Φλερτάροντας με τη συμφορά…

Φλερτάροντας με τη συμφορά…

Όταν βγήκαμε από την καραντίνα το σύνθημα ήταν ότι «πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον ιό».  Είχαμε, ως κοινωνία, μια εξαιρετική συμπεριφορά στις μέρες της καραντίνας και για αυτό δεν θρήνησε πολλά θύματα, αλλά πολύ γρήγορα αυτό ξεχάστηκε. Μεταβάλαμε σε χρόνο ρεκόρ και το modus vivendi. Το «πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον ιό» έγινε «πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε, σαν ο ιός να μην υπάρχει». Η διαφορά είναι τεράστια. Το να ζεις με τον ιό σημαίνει να προσέχεις, να τηρείς κανόνες, να μην ξεχνάς την δολοφονική του συμπεριφορά. Το να ζεις «σαν ο ιός να μην υπάρχει» σημαίνει να χλευάζεις τα μέτρα, να ζητάς την αναθεώρησή τους, να αδιαφορείς για όλα και να έχεις διαγράψει από τη μνήμη σου ό,τι προηγήθηκε. Βρισκόμαστε σε αυτό ακριβώς το στάδιο.

Η αρχή έγινε με το είδος της συμπόνιας που δείξαμε σε όσους έπρεπε να επιστρέψουν στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Δικαίως χαρήκαμε γιατί ξανάνοιξαν τα καφέ, τα εστιατόρια, τα θερινά σινεμά, τα μπαρ, οι παραλίες: πολλά μας είχαν λείψει. Ωστόσο σε χρόνο ρεκόρ αποδεχθήκαμε ότι θα θέλαμε αυτή η επιστροφή να γίνει χωρίς κανόνες: οι μαγαζάτορες που τηρούσαν ευλαβικά  το πρωτόκολλο, άρχισαν να παρακινούνται από μας τους ίδιους να μην το κάνουν. Το προηγούμενο «πρόσεχε», έγινε σε χρόνο ρεκόρ «έλα μωρέ». Την αρχή έκαναν οι πιτσιρικάδες που μαζευόντουσαν στις πλατείες, ακολούθησαν οι γιαγιάδες που άρχισαν να τρέχουν στις εκκλησίες, μετά οι ωραίοι και οι ωραίες που άρχισαν να γεμίζουν τα μπιτς μπαρ. Όταν κάποια έκλεισαν, το κύμα υποστήριξης όσων παραβίασαν κανόνες μπορεί να μην ήταν τεράστιο, όμως οι απορίες ήταν διάχυτες. Μήπως τελικά το Κράτος μας υπερβάλει; Μήπως δεν χρειάζεται αστυνομική επιτήρηση για να τηρηθούν μέτρα υγιεινής; Μήπως το πράγμα πέρασε και επομένως δεν χρειάζεται πια τόση ενημέρωση; Μόνοι μας αρχίσαμε τις ερωτήσεις, χωρίς πλέον να ακούμε τους ειδικούς, και μόνοι μας απαντάμε και σε αυτές. Και όταν εμείς απαντάμε, όπως πάντα δίνουμε απαντήσεις που μας βολεύουν.

Εν συνεχεία ξεκίνησε η προσπάθεια κάτι να σωθεί από την τουριστική σεζόν. Αρχισαν να γίνονται κανονικά οι πτήσεις - φυσικά άνοιξαν και τα σύνορα. Πώς να γίνουν τεστ σε όλους; Πως θα μπορούσαν δειγματοληπτικά να ελεγχθούν όσοι στην Ελλάδα θέλουν να ρθουν; Αντίθετα από τις προηγούμενες ερωτήσεις αυτές δεν τις κάναμε εμείς – τις έκαναν ειδικοί που ανησυχούν. Οι απαντήσεις δεν δόθηκαν ή μάλλον χρησιμοποιήθηκε ως απάντηση η οικονομία και η δύναμή της. «Θα πάρουμε το ρίσκο γιατί είμαστε μια ασφαλής χώρα». Εμείς είμαστε. Αλλά η γειτόνισσα Σερβία, έτσι όπως τα κατάφερε, δεν είναι πιά.

Και στο μεταξύ προέκυψαν και άλλες απαιτήσεις. Ο λαός τραγούδι θέλει και θέλει και πανηγύρια. Και γήπεδα ανοιχτά σε όλους. Και πορειες στο κέντρο. Και γάμους με 150 καλεσμένους. Κι άνοιξαν ακόμα και τα μπουζούκια - δεν είναι αυτό ένα σημάδι πως επιτρέψαμε στην κανονικότητα; Όχι δεν είναι. Και το αποδεικνύουν τα κρούσματα που όχι μόνο αυξάνουν, αλλά και διαχέονται.

