Αντέχουμε...

Αντέχουμε...

Η για τους περισσότερους δεύτερη εβδομάδα στην καραντίνα πέρασε γρήγορα. Είχαμε εντός αυτής της παράξενης εβδομάδας μερικές βροχερές μέρες: ο κακός καιρός πάντα βοηθά για να μένεις σπίτι – η δυσκολία είναι να μην βγαίνεις, όταν έξω ο ήλιος λάμπει και σε προκαλεί να βολτάρεις. Τις πρώτες μέρες της εβδομάδας τις περάσαμε κάνοντας πλάκα μεταξύ μας για τα νέα μέτρα, τα μηνύματα και τις αιτήσεις – νοσταλγήσαμε και λίγο την 25η Μαρτίου και νοιώσαμε την καρδιά μας να πονάει, βλέποντας τα δράματα της Ιταλίας και της Ισπανίας. Χαιρέκακα χαμογελάσαμε με τον Μπόρις Τζόνσον που αρρώστησε, αλλά και με τον Ντόναλντ Τραμπ, που μπροστά σε αυτή την βιβλική καταστροφή που χτύπησε την Νέα Υόρκη μοιάζει να τα έχει χαμένα – κακώς βέβαια σχολιάζουμε τις τρέλες τους, ενώ πεθαίνουν άνθρωποι, αλλά ο πειρασμός είναι τεράστιος. Η τρίτη εβδομάδα θα ναι πιο δύσκολη γιατί θα συνειδητοποιήσουμε ότι η δοκιμασία δεν θα τελειώσει γρήγορα. Αλλά και γιατί θα πρέπει να βρούμε τρόπο να γλυτώσουμε και από την βλακεία που μας περιτριγυρίζει.

Τα δυο σενάρια

Δεν ξέρω τίποτα από ιούς, πανδημίες, φάρμακα και εμβόλια γνωρίζω όμως μερικά πράγματα από κοινωνικές συμπεριφορές κι από αντιδράσεις. Από την αρχή, που η ιστορία αυτή ξεκίνησε, κατάλαβα ότι υπήρχαν δυο πιθανότητες – το καλό και το κακό σενάριο. Το κακό σενάριο θα ήταν να ζούσαμε ήδη όσα οι Ιταλοί και οι Ισπανοί. Να αρχίσουμε να βλέπουμε δεκάδες και εκατοντάδες νεκρούς καθημερινά, να τρομοκρατηθούμε πιο πολύ, να νοιώσουμε αδύναμοι και να καταρρεύσουμε όλοι μαζί κι ο καθένας χωριστά μπροστά σε ένα γιγαντιαίων διαστάσεων εθνικό τραύμα. Σε αυτή την περίπτωση θα υπήρχε πόνος και οργή – που είναι σε κάθε κρίση και συμφορά οι χειρότεροι σύμβουλοι, αλλά θα υπήρχε και μια βαθιά σιωπή, όπως στις χώρες αυτές που υποφέρουν: όλοι προσπαθούν να δουν, όχι τι θα συμβεί μετά, αλλά πότε ο εφιάλτης θα σταματήσει. Εμείς αυτό δεν το ζούμε και για την ώρα βλέπουμε να εξελίσσεται το καλό σενάριο: τα κρούσματα είναι ακόμα σχετικά λίγα, οι θάνατοι σε σχέση με αυτά ελάχιστοι και οι διασωληνωμένοι είναι μέχρι τώρα λιγότεροι από αυτούς που βγαίνουν από τα νοσοκομεία. Αλλά όλο αυτό έχει και μια συνέπεια: φλυαρούμε ακατάσχετα. Επειδή ζούμε την καραντίνα μας χωρίς, ευτυχώς, την απόγνωση που προκαλεί το εθνικό πένθος κι ακριβώς επειδή η τραγωδία μας έχει αγγίξει επιδερμικά, λέμε του κόσμου τις μπούρδες. Όχι όλοι φυσικά. Αλλά πολλοί, πάρα πολλοί, δεν βάζουν γλώσσα μέσα.

