Η μπαλάντα του Κλιντ Ιστγουντ

Η μπαλάντα του Κλιντ Ιστγουντ

Δεν έκανε τα εισιτήρια που θα πρεπε η τελευταία ταινία του Κλιντ Ιστγουντ – η «Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ» - ίσως γιατί το θέμα της δεν είναι από αυτά που ενθουσιάζουν. Ποιος έχει όρεξη πια να δει μια ταινία όπου ένας άνθρωπος μπλέκει γιατί προσπαθεί να κάνει σωστά τη δουλειά του; Σε μια εποχή που οι περισσότεροι θα ήθελαν να κάνουν μια διαφορετική δουλειά από αυτή που κάνουν, το να μιλάς για ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους (και άλλους που σωστά δεν την κάνουν) μοιάζει παλιομοδίτικο. Ενώ, λέει ο δημιουργός της, είναι ένα από τα δράματα του καιρού μας.

Η γοητεία του ενόχου

Ο μεγάλος Κλιντ πέρασε τα 90 και συνεχίζει. Η δουλειά του αποδεικνύει ότι το να κάνεις καλές ταινίες χρειάζεται απλά παρατήρηση και όρεξη για αφήγηση. Ο Ιστγουντ είναι η απόδειξη ότι ο καλός σκηνοθέτης δεν έχει ηλικία: μπορεί να είναι καλός ως πρωτάρης, καταθέτοντας όλο τον ενθουσιασμό του, και μπορεί να είναι καλός και ως ηλικιωμένος, καταθέτοντας όλη την διάθεσή του να σου αφηγηθεί ιστορίες με χρήσιμα συμπεράσματα. Τέτοιες είναι σχεδόν όλες οι τελευταίες ταινίες του: ταινίες για ανθρώπους του καιρού μας, συνηθισμένους ή ασυνήθιστους, που δεν είναι ούτε ήρωες για να τους λατρέψεις, ούτε θύματα για να τους λυπηθείς, αλλά άνθρωποι που κουβαλάνε ιστορίες από τις οποίες, κατά το σκηνοθέτη, κάτι έχεις να μάθεις.

   

Τέτοιοι ήταν ο πιλότος Σάλι, o μεταφορέας Ερλ Στόουν στο «Βαποράκι» οι πεζοναύτες του «Αναχώρηση για το Παρίσι», ο φαντάρος «Ελεύθερος Σκοπευτής» Κρις Κάιλ και τέτοιος είναι και ο Ρίτσαρντ Τζούελ. Που είναι ίσως ο πιο ενδιαφέρον τύπος από όλους αυτούς τους «ήρωες», γιατί βρίσκει το μπελά του ενώ λογικά θα πρεπε να λογίζεται ως υποδειγματικός Αμερικάνος πολίτης.  Αυτή είναι νομίζω η πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση του Ιστγουντ κι αν και θυμίζει λίγο τα όσα μας είχε πει στο Σάλι, έχει μια μικρή διαφοροποίηση: στο Σάλι ο ήρωας πιλότος έμπλεκε με τις διωκτικές αρχές παραμένοντας ωστόσο ψηλά στα μάτια της κοινής γνώμης για το κατόρθωμά του – στην περίπτωση του κακομοίρη Τζούελ, ακόμα και το κατόρθωμα δεν τον γλυτώνει από την διαπόμπευση. Ο Ιστγουντ είναι σαν να λέει ότι ο ρόλος του ενόχου γοητεύει τη σύγχρονη κοινωνία μας ίσως και περισσότερο από το ρόλο του ήρωα –  όσο κι αν ακούγεται πικρόχολο, στην εποχή των λαϊκών μιντιακών και διαδικτυακών δικαστηρίων, έχει δίκιο.  

Από ήρωας ύποπτος

Την ιστορία του Τζούελ, του ήρωα που έγινε μέσα σε δυο μέρες ο μεγάλες ύποπτος για τρομοκρατικό χτύπημα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα, τη θυμόμουν καλά, γιατί είχα γράψει κάποτε κι ένα σχετικό κομμάτι σε ένα περιοδικό ή μια εφημερίδα – πέρασαν πολλά χρόνια. Η ίδια η ιστορία έχει πάρα πολλές πτυχές που θα μπορούσε ο αφηγητής να τονίσει. Υπάρχει η ανάγκη του FBI να βρει αμέσως ένα ύποπτο (αν όχι κι ένα ένοχο) ώστε να συνεχιστούν οι αγώνες κανονικά και να μην τρομοκρατηθεί η πόλη – θυμίζω πως η έκρηξη της βόμβας έγινε στο Ολυμπιακό Πάρκο, εκεί που διασκέδαζαν και αθλητές. Υπάρχει η ίδια η θεαματική κατάληξή της: οι Αμερικάνοι πράκτορες συνέλαβαν τελικά τον βομβιστή μετά από έξι ολόκληρα χρόνια και μάλιστα μετά από μια τρομακτική έρευνα σε τρεις διαφορετικές πολιτείες. Υπάρχει ο τρόμος που προκάλεσε το περιστατικό – είχε τεθεί θέμα ακόμα και προσωρινής διακοπής των αγώνων. Όλα αυτά ο Ιστγουντ τα άφησε στην άκρη για να ασχοληθεί με την πιο ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας: το πώς ο ήρωας γίνεται ύποπτος, μόνο και μόνο γιατί έχει τη φάτσα και το χαρακτήρα που βοηθά τα μίντια (πιο πολύ και από τις διωκτικές αρχές) να χτίσουν μια ιστορία. Ο Ιστγουντ αντιπαραβάλει τη διάθεση του Τζούελ να κάνει τη δουλειά του με την όρεξη των υπολοίπων να φτάσουν σε μια επιτυχία – κυνικά υπογραμμίζει πως στην εποχή μας είναι προτιμότερο να φτάνεις στην επιτυχία χρησιμοποιώντας τους χειρότερους δυνατούς τρόπους παρά να αγαπάς μια δουλειά και να παιδεύεσαι να την κάνεις σωστά. Το πρώτο σε κάνει φίρμα – το δεύτερο μπορεί να σου προκαλέσει προβλήματα.

