Μετά το τέλος του μουντιάλ διάβασα πολλά και στον ελληνικό αλλά κυρίως στο διεθνή Τύπο για την επιτυχία των Ισπανών. Στα πολλά σχόλια των ειδικών προσθέτω φυσικά και τα ειλικρινή σχόλια θαυμασμού πολλών απλών ποδοσφαιρόφιλων που είδαν την έκβαση του τουρνουά ως μια δίκαιη έκβαση. Δεν χωρά αμφιβολία πως αν υπάρχει ισπανική συνταγή νίκης, οι Ισπανοί σε αυτό το μουντιάλ την εκτέλεσαν κατά γράμμα και γι΄αυτό κατέκτησαν μια τόσο δύσκολη διοργάνωση με παίκτες ανέτοιμους (ο Γιαμάλ πήγε στις ΗΠΑ χωρίς προπονήσεις), τραυματίες (ο Γουίλαμς που έκανε την διαφορά στον τελικό αγωνίστηκε ελάχιστα), αλλά και με κάποιους που στην αποστολή βρέθηκαν την τελευταία στιγμή (ο Μερίνο πχ πήγε στις ΗΠΑ γνωρίζοντας πως δύσκολα θα παίζει μισή ώρα σε κάθε ματς). Ο κόσμος καταλαβαίνει καλά πως η Ισπανία έχει τον τρόπο της και την σχολή της, σε μια εποχή που σχολές δεν υπάρχουν πια. Αλλά αυτό το απλό συμπέρασμα πρέπει να το αναλύσουμε λίγο πιο πολύ γιατί είναι κι ένα από τα χρήσιμα μαθήματα του μουντιάλ.
Η ιστορία του Τόρες
Ακούω διαρκώς ότι οι Ισπανοί βγάζουν παίκτες από τις Ακαδημίες των ομάδων τους κι αυτό είναι το μυστικό τους. Ο ίδιος ο σκόρερ του τελικού, ο καλός Φεράν Τόρες είναι ένα καλό παράδειγμα ποδοσφαιριστή απόφοιτου της ισπανικής σχολής. Έχει αγωνιστεί και στην U17 και στην U19 και στην U21 της Ισπανίας. Έκανε ντεμπούτο με την Βαλένθια το 2017 ως αλλαγή σε μια νίκη κόντρα στην Ρεάλ Σαραγόσα για το κύπελλο Ισπανίας. Hταν μόλις 17 χρονών πράγμα καθόλου παράξενο σε μια χώρα που τα παιδιά παίρνουν από νωρίς τις ευκαιρίες τους. Πήγε πολύ μικρός στη Μάντσεστερ Σίτι: 20 χρονών. Αντεξε εκεί μόλις δυο χρόνια και επέστρεψε στην Μπαρτσελόνα, στην ομάδα δηλαδή που ονειρεύονται να παίξουν οι περισσότεροι Ισπανοί πιτσιρικάδες γνωρίζοντας πως η πρόοδος τους εκεί είναι βέβαιη.
Ο Τόρες πέτυχε πέρσι 16 γκολ στη Λίγκα. Ένας άλλος θα απαιτούσε τη θέση του βασικού σέντερ φόρ με δεδομένο ότι αγωνίζεται και στην πρωταθλήτρια. Αποδέχτηκε το ρόλο της αλλαγής του Ογιαρθάμπαλ, μολονότι αυτός αγωνίζεται στην ταπεινότερη Ρεάλ Σοσιεδάδ. Δεν είχε πετύχει κανένα γκολ μέχρι στο μουντιάλ μέχρι την ημέρα του τελικού. Μπήκε σε αυτόν όπως συνέβαινε και στα προηγούμενα ματς. Πέτυχε το γκολ της νίκης σαν καλός στρατιώτης. Η ορθότερα σαν καλός γνώστης του παιγνιδιού.
