Η κυρία Κατερίνα μας...

Η κυρία Κατερίνα μας...

Σήμερα ζούμε μια μέρα που θα μπει στις σελίδες της ιστορίας της χώρας: μια αληθινά σπάνια μέρα. Η ελληνική Βουλή ψηφίζει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας μια Ελληνίδα, την ανώτατη δικαστικό κ. Αικατερίνη Σακελαροπούλου, την πρώτη γυναίκα που φτάνει στο υψηλότερο πολιτειακό αξίωμα. Η Βουλή το κάνει με διακομματική συναίνεση: υπέρ της θα ψηφίσουν όλα τα κόμματα που δεν θεωρούν την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας ως ευκαιρία για διαφοροποίηση. Έχω την εντύπωση πως και οι περισσότεροι βουλευτές που δεν θα την ψηφίσουν το κάνουν με κρύα καρδιά. Διότι θα ήθελαν κι αυτοί να συμμετέχουν με την ψήφο τους σε μια εκλογή τόσο συμβολική που ουσιαστικά προάγει την δημοκρατία μας. Σήμερα δεν είναι μια μέρα εκλογής προέδρου, αλλά μια μέρα γιορτής για την Ελληνίδα. Η μεγάλη μέρα της.         

Η επιλογή είναι πάντα μήνυμα

Το γραφα τις προάλλες και στην εφημερίδα. Είναι εντυπωσιακό ότι σε μια χώρα συνηθισμένη να διχάζεται και για τα πλέον ασήμαντα, αυτή τη φορά δεν υπήρχε η παραμικρή σχεδόν ένσταση για την επιλογή της νέας Προέδρου. Η συναίνεση στο πρόσωπο του Προέδρου δεν είναι κάτι σπάνιο: από όσο θυμάμαι στις περισσότερες των περιπτώσεων η εκλογή ενός Προέδρου Δημοκρατίας υπήρξε συναινετική – ίσως γιατί ο ίδιος ο ρόλος το απαιτεί. Από τότε που ο Ανδρέας Παπανδρέου μείωσε τις εξουσίες του Προέδρου, μετατρέποντας ουσιαστικά το πολίτευμα από προεδρική δημοκρατίας σε κοινοβουλευτική, ο Πρόεδρος πρέπει να βγάζει ενωτικούς λόγους, να μιλά σε όλους μας σαν καλός πατερούλης, να θυμίζει ποια πρέπει να είναι η πρέπουσα συμπεριφορά – κι όχι μόνο η πολιτική. Ο πρόεδρος είναι ο πρώτος πολίτης της χώρας, αλλά είναι συγχρόνως και κάτι μοναδικό κι αυτό περιέργως μικραίνει τη σημασία του ρόλου του: κανείς δεν μπορεί να τον μιμηθεί, κανείς δεν μπορεί κάτι να περιμένει – είναι παράδειγμα ορθότητας, αλλά όχι και δράσης. Ως εκ τούτου το κριτήριο της επιλογής του Προέδρου είναι συνήθως πιο σημαντικό στην ιστορία της εκλογής του - καμιά φορά και από τη θητεία του.

Όταν ο Παπανδρέου διάλεξε τον κ. Χρήστο Σαρτζετάκη καταλάβαμε ότι μπαίνουμε σε μια φάση διχαστικής ρητορικής. Όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επανέφερε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή έγινε κατανοητό ότι η δεξιά παράταξη έχει στο πρόγραμμά της και κάμποσο ρεβανσισμό μετά από χρόνια στην αντιπολίτευση. Όταν ο Ανδρέας (με τον τότε αρχηγό της Πολιτικής Ανοιξης κ. Αντώνη Σαμαρά) ψήφισαν τον Κωστή Στεφανόπουλο διαπιστώσαμε πως και οι δυο δεν ήθελαν τότε εκλογές – αλλά αυτό ήταν και το μόνο που καιροσκοπικά τους ένωνε. Κι όταν ο Τσίπρας ψήφισε τον Προκόπη Παυλόπουλο, όσοι περίμεναν μια αριστερή κυβέρνηση με τόλμη και φαντασία, διαπίστωσαν απλά  ότι ματαιοπονούσαν: η επιλογή ήταν απλά πολιτικάντικη – ένα από τα πολλά σχέδια του προηγούμενου πρωθυπουργού να διχάσει τη Νέα Δημοκρατία, λες και το τότε πρόβλημα της χώρας ήταν αυτό.