Ο Ιστγουντ δεν καταγγέλλει, απλά διηγείται. Δεν δίνει ένα χάπι έντ, απλά αναδεικνύει τα πραγματικά περιστατικά. Κυρίως δεν ειρωνεύεται κανένα – κι αυτό είναι εξαιρετικό. Ο Τζούελ δεν γίνεται ποτέ γοητευτικός: είναι πάντα ένας κολλημένος με το νόμο και την εφαρμογή του και το να αποκτήσει λίγη εξουσία είναι το όνειρό του μέχρι το τέλος. Δεν είναι νομοταγής – είναι νομολάτρης, σχεδόν εξουσιομανής και δεν αλλάζει ούτε καν όταν νοιώθει στο πετσί του τι σημαίνει κατάχρηση εξουσίας. Στο μυαλό του, όπως και στο μυαλό του Ιστγουντ πιθανότατα, όλα περιστρέφονται γύρω από το πώς πρέπει κανείς να κάνει τη δουλειά – η κατάχρηση αφορά τους άλλους, όχι τον ίδιο: αυτός τη δουλειά τη λατρεύει. Δεν ισχύει το ίδιο για τους υπόλοιπους, που εισβάλουν στον κόσμο του. Ο δικηγόρος του κάνει τη δουλειά του, όχι γιατί αυτή είναι μια δουλειά που πρέπει να κάνει, αλλά γιατί δεν έχει αμφιβολίες για την αθωότητά του πελάτη του – αν είχε θα τον παράταγε. Η δημοσιογράφος που τον κάνει πρώτο θέμα δουλεύει, αδιαφορώντας σχεδόν για ζητήματα ηθικής. Το ίδιο και το FBI: από τη στιγμή που ο τύπος μπορεί να μοιάζει με ένοχος, δουλειά των διωκτών του γίνεται το πώς θα στήσουν την ενοχή του κι όχι η ίδια η έρευνα. Επειδή η ιστορία είναι πραγματική, δεν υπάρχει φυσικά σασπένς – ο Ιστγουντ δεν το χρειάζεται. Αυτό που ο σκηνοθέτης χρειάζεται είναι μια βάση για να σου θυμίσει πως δεν πρέπει να βιάζεσαι να κρίνεις και δεν πρέπει να το κάνεις ποτέ με βάση εντυπώσεις, δημοσιεύματα που προκαλούν θόρυβο και μαρτυρίες ανθρώπων που βασίζονται στην ιδιοτέλεια.

Μια ταινία το χρόνο όπως ο Γούντι Αλεν

Ο Ιστγουντ κάνει πλέον μια ταινία το χρόνο: οι ταινίες του ακριβώς επειδή γυρίζονται γρήγορα σου αφήνουν την αίσθηση πως θα μπορούσαν να είναι τεχνικά καλύτερες – αυτό ισχύει και με τις ταινίες ενός άλλου παππού που συνεχίζει να διηγείται ιστορίες, αναφέρομαι στο Γούντι Αλεν. Ομως η διαφορά των δυο παππούδων είναι μεγάλη: ο Γούντι Αλεν μοιάζει παγιδευμένος στο σύμπαν της νιότης του, οι ταινίες του συνήθως είναι γεμάτες από ανθρώπους της δεκαετίας του 80 που αυτός μεταφέρει στο σήμερα. Οι ίδιοι οι θεατές των ταινιών του θυμούνται συχνά τα νιάτα τους, είναι πενηντάρηδες κι εξηντάρηδες κατά βάση – άντε και σαραντάρηδες που για τα 80’ς άκουγαν όταν ήταν μικροί. Οι ήρωες που διαλέγει ο Ιστγουντ αντιθέτως είναι άνθρωποι της εποχής μας – άλλοι έχουν κώδικες μιας τιμής που δεν υπάρχει πια κι άλλοι είναι τελείως αμοραλιστές, αλλά όλοι είναι πρόσωπα υπαρκτά, ακόμα και μέσα στη σπανιότητα τους. Βέβαια όλο αυτό έχει ένα κόστος: ο Ιστγουντ δεν έχει ένα κοινό το οποίο περιμένει τις ταινίες του, που δεν έχουν καν εύκολες φιλελεύθερες και αριστερίστικες ευαισθησίες. Και είναι παράξενο να το λες αυτό αν σκεφτείς ότι ο τύπος γράφει κάθε φορά εδώ και χρόνια μπαλάντες. Χαμηλόφωνες, αλλά με στιχάκια που δύσκολα ξεχνάς…