Ενας Βέλγος από τα Καμίνια

Ενας Βέλγος από τα Καμίνια


Σκεφτόμουν χθες βράδυ που ανακοινώθηκε η επιστροφή του Μιραλάς στον Ολυμπιακό γιατί ο κόσμος του πρωταθλητή τον αγαπάει τόσο πολύ. Ο Βέλγος έμεινε στον Ολυμπιακό μόλις δυο χρόνια: υπάρχουν ξένοι παίκτες που έμειναν πάρα πολύ περισσότερο. Είναι αλήθεια ότι σκόραρε πολύ, αλλά και πάλι μπορείς να βρεις ξένους παίκτες που έκαναν το ίδιο, χωρίς κανείς να τρελαίνεται για δαύτους: ο καλός Ιντέγιε, αλλά κι ο τρελός Ραφίκ Τζεμπούρ με τα 39 του γκολ σε 56 ματς είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Μιραλάς δεν ήταν η ακριβότερη μεταγραφή όλων των εποχών – κάτι που για να είσαι δημοφιλής πάντα βοηθάει, δεν θυμάμαι να κάνει εμπρηστικές δηλώσεις, δεν «έφαγε» ούτε ένα προπονητή, ώστε να δείξει ότι έχει προσωπικότητα, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Είναι χαρισματικός, αλλά τέτοιοι ήταν αρκετοί. Δεν ήταν επίσης το πρώτο όνομα σε εκείνο τον Ολυμπιακό όταν πρωτοήρθε: ο Ριέρα, ο Μέλμπεργκ, ο Ιμπαγάσα, ακόμα κι ο Πάντελιτς ήταν τα παιδιά της μαρκίζας. Γιατί λοιπόν τρελαίνεται μαζί του ο κόσμος;

H καλή αρχή

Νομίζω ότι πρέπει για να το καταλάβουμε να θυμηθούμε πως και πότε ήρθε και ποια ήταν η εξέλιξή του. Ο Μιραλάς αποκτήθηκε ως δανεικός από την Σεντ Ετιέν με απόφαση του Δημήτρη Θεοδωρίδη το καλοκαίρι του 2010, πριν γίνει η μεταβίβαση του Ολυμπιακού από τον Σωκράτη Κόκκαλη στον Βαγγέλη Μαρινάκη. Είχε προηγηθεί μια χρονιά πραγματικής κατάρρευσης, ο Ολυμπιακός είχε τελειώσει τη σεζόν με μια από τις χειρότερες ενδεκάδες του στην ιστορία τερματίζοντας τελευταίος στα play off και οι φήμες για τεράστια χρέη της ομάδας πλήθαιναν. Η απόκτηση του Μιραλάς ήταν μια μικρή, αλλά σημαντική ένδειξη πως η ομάδα δεν θα πετούσε λευκή πετσέτα με αντίπαλο ένα Παναθηναϊκό που συνεχώς δυνάμωνε.

 

Ηταν επίσης για πολλούς σημαντικό ότι η απόκτηση του Μιραλάς ήταν αποτέλεσμα ενός κάποιου σκάουτινγκ: τον είχαμε δει όλοι προ διετίας, μικρό και άγουρο αλλά ταχύτατο, στα ματς του Ολυμπιακού με την Σεντ Ετιέν, τον είχε παρακολουθήσει έκτοτε ο Δημήτρης Μπαρμπαλιάς αρκετά, τον είχαν διαλέξει με την βεβαιότητα ότι θα προσφέρει και η απόκτησή του, μετά από καιρό, δεν ήταν κάποιο στοίχημα. Αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, η αρχή είχε γίνει στην ιστορία αυτή καλά: ό,τι ακολούθησε ήταν φυσικά ακόμα καλύτερο.

Ενας καλός παίκτης γίνεται «αστέρι»

Στην περίπτωση του Μιραλάς ο κόσμος του Ολυμπιακού είδε σε μια διετία κάτι αρκετά σπάνιο για τα δικά μας ελληνικά δεδομένα: είδε την ποιοτική και αθλητική βελτίωση ενός ξένου ποδοσφαιριστή, που κατάφερε, με όσα έκανε στην Ελλάδα κι όχι χάρη στο βιογραφικό που κουβαλούσε πριν έρθει εδώ, να γίνει πραγματικά στόχος μεγάλων ευρωπαϊκών ομάδων – με άλλα λόγια είδε ένα καλό παίκτη να γίνεται «αστέρι». Ο Μιραλάς στα δυο χρόνια του στην Ελλάδα άλλαξε αρκετά και εξελίχτηκε πάρα πολύ ως ποδοσφαιριστής. Επαιζε μονοδιάστατα στην άκρη και μπορούσε να διακριθεί μόνο όταν έβρισκε κενούς χώρους κι αυτός ήταν ο λόγος που η Σεντ Ετιέν, που όλους τους πουλάει, δεν είχε καταφέρει να βρει αγοραστή που να της δώσει τα χρήματα, που ήθελε. Αποδείχτηκε ότι οι προπονητές της έκαναν με τον Κέβιν χειρότερη δουλειά από αυτή που έκανε μαζί του ο Ερνέστο Βαλβέρδε. Μετά από λίγους μήνες στην Ελλάδα και μετά από αρκετή δουλειά, ο μονοδιάστατος ακραίος επιθετικός, έγινε ένας καταπληκτικός all around κυνηγός, που σκόραρε, πρέσαρε, δημιουργούσε, ήταν σταθερά στην ανερχόμενη Εθνική Βελγίου και συζητιόταν σε όλη την Ευρώπη. Όταν ο Βαγγέλης Μαρινάκης τον πλήρωσε και τον αγόρασε έγινε κατανοητό ότι ο πρόεδρος του Ολυμπιακού έκανε μια επένδυση. Κι όταν η Εβερτον τον απέκτησε το καλοκαίρι του 2012 το έκανε κερδίζοντας μια πραγματική δημοπρασία, που είχε στηθεί για χάρη του κι αυτό τότε, για τα δεδομένα των ελληνικών ομάδων, ήταν πρωτόγνωρο.