Η επιλογή της Σακελαροπούλου αιφνιδίασε: το καταλαβαίνεις στα σχόλια όσων ήταν έτοιμοι να γράψουν ότι ο Μητσοτάκης απογοήτευσε. Ο πρωθυπουργός λειτούργησε απρόβλεπτα, έδειξε τόλμη, φέρνει στην προεδρεία ένα πρόσωπο που δεν είναι πολιτικός και δεν εκπροσωπεί το πολιτικό μας σύστημα και τις βαρονίες του. Είναι το είδος της επιλογής που θα πρεπε να κάνει κάποτε ο Τσίπρας στέλνοντας το μήνυμα ότι η χώρα πρέπει να γυρίσει σελίδα, να ψάξει υπερβάσεις. Η εκλογή της πρώτης Ελληνίδας στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας εμπεριέχει ένα βαθύ συμβολισμό: σου επιτρέπει για πρώτη φορά να πιστεύεις ότι ακολουθεί μια νέα εποχή με ένα αεράκι ανανέωσης. Η πρώτη μεταπολιτευτική μας δημοκρατία κάπου εδώ αληθινά ολοκληρώνεται.

Η αντροκρατούμενη δημοκρατία μας

Η Ελλάδα στην διάρκεια της συκοφαντιμένης Μεταπολίτευσης έζησε την πρώτη περίοδο πραγματικής Δημοκρατίας, χωρίς αποκλεισμένους, χωρίς ιδιώνυμα, χωρίς εξόριστους. Αυτή πρώτη μεταπολιτευτική δημοκρατία μας ήταν λογικό να είναι αντροκρατούμενη – ας μην ξεχνάμε ότι είχε προηγηθεί μια δικτατορία, ένας εμφύλιος κι ένας εθνικός διχασμός. Η χώρα εμπιστεύθηκε πολιτευτές με πείρα, γόνους οικογενειών και παιδιά των λαϊκών κινημάτων για να σταθεί στα πόδια της αλλάζοντας σελίδα: αυτοί ήταν άντρες γιατί έπρεπε να υπάρχει μια κάποια συνέχεια με τα προηγούμενα. Με τον καιρό η ανδροκρατούμενη δημοκρατία μας απέκτησε τα κουσούρια του αρσενικού νεοέλληνα. Οι φωνές αντικατέστησαν τις προτάσεις, οι μαγκιές μπήκαν στην ημερήσια διάταξη, οι προσπάθειες να βρεθούν όσα μας ενώνουν πήγαν στην άκρη γιατί «ο άντρας πάντα ξέρει και ξέρει μόνο αυτός». Κάθε ευαισθησία σχεδόν χλευάστηκε, κάθε συγκατάθεση έμοιαζε με αδυναμία, το αντρικό «εδώ και τώρα» έγινε από σύνθημα τρόπος ζωής και το «παραμύθι», αυτή η πατροπαράδοτη αντρική Τέχνη, έγινε τρόπος πολιτικής. Στο τέλος όλη αυτή η τελματώδη αντρίλα οδήγησε σε διλλήματα της πλάκας, όπως το αν πρέπει ή δεν πρέπει ο πρωθυπουργός να φοράει γραβάτα.

Η χώρα φώναζε και φωνάζει ότι έχει ανάγκη από λίγη γυναικεία αισθητική, λίγη γυναικεία φροντίδα, λίγο γυναικείο προβληματισμό, λίγη θηλυκή, δηλαδή παραγωγική σκέψη. Οι Ελληνίδες είναι πλέον ασταμάτητες: πρωτεύουν στα πανεπιστήμια, είναι τρομερές αθλήτριες, ξεχωρίζουν ολοένα και περισσότερο με τη δράση τους στους επιχειρηματικούς χώρους. Και έχουν πάψει πια να μιμούνται τους άντρες – ευτυχώς κατάλαβαν πως οι περισσότεροι είμαστε μάλλον παραδείγματα προς αποφυγή.             

