Η γοητευτική τρέλα του Ρομπέρτο Μαντσίνι

Η γοητευτική τρέλα του Ρομπέρτο Μαντσίνι

Χάρη στο βραδινό ματς της Εθνικής μας ομάδας με τους Ιταλούς, για το οποίο ομολογώ ότι έχω μεγάλη περιέργεια, ήρθε στην Αθήνα ένα είδωλό μου, ο Ιταλός ποδοσφαιριστής που έχω λατρέψει περισσότερο από όλους όσους έχω δει με τα μάτια μου στα γήπεδα, δηλαδή ο Ρομπέρτο Μαντσίνι. Δυστυχώς για όποιον αγαπάει το ποδόσφαιρο ο Μαντσίνι δεν είναι πλέον ποδοσφαιριστής: σήμερα είναι ο ομοσπονδιακός προπονητής της Εθνικής Ιταλίας. Προπονητές μπορεί να δει κανείς πολλούς, ποδοσφαιριστή σαν τον Μαντσίνι δύσκολα θα ξαναδούν όμως και οι Ιταλοί και οι φίλοι τους.

Η γοητευτική τρέλα

Τους έχω δει στο γήπεδο όλους τους μεγάλους Ιταλούς μεσοεπιθετικούς από το 1990 και μετά: όλοι ήταν εξαιρετικοί και σπάνιοι. Ο Ρομπέρτο Μπάτζιο είχε τρόπους να δημιουργεί και να τελειώνει φάσεις που ελάχιστοι είχαν τον καιρό που μεσουρανούσε: μπορούσε να χαθεί από το γήπεδο και να εμφανιστεί ξαφνικά για να τελειώσει το ματς. Ο Ντελ Πιέρο είχε την πιο πολυτάραχη καριέρα: είχε αναστηθεί τουλάχιστον τρεις φορές επιστρέφοντας, όταν όλοι τον θεωρούσαν τελειωμένο – ήταν ένα χαρισματικό παιδί και τέτοιο έμεινε. Ο Τότι έκανε κόσμο να παραληρεί από την πρώτη στιγμή που πάτησε το γήπεδο. Ο Ρομπέρτο Ντοναντόνι  ήταν ένα «δεκάρι» που έπαιζε στα δεξιά, θέτοντας το ταλέντο του στην υπηρεσία της ομάδας, όσο κανείς. Αλλά ο Μαντσίνι ήταν ο μόνος που συνδύαζε όλα αυτά: έπαιζε πιο πολύ από τον Μπάτζιο, κέρδισε πιο πολύ από τον Τότι, ήταν αρχηγός ενός ο Ντελ Πιέρο δεν ήταν, και σκόραρε πιο πολύ από τον Ντοναντόνι. Κυρίως είχε μια παράξενη γοητευτική τρέλα, που πάντα τον καθιστούσε μοναδική περίπτωση.