Ναρκωτικά, παππάδες και Ελβετοί

Η δεύτερη εβδομάδα, ακριβώς επειδή η επικαιρότητα της δεν ήταν τόσο δραματική, επέτρεψε ν ακουστούν του κόσμου οι ανοησίες και να γίνουν και διάφορα φαιδρά, ευτυχώς όχι πολλά. Προχθές ένας γιατρός έλεγε στην τηλεόραση ότι όποιος θέλει να νοιώθει αισιόδοξος πρέπει να πάρει ναρκωτικά. Τις προάλλες ένας παππάς λειτούργησε κρυφά και ένας άλλος καλούσε τον κόσμο να πάει στην εκκλησία να κοινωνήσει: και στους δυο έφταιγαν μετά τα τηλεοπτικά συνεργεία. Τη μέρα της εθνικής γιορτής μου ήρθαν τουλάχιστον τρείς αναρτήσεις, που με πρότρεπαν να κατεβώ στο δρόμο για να γιορτάσω τους προγόνους μου, «όπως θα ήθελαν και θα μου ζητούσαν να κάνω κι αυτοί» - ξαφνικά ανακάλυψα ότι ο Μακρυγιάννης ήταν πνευμονολόγος και ο Κολοκοτρώνης επιδημιολόγος κι είχαν αφήσει οδηγίες αντιμετώπισης πανδημίας στα απομνημονεύματά τους. Στο ραδιόφωνο άκουσα μια κυρία να λέει ότι «δεν είναι διαχείριση κρίσης το να λες στον κόσμο να καθίσει σπίτι» και ότι έπρεπε να μοιράζουν αναπνευστικές (;!) μάσκες στον κόσμο για να μπορεί να κυκλοφορεί. Μια άλλη διαμαρτυρόταν γιατί στην Ελβετία που έχουν περισσότερους νεκρούς δεν έχουν απαγορεύσει την κυκλοφορία και μια άλλη κατήγγειλε την κυβέρνηση γιατί έκλεισε τα σχολεία και τώρα ο κόσμος δεν ξέρει τι να κάνει με τα παιδιά που μένουν στα σπίτια (!) ενώ στη Σουηδία τα σχολεία είναι ανοιχτά.

Φήμες, θεωρίες και σκευωρίες

Στο μεταξύ η χώρα πνίγεται από φήμες για διάσημους που είναι άσχημα τη στιγμή που οι θεωρίες συνομωσίας στα Social Media δίνουν και παίρνουν. Το ίο τον προκάλεσαν οι Κινέζοι, οι Αμερικάνοι, οι Ρώσσοι – για Εβραίους δεν άκουσα ακόμα ίσως γιατί κι αυτοί έχουν θύματα. Διάβασα ότι ο ιός θα είναι το μέσο για την παγκόσμια δικτατορία, ότι είναι το βιολογικό όπλο για να γονατίσουν κι εμάς τους αιώνια ανυπότακτους Ελληνες. Αν έχεις όρεξη και ξημεροβραδιάζεσαι μπροστά στο pc περιδιαβαίνοντας στον κόσμο του FaceBook θα βρεις του κόσμου τις ανοησίες: εκτιμήσεις για το ότι ο ιός είναι μια απλά γρίπη «σαν αυτή που πέρυσι στην Ιταλία σκότωσε 128 χιλιάδες (ήμαρτον!), αποκαλύψεις για το ποιος ακριβώς μυστικός πόλεμος γίνεται, κατηγορίες για αυτούς που όλα τα ξέρανε και δεν κάνανε τίποτα, ακόμα και αποδείξεις ότι αυτό που ζούμε είναι μια παγκόσμια σκευωρία: τις προάλλες ένας έγραφε ότι μια γνωστή του στην Ιταλία του έλεγε ότι δεν υπάρχουν νεκροί κι όλα τα έφτιαξαν τα κανάλια, με την ίδια τεχνική που κάποτε σκηνοθέτησαν την προσγείωση των Αμερικάνων κοσμοναυτών στη Σελήνη – κάτι που όλοι οι συνωμοσιολόγοι γνωρίζουμε ότι δεν έγινε ποτέ. Μέσα σε όλα άκουσα κι ένα τύπο από την Κρήτη να ωρύεται ότι πήγε στο νοσοκομείο και ζήτησε να δει τα θύματα του κορονοϊού αλλά δεν του δείξαν κανένα νεκρό γιατί τέτοιοι απλά δεν υπάρχουν: ένα μέρος της κοινωνίας μας είναι κομμάτι άρρωστο κι είναι σίγουρο ότι θα κάνει ακόμα μεγαλύτερη φασαρία.                 