Το μεγάλο σερί
Ίσως ακούγεται παράδοξο αλλά στο μουντιάλ που περισσότερο από ποτέ μιλήσαμε για σούπερ σταρ κέρδισε τελικά η περισσότερο ομάδα. Αλλά δεν είναι παράξενη η επικράτησή των Ισπανών: παράξενη θα ήταν η αποτυχία τους. Είναι αήττητοι εδώ και 38 παιχνίδια, και εντός αυτών των 38 παιχνιδιών υπάρχουν πολλά ματς και στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 2024 και στο Μουντιάλ το οποίο κέρδισαν φέτος – ματς σημαντικά και δύσκολα. Έπειτα η Ισπανία είναι ομάδα που ξέρει να κερδίζει. Δεν χρειάζεται για να το κάνει αυτό έχοντας στο πάγκο της ιδιοφυείς προπονητές ή σπανιότατους σούπερ σταρ, αν και ο Γιαμάλ, ο Γουίλιαμς, ο Ολμο δεν είναι και πολύ συνηθισμένοι. Γιατί οι Ισπανοί τα καταφέρουν; Γιατί είναι η τελευταία Εθνική ομάδα στον κόσμο που προκύπτει από μία πραγματική σχολή. Αλλά τι είναι η σχολή;
Ακούω ότι οι Ισπανοί έχουν λέει χάρη στις Ακαδημίες τους μεγάλη παραγωγή ποδοσφαιριστών. Είναι οι μόνοι; Όχι φυσικά. Οι Γάλλοι βγάζουν πιο πολλούς: σε αυτό το μουντιάλ υπήρχαν 60 που έχουν πρωτοπαίξει μπάλα σε ομάδες με έδρα το Παρίσι! Οι Αργεντίνοι, οι Βραζιλιάνοι, οι Πορτογάλοι, οι Ολλανδοί, οι Βέλγοι, ακόμα και οι Αγγλοι δεν έχουν σταματήσει να βγάζουν παίκτες. Οι Ακαδημίες της Μάντσεστερ Σίτυ πχ μπορεί να είναι και οι καλύτερες στην Ευρώπη. Το θέμα δεν είναι η παραγωγή παικτών: και στην Ελλάδα βγάζουμε. Σχολή υπάρχει εκεί που υπάρχουν βασικές αρχές (και τηρούνται) και φυσικά νοοτροπία που έχει να κάνει με το ίδιο το παιγνίδι.

To σχέδιο του Αραγονιές
Οι παίκτες της Εθνικής Ισπανίας είναι απόφοιτοι ακαδημιών. Ποδοσφαιρικών ακαδημιών, αλλά ακαδημιών. Κουβαλάνε τη γνώση του παιχνιδιού. Γίνονται ποδοσφαιριστές μαθαίνοντας ότι υπάρχει ένα και μόνο ποδόσφαιρο, το οποίο πρέπει να αγαπούν και κυρίως να γνωρίζουν: το ισπανικό. Δεν χρειάζονται στις εθνικές ομάδες προπονητές αυθεντίες, που να πληρώνονται από την ομοσπονδία εκατομμύρια για να δείξουν την τακτική τους ευφυία και πότε την Εθνική τους ομάδα δεν πρόκειται να την προπονήσει κάποιος ξένος και άσχετος με το ισπανικό ποδόσφαιρο. Ο Ντε λα Φουέντε έχει κερδίσει το πανευρωπαϊκό και το μουντιάλ αλλά δεν πιστεύω πως θα τον φωνάξει ποτέ η Ρεάλ Μαδρίτης. Γιατί κι αυτός είναι μέρος μια μηχανής: ένα γρανάζι.
Υπάρχει κάτι πολύ βασικό στην ισπανική εξέλιξη. Το 2006, μετά την αποτυχία της Εθνικής Ισπανίας στο μουντιάλ της Γερμανίας με μια ομάδα ποιοτικότατη, ο Λουίς Αραγκονιές έκανε ένα σχέδιο ανάπτυξης Ακαδημιών και ποδοσφαιριστών, που όλοι έκτοτε σεβάστηκαν. Οι ομάδες Νέων των συλλόγων έπρεπε να παίζουν όλες με τον ίδιο τρόπο, αν ήθελαν οι παίκτες τους να καλούνται στις ισπανικές Εθνικές ομάδες, που θα έπαιζαν κι αυτές με τον ισπανικό τρόπο. Κατοχή μπάλας, πρέσινγκ, άμυνα ψηλά και εμπιστοσύνη στους νέους έγιναν τα στοιχεία.
Το σχέδιο οι ομάδες το κατάλαβαν. Κατάλαβαν επίσης ότι πρέπει να αλλάξουν νοοτροπία και να πουλάνε: μέχρις τις αρχές της δεκαετίας του 2010-20 αυτό ήταν ανήκουστο – απλά οι μικρότεροι πουλούσαν στην Μπαρτσελόνα και στην Ρεάλ. Ο Αραγκονιές είπε τότε κάτι πολύ έξυπνο: ότι οι ομάδες που συμμετέχουν στα επαγγελματικά πρωταθλήματα, οι ομάδες των Ανδρών για να το πω σχηματικά, μπορεί να έχουν τον δικό τους τρόπο παιγνιδιού. Οι ομάδες όμως των Ακαδημιών τους πρέπει να παίζουν όπως οι μικρές Εθνικές ισπανικές ομάδες, δηλαδή η U17, η U19 και η U21.