 

Ο Μιραλάς στην Ελλάδα άλλαξε επίπεδο ο ίδιος. Και δεν ήρθε εδώ παιδάκι, ώστε να μεγαλώσει και να λογικά να εξελιχθεί, αλλά ήρθε ως φτασμένος ποδοσφαιριστής που στα 23 του είχε προλάβει να παίξει βασικός σε δυο σημαντικές ομάδες, όπως η Λιλ και η Σεντ Ετιέν. Η επιτυχία του ήταν η απόδειξη πως ακόμα και το ελληνικό πρωτάθλημα μπορεί να γίνει εφαλτήριο ξένων καλών παικτών, αρκεί αυτοί να δουλεύουν. Και να έχουν κι ένα προπονητή σαν τον Βαλβέρδε, θα συμπλήρωνα.

Δημιούργημα του Ολυμπιακού

Ο κόσμος αγαπάει τον Μιραλάς γιατί εκτός από καλός παίκτης, είναι και ένα δημιούργημα του Ολυμπιακού: όποιος την ομάδα νοιώθει δική του, νοιώθει δικό του δημιούργημα και τον Κέβιν. Αλλοι μπορεί να πρόσφεραν περισσότερα, να γοήτευσαν πιο πολύ, να πέτυχαν γκολ κρισιμότερα, να μάτωσαν την φανέλα ή να έφεραν στο σύλλογο και περισσότερα χρήματα. Όμως ο Μιραλάς ήταν ο πρώτος που με την δουλειά του και την επιτυχία του κατέδειξε ότι μια σοβαρή ομάδα μπορεί να βελτιώνει, να εξελίσσει ποδοσφαιριστές και να δημιουργεί υπεραξίες: ήρθε εδώ ως  ένας δύσκολος τακτικά παίκτης, που οι μαέστροι στην εξέλιξη και στην μεταπώληση Γάλλοι δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν και έφυγε ως «αστέρι» της Πρέμιερ λιγκ. Ο κόσμος κατάλαβε πως για πάνω από ένα χρόνο παρακολουθούσε κάποιον που τα κυβικά του είναι ανώτερα του ελληνικού πρωταθλήματος: τα 7,5 εκατ που έφερε τότε ο Μιραλάς (και που θα ήταν 20 σήμερα…) αγγλική ομάδα δεν τα είχε δώσει για κανένα παίκτη του ελληνικού πρωταθλήματος.

 

Σημαντικό για την υστεροφημία του ήταν επίσης και το ότι στην Εβερτον καθιερώθηκε με το καλημέρα: η υποψία του κόσμου ότι χάρηκε με κάποιον που ήταν προορισμένος για μεγαλύτερα πράγματα από τα δικά μας, έγινε γρήγορα βεβαιότητα. Όπως βεβαιότητα έγινε και στον Ολυμπιακό ότι ο δρόμος του Μιραλάς είναι και για την εταιρία  μονόδρομος: η αξιοποίηση ποδοσφαιριστών και η πώλησή τους είναι ο μόνος τρόπος για να γλυτώσεις από την διάλυση και την χρεοκοπία. Τον Μιραλάς ακολούθησαν ο Μήτρογλου και ο Μανωλάς, ο Μιλιβόγεβιτς και ο Ιντέγιε, ο Σάμαρης και ο Ρέτσος και άλλοι πολλοί.

Να έβρισκε κι ένα Ερνέστο…

Στις ωραίες ιστορίες συμβαίνει συνήθως ο πρωταγωνιστής να είναι και καλό παιδί. Ο Μιραλάς, παρά την επιτυχημένη παρουσία του με την Εβερτον, δεν έκοψε ποτέ τους δεσμούς του με τον Ολυμπιακό, αναγνωρίζοντας πόσο καλό του έκανε το πέρασμά του από την Ελλάδα σε κάθε ευκαιρία. Όταν έλεγε ότι θέλει να επιστρέψει μιλούσε σοβαρά και το απέδειξε: αυτή η θέλησή του τον έκανε ακόμα περισσότερο δημοφιλή – ο κόσμος υποδέχεται ξανά στο σπίτι του ένα Βέλγο που κάνει σαν να μεγάλωσε στα Καμίνια. Η προσαρμογή του θα είναι απλή και γρήγορη κι ας ελπίσουμε πως κουβαλάει κάμποση ενέργεια ακόμα και πως η σκληρή Πρέμιερ λιγκ δεν τον έχει φορτώσει με πόνους: ο κόσμος που τον αγαπάει περιμένει ότι θα δώσει στην δεύτερη καριέρα του πολλά περισσότερα από την πρώτη.

Αν έβρισκε και στην επιστροφή του κάποιον που να μοιάζει λίγο με τον Βαλβέρδε θα ήμουν κι εγώ περισσότερο βέβαιος…