Το μόνο που θα ήθελε

Ολοι θυμούνται τα πρωταθλήματα του Ντιέγκο Μαραντόνα στη Νάπολι – και δικαίως, αφού ο Αργεντίνος έκανε ένα θαύμα. Όμως τα θαύματα του Μαντσίνι δεν ήταν μικρότερα: ειδικά το πρωτάθλημα που κατέκτησε το 1991 με την Σαμπντόρια ήταν και παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα που έχω δει στην ζωή μου. Η Σαμπ κέρδισε το πρωτάθλημα έχοντας απέναντί της τέσσερεις τουλάχιστον μεγάλους αντιπάλους: τη Νάπολι του Μαραντόνα, που διέλυσε στο Σαο Πάολο με 1-4 υποχρεώνοντας τους οπαδούς της να σηκωθούν και να την χειροκροτήσουν όλοι στο τέλος του ματς, την Γιουβέντους του Ρομπέρτο Μπάτζιο, την ασταμάτητη  Μίλαν των Ολλανδών που προερχόταν από δυο κατακτήσεις του κυπέλλου Πρωταθλητριών στη σειρά και την Ιντερ των Γερμανών που την κυνήγησε μέχρι τέλους – τρεις αγωνιστικές πριν το φινάλε λειτούργησε σαν θεαματικός επίλογος εκείνου του ιστορικού πρωταθλήματος η νίκη της Σαμπντόρια με 2-0 στο Σαν Σίρο. Επιπλέον, αντίθετα από τη Νάπολι και όποια άλλη ιταλική ομάδα χρειάστηκε μια υπέρβαση για να κερδίσει ένα τίτλο, η Σαμπ τίμησε το πρωτάθλημά που κέρδισε φτάνοντας στον τελικό του κυπέλλου πρωταθλητριών: τον Μάιο του 1992 έχασε στην παράταση από τη Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ – νικήθηκε από ένα γκολ του Κούμαν κι ο Μαντσίνι λέει ότι αυτό και μόνο το ματς είναι το μόνο που θα ήθελε να ξαναπαίξει στην ζωή του. Σε όλο αυτό τον κύκλο των μεγάλων επιτυχιών, που είχε ξεκινήσει από το 1989 με κατακτήσεις κυπέλλων στην Ιταλία και στην Ευρώπη, ο Μαντσίνι ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής κι ας του έβαζαν πάντα δίπλα οι Ιταλοί τον Τζιανλούκα Βιάλι: οι δυο τους δεν συγκρίνονταν. Τη χρονιά του πρωταθλήματος μάλιστα ο Βιάλι αρχικά δεν αγωνιζόταν καν εξαιτίας ενός τραυματισμού: ο Μαντσίνι είχε κουβαλήσει την ομάδα σχεδόν μόνος του – οι ξένοι της Σαμπντόρια (ο Κάτανετς, ο Σερέζο και ο Μιχαϊλιτσένκο) ήταν ρολίστες – ο μεγάλος Μίχα είχε κάνει ελάχιστα.

Η παθολογική τρέλα του

Ο Μαντσίνι είχε μια παθολογική τρέλα για τη φανέλα με το «10» - ισχυρίζεται ότι την πρωτοφόρεσε όταν ήταν έξι χρονών! Η μαγεία του «10» καθόρισε το παιγνίδι του – δεν έχω δει κανένα «δεκάρι» περισσότερο «δεκάρι». Ο τύπος κατέβαζε και μοίραζε τη μπάλα, δημιουργούσε και σκόραρε, χτυπούσε φάουλ και έδινε τελικές πάσες που χόρτασαν ψωμί ένα σωρό σέντερ φορ: μαζί του έκαναν τις καλύτερες χρονιές της καριέρας τους στο καμπιονάτο όλοι. Ο Βιάλι ήταν κυρίως δικό του δημιούργημα, αλλά όλοι κέρδισαν: ο Μάρκο Μπράνκο, ο Κιέζα, ο Καζιράγκι, ο Σάλας, ο Ιντζάγκι, ο Ρουντ Γκούλιτ τη χρονιά που στη Σαμπντόρια έπαιξε σέντερ φορ. Όλα αυτά ο Μάντσιο τα συνδύαζε με μια τρομακτικά απαιτητική συμπεριφορά: δεν έχω δει ανάλογο αρχηγό. Ο τύπος έφτιαξε μια καριέρα μόνος του και είχε λόγο για όλα από τότε που στα 18 του εμφανίστηκε στην Μπολόνια. Ακόμα και στην προπόνηση η δική του φωνή ακουγόταν περισσότερο από του προπονητή – άλλωστε οι προπονητές με τους οποίους δούλεψε πίστευαν πάντα ότι είχαν αυτόν και άλλους δέκα. Ο Μπόσκοφ κι ο Ερικσον του χρωστάνε τις καριέρες τους: μόνο με αυτόν κέρδισαν.

