Η γοητεία και η δύναμη του σεναρίου...

Η γοητεία και η δύναμη του σεναρίου...

Μετά το θρίαμβο της νοτιοκορεάτικης ταινίας «Παράσιτα» δυο συζητήσεις γίνονται στον κόσμο ολόκληρο: η πρώτη αφορά την ίδια την ταινία και το γιατί κέρδισε και η δεύτερη αφορά τα Οσκαρ και το αν και κατά πόσο άλλαξαν. Για όποιον αγαπά το σινεμά έχουν ενδιαφέρον και οι δυο.

Η πρώτη μη αγγλόφωνη ταινία

Ο θρίαμβος της ταινίας του Μπονγκ Τζουν-Χο ήταν μια έκπληξη, όχι όμως μια μεγάλη έκπληξη: ήδη από τη βραδιά που τα «Παράσιτα» είχαν φύγει με βραβεία από τις Χρυσές Σφαίρες είχαμε αρχίσει όλοι να υποψιαζόμαστε ότι μπορεί να ζήσουμε κάτι ιστορικό – δηλαδή τον απόλυτο θρίαμβο μιας ταινίας που στην Αμερική έχει κυκλοφορήσει με υπότιτλους. «Αν ξεπεράσουμε αυτό το εμπόδιο μπορεί να συμβούν τα πάντα» είπε ο ιδιοφυής Τζουν-Χο γνωρίζοντας αυτό που οι περισσότεροι ξέραμε, ότι δηλαδή υπογράφει την καλύτερη ταινία της χρονιάς. Μια ταινία που επανάφερε στο κέντρο της προσοχής κάτι που στο σινεμά ήταν και παραμένει πάντα σημαντικό: τη δύναμη του σεναρίου, ενός σεναρίου που ήταν πρωτότυπο, πανέξυπνο, γεμάτο εκπλήξεις και με ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης που βοηθούσε την ταινία να αποκτήσει μια επικαιρότητα θα λεγα παγκόσμια.

Το μυστικό ήταν το σενάριο

Σε αυτό το σενάριο οφείλεται ο θρίαμβος αυτός και για να το καταλάβετε δεν έχετε παρά να δείτε τις άλλες ταινίες που ήταν υποψήφιες. Το σενάριο του εκπληκτικού τεχνικά «1917» περιγράφεται σε τρεις γραμμές – όπως συμβαίνει με τις περισσότερες ιστορίες πολεμικού ηρωϊσμού. Η «Ιστορία γάμου» έχει την ίδια απλοϊκότητα μολονότι αφορά κάτι ολότελα διαφορετικό: κι εδώ οι πράξεις και η ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την ιστορία που είναι μια ιστορία χωρισμού – απλή θα λεγα. Το «Ford vs. Ferrari» είναι μια πραγματική ιστορία και καμία πραγματική ιστορία, όσο πρωτότυπη κι αν είναι, δεν εμπεριέχει κάποιο στοιχείο έμπνευσης. Έμπνευση, με βάση πραγματικά περιστατικά, είχε το «Κάποτε στο Χόλυγουντ», αλλά η ειρωνική διάθεση με την οποία ο Κουεντίν Ταραντίνο αντιμετώπισε την πραγματικότητα  αυτή τη φορά δεν εντυπωσίασε: φάνηκε μάλλον εύκολη – η ταινία δεν απαντά καν στην ερώτηση, γιατί η πραγματική ιστορία, που ως ένα σημείο περιγράφει, θα πρεπε να είναι τόσο διαφορετική. Ο «Ιρλανδός» βασίζεται σε ένα βιβλίο, όπως και οι αφόρητα βαρετές «Μικρές Κυρίες». Σενάριο έχει το «Jojo Rabbit», που όχι τυχαία κάτι κέρδισε κι αυτό. Αλλά δεν έχει την εσωτερική ένταση και την πολυπλοκότητα των «Παράσιτων» - μοιάζει μια ταινία για προβληματισμένα δεκατεσσάχρονα, η απόλυτη και βαριά ήττα της κωμωδίας από το μελό που μπαίνει από την πίσω πόρτα.

Το σενάριο των «Παράσιτων» είναι ένα κομψοτέχνημα και δεν επιτρέπει στην ταινία να μπει σε καμία κατηγορία: η ταινία του Μπονγκ Τζουν-Χο έχει ένα υπόγειο χιούμορ που όμως δεν σου επιτρέπει να τη δεις σαν κωμωδία, έχει πολλά εσωτερικά δράματα χωρίς ποτέ να κατρακυλά στο μελό, έχει αγωνία χωρίς να είναι θρίλερ, έχει τα πάντα όπως συχνά συμβαίνει και με τη ζωή την ίδια. Και την ίδια στιγμή ως ταινία έχει μια εξαιρετικότητα: η ιστορία των ανθρώπων που περιγράφει δεν είναι από αυτές που θεωρούνται συνηθισμένες, μολονότι οι βασικοί πρωταγωνιστές της είναι άνθρωποι απλοί – και οι φτωχοδιάβολοι και οι πλούσιοι.

