήματα – όσοι τέτοια δεν έβαλαν τα πήγαν ακόμα χειρότερα! Η Ευρώπη θέλει σχέδιο, επενδύσεις και προσοχή: είναι μάλλον καλύτερα να φωνάζουμε ή να αγοράζουμε Ενώσεις. Και κάπως έτσι άρχισε η τρομερή κατρακύλα που συνεχίζεται.

Γελάει ο κόσμος

Πριν τέσσερα χρόνια ο Ιβάν Σαββίδης είχε δώσει μια συνέντευξη και είχε πει ότι αν δεν μπορείς να προσπεράσεις τον πρώτο, μπορείς ευκολότερα να τον γκρεμίσεις: είναι σωστό, αλλά η ερώτηση είναι τι θα κάνεις μετά. Θα γίνεις πρώτος; Αντε κι έγινες. Αν σου κάνει πλάκα η Ραπίντ, η Εστερσουντ, η Γκινγκάμπ, η Μπάτε και η Βίντι γελάει ο κόσμος! Η πρωτιά σου έχει νόημα μόνο αν ανεβάσεις τον πήχη: αλλιώς θα σε βουλιάξει κι εσένα στα χρέη η ασημαντότητα. Είναι εύκολο να επενδύεις στους Γραμμένους, στους Βρακάδες και στους κριτικούς διαιτησίας, αλλά αυτοί δεν παίζουν μπάλα με τη Μπάτε – τέτοιους πολλούς και αποτελεσματικότερους και καλύτερους είχαν κι άλλοι, αλλά είχαν και τον Ζάετς και τον Σαραβάκο και τον Σισέ και τον Λέτο, και τον Τζιοβάνι και τον Ριβάλντο και τον Γκόγκιτς και τον Ρομπέρτο και τον Βαλβέρδε. Λένε όλοι ότι η Ευρώπη είναι καθρέφτης: έτσι είναι. Αλλά στον καθρέφτη πρέπει να έχεις το θάρρος να κοιτάζεσαι χωρίς να τρομάζεις. Αμα τρομάζεις, απλά καταλαβαίνεις γιατί ο κόσμος γελάει.

Να πάρουμε τα λεφτά

Σήμερα το όνειρο είναι «να πάρουμε τα λεφτά του Τσάμπιονς λιγκ»: ακούγεται σαν να πρόκειται για πλιάτσικο. Η ΑΕΚ τα πήρε, έκανε μηδέν βαθμούς γράφοντας ιστορία και περιμένει με τρόμο την τιμωρία από την UEFA, γιατί και στα διοργανωτικά τα θαλάσσωσε. Ο ΠΑΟΚ όσο τα κυνηγούσε καλοκαιριάτικα πρόσεχε και πάλευε – μετά συνέχισε από εκεί που σταμάτησε πέρυσι, απλά την Εστερσουντ την λένε Βίντι. Μάλιστα για την ευρωπαϊκή κατηφόρα του ούτε καν προβληματίζεται.

Σε μια χρονιά, που έχω την εντύπωση πως οι κυπριακές ομάδες έκαναν παραπάνω βαθμούς από τις δικές μας, ο Ολυμπιακός έσωσε την δέκατη τρίτη θέση της Ελλάδας. Κακώς, πολύ κακώς. Η δέκατή έκτη θα ήταν μια χαρά τιμωρία για όσους φτάσανε το ελληνικό ποδόσφαιρο εδώ που είναι σήμερα…