Αυτό είναι κάτι που αυτή την στιγμή δεν συμβαίνει πουθενά στον κόσμο. Οι Γάλλοι πχ βγάζουν του κόσμου τους παίκτες. Οι πιο πολλοί είναι καλοί αθλητές, έχουν καλή τεχνική και έχουν και προσόντα για να κάνουν καριέρα. Αλλά δεν έχουν κοινή αντίληψη για το τι είναι το ποδόσφαιρο. Είτε έχουν τις δικές τους αντιλήψεις (και κάπως έτσι ο ΕμΠαπέ και ο Ολίσε πχ κάνουν καριέρα σαν υπέροχοι σολίστες) ή στην καλύτερη ασπάζονται τα βασικά χαρακτηριστικά της ομάδας στην οποία αγωνίζονται, αν και εφόσον τους ταιριάζουν ή αν αυτή έχει τρόπο να τους αξιοποιήσει. Ο Ντεμπελέ πχ είναι άλλος παίκτης στην Παρί γιατί νοιώθει ότι η ομάδα του παίζει για αυτόν. Είναι κομμάτι δύσκολο να το νοιώσει στην Εθνική Γαλλίας.
Οι Ισπανοί πιστεύουν σε ένα ποδόσφαιρο
Το βασικό στην ιστορία αυτή είναι ότι ο τρόπος παιγνιδιού των Ισπανών υπακούει στην γενικότερη λογική της χώρας για το τι είναι τα σπορ. Δεν είναι θέμα άμυνας και επίθεσης: το μουντιάλ το πήραν παίζοντας για να μην δεχτούν γκολ, αλλά με τον τρόπο τους. Πρέσινγκ, κατοχή μπάλας και ένταση (στο μέτρο του δυνατού για την εποχή) βολεύουν και για να γίνει αυτό.
Οι Ισπανοί πιστεύουν σε ένα ποδόσφαιρο στο οποίο κερδίζει ο καλύτερος. Ούτε ο πιο έξυπνος, ούτε ο πιο πονηρός, ούτε αυτός που έχει παίκτες που κάνουν κόλπα με την μπάλα, αλλά αυτός που με τον ιδρώτα του και την προσπάθειά του τιμά το ίδιο το σπορ. Αυτή η λογική υπάρχει και στο μπάσκετ, και στο τένις (όχι τυχαία έβγαλαν τον σταρ- εργάτη Ναδάλ), και στο πόλο και στο γυναικείο ποδόσφαιρο, κι ακόμα και στο χάντμπολ: η ομάδα χάντμπολ της Μπαρτσελόνα πχ υπήρξε για τους ειδήμονες του σπορ μια από τις πιο θεαματικές ομάδες στο συγκεκριμένο σπορ.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στην περίπτωσή τους έχουμε πολλά και σπάνια: παραγωγή ποδοσφαιριστών, ενιαίο τρόπο παιγνιδιού στις ομάδες παικτών με μικρές ηλικίες ώστε να υπάρχει γνώση της διαδικασίας, νοοτροπία σεβασμού του παιγνιδιού, ευκαιρίες σε νέους και φυσικά παρακολούθηση των ποδοσφαιριστών που δυνητικά θα τους ήθελαν όλους στο πρωτάθλημα τους μολονότι καταλαβαίνουν πλέον την ανάγκη για πωλήσεις. Αν μια ισπανική ομάδα μπορεί να επαναπατρίσει Ισπανό θα το κάνει: η Μπαρτσελόνα πήρε πίσω τον Τόρες, η Ρεάλ τον Κουκουρέγια, η Ατλέτικο θέλει τον Λαπόρτ, η Μπιλμπάο παρακολουθεί πάντα όποιον βγει από τις Ακαδημίες της με σκοπό να τον φέρει κάποια στιγμή πίσω. Η ισπανική σχολή θέλει τους απόφοιτούς της για να τους χαίρεται. Για την ώρα χάρη σε αυτούς πανηγυρίζει το δεύτερο παγκόσμιο κύπελλο σε είκοσι χρόνια. Από την ώρα δηλαδή που ο σοφός Αραγκονιές τους έπεισε να δουλέψουν όλοι μαζί για το καλό της Εθνικής τους. Που είναι και το καλό τους.








