Ενα μήνυμα που κάπου χάθηκε...

Ενα μήνυμα που κάπου χάθηκε...

Η Εκκλησία της Ελλάδας είχε ανακοινώσει ότι οι εκκλησίες τη Μεγάλη Εβδομάδα θα είναι ανοικτές για δύο ώρες μετά την τέλεση των ακολουθιών, και ότι τη Μεγάλη Παρασκευή οι ναοί θα παραμείνουν ανοικτοί για τέσσερις ώρες. Η Πολιτεία φυσικά δεν το δέχτηκε. Η Εκκλησία έκανε πίσω, μολονότι πολλοί επίσκοποι θα ήθελαν να επιμείνει στην απόφαση της – τελικά μίλησαν για επικοινωνιακό λάθος και είπαν ότι η εγκύκλιος για το άνοιγμα των εκκλησιών αφορούσε τους ιερείς και όχι τους πιστούς, ενώ όλοι καταλάβαμε ότι δεν ήταν έτσι. Δεν είναι η πρώτη φορά στις μέρες της παρούσας κρίσης που η Εκκλησία της Ελλάδος κάνει μια ανόρεχτη αναδίπλωση: είναι νομίζω αμήχανος και λανθασμένος   από την πρώτη στιγμή ο τρόπος που η Εκκλησία αντιμετωπίζει τα συγκεκριμένα μέτρα. Δείχνει κάθε φορά να συνεργάζεται διαφωνώντας, ενώ θα πρεπε να πρωτοστατεί, δηλαδή να έχει χρησιμοποιήσει το κύρος της για να πείσει το εκκλησίασμα ότι πρέπει οικειοθελώς να συμμορφωθεί. Η Εκκλησία μας συμπεριφέρεται σαν να φοβάται ότι η αντιμετώπιση της πανδημίας με βάση τις υποδείξεις των ειδικών επιστημόνων θα της στερήσει ακροατήριο. Δεν είναι έτσι και λυπάμαι για τον φόβο της.

Το άγχος της αναμέτρησης

Η Εκκλησία παντού στον κόσμο κουβαλάει το άγχος της αναμέτρησης με την επιστήμη: εδώ και δεκάδες χρόνια έχει μπει σε μια περίεργη διαδικασία αναμέτρησης μαζί της και νομίζει πως χάνει. Παντού στον κόσμο οι Πατέρες νοιώθουν ότι η επιστήμη τους στερεί προσοχή και ακροατήριο γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις έρχεται να κλονίσει με τον πραγματισμό της απόλυτες αλήθειες. Η επιστήμη δεν είναι δογματική: στηρίζει την πρόοδό της στην έρευνα, δηλαδή στην αυτόαμφισβήτησή της. Η Εκκλησία από την άλλη είναι υποχρεωμένη να υπερασπίζεται το θρησκευτικό δόγμα. Αλλά ποιο είναι αυτό; Στην περίπτωση του Χριστιανισμού μας η βάση της θρησκείας είναι πάντα η αγάπη για τον άνθρωπο: για τα κρίματα του ανθρώπου σταυρώθηκε ο Χριστός και για χάρη του αναστήθηκε. Για να του δείξει ότι μπορεί να νικήσει ακόμα και το θάνατο. Κι αυτό προσπαθούν οι επιστήμονες σήμερα.

Πήγε και έψαλε

Πριν λίγο καιρό, την πρώτη Κυριακή των μέτρων αν θυμάμαι καλά, ο Σωτήρης Τσιόδρας, αυτός ο παράξενος και ήρεμος στρατηλάτης, πήγε στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως στα Σπάτα και έψαλε. Σίγουρα γνώριζε ότι η επιλογή του αυτή θα προκαλούσε ένα σωρό αρνητικά σχόλια - κυρίως από όσους αισθάνονται πως με την Εκκλησία της Ελλάδος έχουν ανοιχτούς, μόνιμους και ατελείωτους λογαριασμούς. Ο Τσιόδρας χλευάστηκε, λοιδορήθηκε, δέχτηκε επιθέσεις από το συνηθισμένο στρατό των αχόρταγων για δημοσιότητα, αλλά μολονότι όλα αυτά τα περίμενε πήγε κι έψαλε. Γιατί το έκανε; Κατά τη γνώμη μου για να δείξει στους ίδιους τους ιερείς ότι οι Εκκλησίες δεν τελούν υπό διωγμό όπως διάφοροι φανατικοί διακηρύσσουν, κι ότι η επιστημονική κοινότητα (την οποία εκπροσωπεί) δεν χαρακτηρίζεται από κάποιου είδους έλλειψης σεβασμού προς το χριστιανικό Δόγμα. Ο Τσιόδρας πήγε για να δείξει στους ιερείς ότι τους θέλει στην ίδια βάρκα – με κλειστούς ναούς, αλλά πάντα μαζί με το ποίμνιο. Και γιατί σε ένα μέρος αυτού (στους πιο μεγάλους, στους άρρωστους που έχουν πάντα ανάγκη την ελπίδα του θαύματος, στους βαθιά θρησκευόμενους κτλ) αυτοί μπορεί να απευθυνθούν ευκολότερα.