Ούτε και πρόκειται

Το θυμάμαι στα 32 του χρόνια να αφήνει τη Σαμπ και να κατηφορίζει στη Ρώμη για να παίξει με τη Λάτσιο. Λέγαμε ότι ήρθε για το εφάπαξ. Την πρώτη χρονιά πήρε το κύπελλο ως απόλυτος πρωταγωνιστής σε ένα τελικό που η Λάτσιο βρέθηκε με δυο γκολ στην πλάτη κι έβαλε τρία στο τελευταίο μισάωρο. Τη δεύτερη του χρονιά η Λάτσιο έχασε το πρωτάθλημα γιατί αυτός είχε ένα τραυματισμό. Την τρίτη του, στα 35 του, κάθε φορά που πατούσε το γήπεδο η ομάδα του Ερικσον μεταμορφωνόταν. Είχε φοβερούς συμπαίκτες τότε – είναι αλήθεια: αλλά ούτε ο Νέντβεντ, ούτε ο Βερόν, ούτε ο Σάλας δεν είχαν το δικό του χάρισμα. Κάποτε είχα ρωτήσει τον Σέρτζιο Κρανιότι ποια ήταν η πιο μεγάλη μεταγραφή που είχε κάνει. «Ο Μαντσίνι» μου είπε. «Ηρθε κι έβαλε μυαλό σε μια ομάδα που είχε όλα τα υπόλοιπα, αλλά χωρίς αυτό δεν μπορούσε να λειτουργήσει». Ο Μαντσίνι είχε προσωπικότητα, κλάση, απίστευτα γερή κράση και μια και μόνη απαίτηση: να είναι αυτός το νούμερο 1. Όταν ήρθε στη Λάτσιο βρήκε τον Μπέπε Σινιόρι, τρεις φορές πρώτο σκόρερ του ιταλικού πρωταθλήματος. Τον έδιωξε σε τρεις μήνες! Η εξέδρα διαμαρτυρήθηκε: έβλεπαν αρχικά όλοι σε αυτόν τον αρχηγό της Σαμπ, ένα ξένο. Ο Μαντσίνι κέρδισε μόνος του το πρώτο ντέρμπι που έπαιξε κόντρα στη Ρόμα: η Λάτσιο έπαιζε με 10 παίκτες από το έβδομο λεπτό του ματς και κέρδισε με 3-1! Κανείς ποτέ δεν ξαναμίλησε. Εκείνη την πρώτη  του χρονιά στη Ρώμη η Λάτσιο κέρδισε τη Ρόμα σε τέσσερα ντέρμπι: δεν έχει ξαναγίνει, ούτε και πρόκειται.

Σπάνια στην Εθνική Ιταλίας

Ο απίστευτος εγωισμός του και η μοναδική του ξεροκεφαλιά είχαν φυσικά και επιπτώσεις: ο τύπος δεν θεώρησε ποτέ ομάδα του την Εθνική Ιταλίας. Κλήθηκε σε αυτή στα 19 του, αλλά σε μια περιοδεία στην Αμερική το σκασε από το ξενοδοχείο για να δει τη Νέα Υόρκη – ο Μπέαρζοτ τον τιμώρησε και δεν τον ξανακάλεσε για δυο χρόνια περίπου. Εκανε ένα μόνο μεγάλο τουρνουά (το Πανευρωπαϊκό του 1988), και το 1994 αρνήθηκε να πάει στις ΗΠΑ γιατί ο Σάκι του ζητούσε να παίζει φορ. Ο Μαντσίνι του απάντησε ότι θα το κάνει μόνο αν τον αφήσει να παίζει με τη φανέλα της Σαμπντόρια – ο ίδιος λέει ότι δεν έγινε έτσι, μικρή σημασία έχει, το κακό για τον Σάκι είναι ότι έχασε και τον Λομπάρντο που από την Εθνική προτίμησε τον αρχηγό του! Εκτοτε ο «Μάντσιο» εθνική δεν ξανάπαιξε ποτέ – όλες κι όλες οι συμμετοχές του είναι καμιά τριανταριά. Είναι παράξενο ότι σήμερα είναι προπονητής σε μια ομάδα που δεν γούσταρε. Είναι παράξενο γενικά αυτός ο γεννημένος ποδοσφαιριστής να είναι προπονητής. Κυρίως γιατί κανείς προπονητής δεν φοράει τη φανέλα με το «δέκα»…