Ουρλιάζοντας στα κανάλια

Τι να κάνουμε με όλους αυτούς, αλλά και με όσους πολιτικούς μοιάζουν στεναχωρημένοι γιατί δεν μπορούν να έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έχουν συνηθίσει ουρλιάζοντας στα κανάλια; Λέω απλά να μην κάνουμε τίποτα- να τους απομονώσουμε με την αδιαφορία μας και να ασχοληθούμε με τους δικούς μας ανθρώπους, περιμένοντας ο εφιάλτης να τελειώσει. Αν το τίμημα ήταν ήδη σκληρό κι αν μετρούσαμε ήδη εκατοντάδες θύματα όλα θα ήταν χειρότερα. Ακόμα κι αν ζούσαμε την τραγωδία βουβά, μέσα μας θα φούντωνε η αγανάκτηση: θα περιμέναμε απλά την ώρα να φύγει το μεγάλο παραλυτικό πένθος για να αρχίσουμε να ουρλιάζαμε στις τηλεοράσεις, στα ραδιόφωνα και στα social media απειλώντας με κρεμάλες τους πάντες.

Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι χιλιάδες νεκροί σε συνδυασμό με την ύφεση της οικονομίας, θα δημιουργούσαν ένα κλίμα κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης, που θα ήταν σχεδόν αδύνατο κάποιος να το διαχειριστεί: η χώρα θα βούλιαζε, όσο ποτέ άλλοτε, και θα ήταν αδύνατο να σηκωθεί, όποτε κι αν η περιπέτεια τελείωνε. Δεν λέω ότι αυτό το γλυτώσαμε (γιατί είναι ακόμα νωρίς), αλλά εν πάση περιπτώσει για την ώρα δείξαμε πειθαρχία και ψυχραιμία - γεγονός που επιτρέπει μια ελάχιστη αισιοδοξία. Επιτρέπει φυσικά και σε κάμποσους ημίτρελους να μουρμουράνε και να στέλνουν μηνύματα εθνικών διχασμών, λες και είναι υποχρεωτικό μετά από κάθε πόλεμο στην Ελλάδα να ακολουθεί ένας εμφύλιος, αλλά είναι προτιμότερες οι δικές τους μουρμούρες από τους άταφους νεκρούς, τους χιλιάδες άρρωστους, τους εκατοντάδες χιλιάδες χαροκαμένους. Ας μην τα ζήσουμε όλα αυτά κι ας ακούμε όλη μέρα διάφορους να αποκαλύπτουν παγκόσμιες συνομωσίες ή γιατί στην Ελβετία δεν κλείσανε τα σχολεία ενώ εδώ κλείσανε και η κακιά η μοίρα τους καταδίκασε να ασχοληθούν και λίγο με τα παιδιά τους.

Είναι αήττητοι

Σε πείσμα των καταστροφολόγων, των απαισιόδοξων, των μικρόψυχων, των φραγκολεβαντίνων που μας κουνούσαν το χέρι γιατί είμασταν τάχα μου οι χειρότεροι του κόσμου, εμείς αντέχουμε. Κλεισμένοι σπίτι, με αγωνία για τις δουλειές μας, με απορία για το αύριο, αλλά κι αξιολογώντας συμπεριφορές και στάσεις. Μπορεί να μην τραγουδάμε στις ταράτσες με τενόρους όπως οι Ιταλοί και μην χειροκροτάμε κάθε βράδυ τους γιατρούς μας, όπως οι Ισπανοί. Αλλά αντέχουμε. Και τον ιό, και την καραντίνα και τους βλαμμένους. Που είναι αήττητοι. Και πάρα πάρα πολλοί.