Σιγά σιγά αρχίσαμε πάλι να ξαναφοβόμαστε. Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά αυτό το φόβο προσπαθούμε να τον κρύψουμε κι απλά αν το πράγμα ξεφύγει θα είμαστε έτοιμοι να τα βάλουμε με το Κράτος. Αυτή είναι η ιστορία ενός ανομολόγητου φόβου και μιας φοβιτσιάρικης ανεμελιάς που διατρέχει το εφετινό καλοκαίρι. Φοβισμένοι κι ανέμελοι πορευόμαστε εντός της ραστώνης του συζητώντας τι θα γίνει το φθινόπωρο. Μα αυτό που πρέπει να γίνει είναι να συμβεί ότι δεν κάνουμε τώρα. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον ιό. Αλλά το ξεχάσαμε. Και τα κρούσματα αυξάνουν.

Ειλικρινά δεν θυμάμαι μια τόσο περίεργη κατάσταση και ομολογώ ότι δεν έχω τον τρόπο να την περιγράψω ενώ την παρακολουθώ με αγωνία. Οι ίδιοι άνθρωποι που δηλώνουν πως δεν φοβούνται τίποτα πια «γιατί πάει ο κορωνοϊός πέρασε», σε ρωτάνε γεμάτοι φόβο αν θα ξανακλείσουν τον φθινόπωρο τα πάντα, λες κι εσύ ξέρεις! Οι ίδιοι που μπορεί να συμφωνούν ότι «lockdown δεν πρόκειται να ξαναγίνει γιατί δεν θα το αντέξουμε και θα γίνει χαμός» ανησυχούν για την αύξηση των κρουσμάτων και δεν θα είχαν πρόβλημα να ξανακλείσουν τα σύνορα. Οι ίδιοι που παίρνουν καραβάκια για τριήμερα, χωρίς να νοιάζονται για το γεγονός ότι δεν τηρούνται τα μέτρα ασφαλείας, σου προτείνουν τον αγκώνα γελώντας, γιατί τους φαίνεται διασκεδαστικό – τρέμουν ακόμα τη χειραψία αλλά δεν το λένε. Οι ίδιοι που συμπεριφέρονται σαν να μην έχει συμβεί τίποτα και αγκαλιάζονται μεταξύ τους παριστάνοντας τους παλληκαράδες, επαινούν τον Σωτήρη Τσιόδρα γιατί ήταν ο μόνος που φορούσε μάσκα σε πρόσφατη κυβερνητική σύσκεψη. Κι ας μην βάζουν τη δική τους.

Αδυνατούμε να προσαρμοστούμε στην τωρινή πραγματικότητα γιατί δεν είχαμε πολλά θύματα όπως άλλες χώρες – και πάλι καλά. Από την άλλη η δυσκολία μας αυτή είναι και κάτι ανθρώπινο: δεν μπορείς, όταν καραντίνα δεν υπάρχει, να ζεις υπό συνθήκες τέτοιου είδους πίεσης. Η αναμέτρηση με ένα αόρατο εχθρό είναι θεαματική μόνο στα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας: στην πραγματική ζωή δεν υπάρχει τίποτα το θεαματικό πέρα από ένα παράξενο άγχος των περισσότερων – ένα άγχος σχεδόν υπαρξιακό. Οι ασυνείδητοι ζουν το καλοκαίρι τους καλύτερα, αλλά και η έλλειψη λογικής δεν είναι λύση. Ρωτήστε τον πιο λογικό παίκτη του σύγχρονου τένις, τον Νόβακ Τζόκοβιτς δηλαδή. Πίστευε πως δεν υπάρχει κορωνοϊός μέχρι που έφτασε να νοσηλευτεί: στην προκειμένη περίπτωση οι πτωχοί τω πνεύματι δεν θα κληρονομήσουν παρά μόνο προβλήματα.

Μου έκανε εντύπωση τέλος ότι καθημερινά τουρίστες πηγαίνουν μόνοι τους στα νοσοκομεία δηλώνοντας ότι δεν είναι καλά – αναφέρεται στις ενημερώσεις ότι διαγνώστηκαν ως θετικοί, ενώ προσήλθαν αυτοβούλως. Μια πιθανότητα είναι να αρρώστησαν στη διάρκεια του ταξιδιού τους. Αλλά αν ήρθαν εδώ πιστεύοντας κι αυτοί ότι στην Ελλάδα γίνονται όλοι καλά; Κι αν κάποιοι διάλεξαν να ρθούν γιατί αν είναι να μπουν σε καραντίνα προτιμούν τη χώρα μας, τι θα κάνουμε; Οι ξένοι εξακολουθούν να πιστεύουν πως τα καταφέραμε υπέροχα. Ενώ εμείς απλά ακόμα δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε πως διάβολο τα καταφέραμε με τα μυαλά που γενικότερα κουβαλάμε…

(Βημαγκαζίνο Ιούλιος 2020)