Ομολογώ ότι όσο με στεναχωρεί η διαρκής προσπάθεια των Μητροπολιτών να βρουν τρόπο να χαλαρώσουν τα μέτρα για τις εκκλησίες, άλλο τόσο με πειράζει ότι δεν τους έχω ακούσει όλο αυτό τον καιρό να απευθύνονται στους πιστούς, που έχουν την ανάγκη τους, συμβουλεύοντάς τους να μείνουν σπίτι, αλλά και εξηγώντας τους ότι η χριστιανική διαδικασία λατρείας του Θεού και η προσευχή δεν είναι κάτι που γίνεται πάντα υποχρεωτικά και ειδικά στις εκκλησίες. Όταν πιστεύεις στο Θεό τον αναζητάς, τον λατρεύεις και προσεύχεσαι γυρεύοντας την βοήθειά του του παντού.              

Η έκφραση της αγάπης

Η προσευχή και η λατρεία του Κυρίου είναι πάντα μια μοναχική υπόθεση. Ακόμα και το εκκλησίασμα, η συνάθροιση δηλαδή των πιστών, προκύπτει χάρη στην πρόσθεση απλών μεμονωμένων Χριστιανών να συνυπάρξουν και δεν βασίζεται σε μια οργανωμένη παρουσία ή μια οργανωμένη μετακίνηση. Η ορθόδοξη χριστιανική λειτουργεία δεν απαιτεί την συμμετοχή του κοινού, αλλά είναι απλά ένα παράθυρο για να επικοινωνήσει ο εκκλησιαζόμενος με το θείο. Η γεμάτη εκκλησία την Μεγάλη Εβδομάδα προϋποθέτει την ανάγκη του χριστιανού να προσευχηθεί και βασίζεται στην θέλησή του: η προσέλευση του κόσμου στις εκκλησίες το Πάσχα δεν είναι μόδα – ακόμα κι αν η βραδιά της Ανάστασης ή η βραδιά της μεγάλης Παρασκευής έχουν στοιχεία που τις κάνουν να είναι και κοινωνικά γεγονότα. Το κοινωνικό γεγονός δεν θα υπήρχε αν δεν ένοιωθε πολύς κόσμος την ανάγκη να εκφράσει την αγάπη του στο Χριστό που είναι ισοδύναμη με την αγάπη του στον συνάνθρωπο του. Αυτή την αγάπη τη δείχνει και τώρα με τη συμμόρφωσή του στα μέτρα – μένει σπίτι και για να μην δημιουργήσει άθελά του προβλήματα στους ανθρώπους που αγαπάει.

Η εκκλησία βλέπει τις απαγορεύσεις και τα μέτρα και χάνει δυστυχώς την ευκαιρία να επισημάνει πασχαλιάτικα την ένταση αυτής της αγάπης που είναι κάτι μοναδικό στα χρονικά: ποτέ οι άνθρωποι δεν θυσίασαν την ατομική τους ελευθερία, την διασκέδασή τους και την κοινωνική τους ζωή στο όνομα της αγάπης για τον συνάνθρωπό τους – τον παππού, την γιαγιά, τον πατέρα, τη μάνα, τον ηλικιωμένο γείτονα, τον φίλο στο γραφείο που έχει ένα ασήμαντο αλλά επικίνδυνο νόσημα. Η Εκκλησία έπρεπε να τονίσει ότι η επιτυχία των μέτρων έχει και τη διάσταση ενός χριστιανικού θριάμβου – είναι η απόδειξη ότι τα λόγια του Χριστού μας για την αγάπη, όσοι είμαστε και Χριστιανοί, τα κουβαλάμε στην καρδιά μας.       

Αν νοιώσουμε την ανάγκη

Κάποιος πρέπει να υπενθυμίσει στους Πατέρες ότι δεν πάμε στην εκκλησία για αυτούς – πάμε για να προσευχηθούμε. Έχουμε προσευχηθεί όμως και σε νοσοκομεία, και σε ιατρεία και σε κρεβάτια με πόνους και φόβους: ίσως μάλιστα αυτές μας οι μοναχικές προσευχές μας να ήταν και οι πιο αληθινές. Κάποιος πρέπει να υπενθυμίσει στους Πατέρες ότι μπορούμε να προσευχηθούμε οπουδήποτε, ακόμα και στο σπίτι μας αν έχουμε πίστη κι αν νοιώσουμε την ανάγκη. Αυτή την ανάγκη για προσευχή έπρεπε να τονίζουν και στο μέτρο του δυνατού να καλλιεργούν αυτές τις δύσκολες μέρες. Κι όχι να παιδεύονται ν΄ ανοίξουν τις εκκλησίες. Θα ανοίξουν κι αυτές όταν πρέπει: τώρα θα ήταν ευκαιρία η Εκκλησία να μας υπενθυμίσει ότι ακόμα και με τις εκκλησίες κλειστές, πρέπει να κάνουμε Πάσχα με κάμποση αγάπη στην καρδιά μας. Και είναι κρίμα να χάσει την ευκαιρία…