Η Ελληνίδα του χθες και του σήμερα  

Ο Χρήστος Χωμενίδης σε ένα καταπληκτικό κείμενό του το περασμένο Σάββατο στα Νέα συνδέει την εκλογή της πρώτης Ελληνίδας Προέδρου με την ίδια την ιστορία της γυναικείας χειραφέτησης στην Ελλάδα. «Ο αγώνας για τη γυναικεία απελευθέρωση εκτείνεται σε βάθος αιώνων» γράφει και τονίζει πως «Με την ανάδειξη της Κατερίνας Σακελαροπούλου στο κορυφαίο πολιτειακό αξίωμα τιμώνται οι καπετάνισσες του 1821, καθώς και οι ηρωίδες των ειρηνικών καιρών. Η πρώτη Ελληνίδα συγγραφέας Ελισάβετ Μαρτινέγκου και η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος Ελένη Μπούκουρα – Αλαταμούρα. Η Κυβέλη, η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Ελένη Παπαδάκη, η Κατίνα Παξινού, πρωθιέρειες του θεάτρου, οι οποίες - πόσο παράδοξο ηχεί! -  δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Η φλογερή φεμινίστρια Καλλιρόη Παρρέν, η Πηνελόπη Δέλτα, η Ευα Παλμερ – Σικελιανού. Οι αγωνίστριες Αύρα Θεοδωροπούλου, Μαρία Σβώλου, Χρύσα Χατζηβασιλείου. Η Ελένη Σκούρα, που το 1953 εξελέγη βουλευτής μόνη ανάμεσα σε 299 άντρες και η Λίνα Τσαλδάρη, που το 1956 ανέλαβε Υπουργός κοινωνικής πρόνοιας. Τιμώνται κυρίως εκατομμύρια Ελληνίδες που τα ταλέντα τους δεν αξιοποιήθηκαν, που οι προσωπικότητες τους τσακώθηκαν, πολύ συχνά ισοπεδώθηκαν εξαιτίας των περιορισμών και των προκαταλήψεων». Ο Χωμενίδης έχει δίκιο, αλλά θα πρόσθετα ταπεινά πως πέρα από την απελευθέρωση υπάρχει και η ίδια η γυναικεία προσφορά και η ίδια η γυναικεία πρόοδος, που τιμώνται στο πρόσωπο της νέας Προέδρου. Εκτός από το παρελθόν υπάρχει δηλαδή και το σήμερα.

Σε χρόνο ρεκόρ

Σήμερα τιμάμε την Ελληνίδα που δεν σταματά να προοδεύει, που ζει την εποχή της, που φτάνει σε ανώτατα αξιώματα παντού, που αλλάζει τη ζωή της και τη ζωή όσων την αγαπούν θεαματικά. Σήμερα παραδεχόμαστε με πολλά χρόνια καθυστέρηση ότι η Ελληνίδα είναι ένα πλάσμα εξαιρετικό, υπέροχο, πανάξιο. Δεν είναι απλά η μητέρα μας, η αδερφή μας, η κοπέλα μας, η γυναίκα μας που τόσο αγαπάμε, αλλά είναι μια γυναίκα δυναμική και δυνατή, με ικανότητες αξιοζήλευτες και θεαματικές. Όχι μια πρώτη κυρία, αλλά μια πραγματική κυρία.

Ο Χωμενίδης λέει ότι την νέα πρόεδρο σε χρόνο ρεκόρ θα αρχίσουμε να την αποκαλούμε απλά «Κατερίνα». Είναι το μόνο σημείο που διαφωνώ. Όχι Κατερίνα. Κυρία Κατερίνα. Κυρία Κατερίνα μας.