Το Χόλυγουντ βραβεύοντας τα Παράσιτα έρχεται να θυμίσει στους Αμερικάνους παραγωγούς πως έχουν σταματήσει να βρίσκουν σπάνιες ανθρώπινες ιστορίες κι έχουν ξεχάσει τη δύναμή τους. Θυμίζει επίσης ότι ένα σενάριο μπορεί να βοηθήσει ένα σκηνοθέτη να κάνει μια υποδειγματική δουλειά, χωρίς αυτός να χρειάζεται να χρησιμοποιήσει ιδιαίτερους τρόπους αφήγησης – ανάμεσα στην επίδειξη τεχνικής του Μέντεζ στη σκηνοθεσία και την σκηνοθετημένη απλή εξιστόρηση του Μπονγκ Τζουν-Χο βράβευσε τον δεύτερο γιατί πάντα το Χόλυγουντ αγαπούσε τους παραμυθάδες πιο πολύ από τους τεχνίτες. Και γιατί, ειδικά στο σινεμά, μερικές φορές η απλότητα της αφήγησης είναι ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος για να διηγηθείς καταπληκτικές ιστορίες, αρκεί τέτοιες να υπάρχουν.

Μια παγκόσμια ιστορία

Ομολογώ ότι ερωτεύτηκα τα «Παράσιτα» κι ο έρωτάς μου για την κορεάτικη ταινία υπήρξε κεραυνοβόλος – έστειλα πάρα πολλούς να την δουν όλο το χειμώνα και κανείς δεν μου εξέφρασε το παραμικρό παράπονο. Τα «Παράσιτα» θριάμβευσαν γιατί είναι μια ιστορία παγκόσμια – η ταινία θα μπορούσε να έχει γυριστεί σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου: και πάλι θα μας άρεσε και θα μας αφορούσε. Ένας λόγος είναι ότι περιγράφει το σήμερα με ένα τρόπο που ξεπερνά την ευκολία της καταγγελίας – όπως δηλαδή έκανε το «Τζόκερ». Εδώ οι άνθρωποι είναι πραγματικοί όπως πραγματικός είναι και ο αγώνας τους για ζωή – δεν μιλάμε για κακομοίρηδες, αλλά για πανέξυπνους αγωνιστές. Ο Μπονγκ Τζουν-Χο μάλιστα, υπονομεύει ακόμα και το προβλέψιμο πικρό φινάλε, στήνοντας ένα δισυπόστατο τέλος κι αφήνοντας στο θεατή, κατά κάποιο τρόπο, το δικαίωμα να τελειώσει την ιστορία όπως θέλει, αν έχει όρεξη να το κάνει. Ετσι κι αλλιώς ο θεατής έχει περάσει τόσο ωραία που μπορεί να προτιμήσει να κρατήσει εικόνες, σκηνές και προβληματισμούς. Κι αυτό είναι που στο αληθινό σινεμά μετράει.

Κι όμως όλα άλλαξαν

Αλλαξαν τα Οσκαρ; Νομίζω ναι. Οι Αμερικάνοι κατάφεραν να δώσουν στο πανηγυράκι τους το χαρακτήρα μιας παγκόσμιας γιορτής – το χουν καταφέρει χρόνια τώρα. Αλλά ανοίγοντας την πόρτα της παγκοσμιοποίησης έχασαν τον έλεγχο: συμβαίνει πάντα όταν κάτι γίνεται παγκόσμιο. Η διεύρυνση της εκλογικής βάσης φέρνει κι απρόβλεπτα αποτελέσματα.  Φέτος τα φαβορί για το Οσκαρ καλύτερης ταινίας ήταν μια ταινία από τη Νότιο Κορέα και μια από την Ευρώπη – το 1917. Η δυνατότερη αμερικάνικη πρόταση, το «Κάποτε στο Χόλυγουντ», ήταν μια ταινία ενός πανέξυπνου Αμερικάνου που με το Χόλυγουντ παίζει, το ειρωνεύεται περισσότερο από όσο το αγαπάει. Οι παραγωγές του Netflix είναι από μόνες της η απόδειξη ότι η κάποτε κραταιά αμερικανική βιομηχανία κινηματογράφου περιμένει τα χρήματα της τηλεόρασης και του διαδικτύου. Ο «Ιρλανδός» που κάποτε θα κέρδιζε ως ένα απόλυτο αμερικάνικο έπος είναι μια ταινία ηλικιωμένων ανθρώπων: η νέα, δυναμική, τολμηρή, δημιουργική Αμερική ήταν και φέτος απούσα. Η τόλμη της περιορίζεται στο «Τζόκερ», δηλαδή στην προσπάθεια της δικαιολόγησης της γέννησης ενός υπέρτατου κακού – η έμπνευση και στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν φτωχή, παρά το ρεσιτάλ του Γιοακίμ Φίνιξ.

Ανίκανη να καταπλήξει, η Αμερική πολιτικολογεί: οι μπηχτές στον Τραμπ, η έκφραση της ανάγκης να βραβευτούν γυναίκες που κάνουν τη δουλειά του σκηνοθέτη, οι λόγοι των νικητών με τα υπόγεια νοήματα, είναι ευκολίες που δεν έκαναν τη βραδιά ενδιαφέρουσα – για αυτό και η τηλεθέαση ήταν σχετικά μικρή. Πλησιάζει η μέρα που όχι απλά τα Οσκαρ θα τα κερδίζουν οι ξένοι, αλλά και που οι απονομές θα γίνονται σε χώρες διαφορετικές. Αν οι Αμερικάνοι δεν βρουν τους χαμένους τους παραμυθάδες και τους λαμπερούς τους σταρ θα χάσουν τα βραβεία τους. Τα «Παράσιτα» τους θυμίζουν ότι ο κόσμος του σινεμά δεν είναι πλέον ο δικός τους. Είναι μάλιστα ειρωνικό, αλλά πραγματικό, το ότι ο κόσμος τους είναι ο δικός μας αληθινός κόσμος.