O Ολυμπιακός έκανε και με το παραπάνω την δουλειά του κόντρα στην Μονακό κερδίζοντας την εντυπωσιακά εύκολα με 105-82 αυτή τη φορά εκτός έδρας. Όπως ακριβώς και στα δυο προηγούμενα παιγνίδια δεν υπήρξε ματς. H Μονακό ξεμένοντας με οκτώ παίκτες μετά τους τραυματισμούς και του Τάις και του Ντιαλό έζησε τον τρίτο στη σειρά εφιάλτη της απέναντι σε ένα Ολυμπιακό γεμάτο λύσεις αλλά και με μια τεράστια σιγουριά που του δίνει το παιγνίδι του. Όπως ακριβώς και στα προηγούμενα δυο ματς που είχαν γίνει στο ΣΕΦ o Ολυμπιακός είχε καθαρίσει το παιγνίδι από το πρώτο ημίχρονο – χθες επί της ουσίας από το πρώτο δεκάλεπτο. Η Μονακό προηγήθηκε 15-11 τρία λεπτά πριν το τέλος του κι ο Ολυμπιακός το έκλεισε με ένα +9 (17-26) πατώντας γκάζι και γράφοντας ένα επί μέρους 2-15 στήνοντας βομβαρδίζοντας από το τρίποντο. Με το πόδι κολλημένο στο γκάζι ο Ολυμπιακός επανέλαβε στο δεύτερο δεκάλεπτο όσα είχε κάνει και στο ΣΕΦ την περασμένη Πέμπτη: με τον Φουρνιέ μπροστάρη πέτυχε 31 πόντους, έκλεισε το ημίχρονο περνώντας πάλι τους 60 και η Μονακό κι αυτή τη φορά απέμεινε να μάχεται για μια αξιοπρεπή ήττα.

Εντεκα σκόρερ πάλι
Η τρίτη νίκη ήρθε κι αυτή διαδικαστικά. Σκόραραν έντεκα παίκτες, κι αν δεν σκόραραν και οι δώδεκα είναι γιατί ο Μόρις που βρήκε χώρο στην αποστολή αγωνίστηκε μόλις 8 δευτερόλεπτα. Κανείς δεν έπαιξε πάνω από 25 λεπτά γιατί δεν υπήρχε λόγος. Ο Μπαρτζώκας δεν κούρασε τον Ντόρσεϊ, αλλά ούτε και τον Τζόουνς, δηλαδή τους δυο που προέρχονται από τραυματισμούς.
Αν σε κάτι τα τρία ματς αυτά ήταν χρήσιμα είναι γιατί έγιναν κατανοητά δυο πράγματα. Το πρώτο ότι όταν ο Ολυμπιακός παίρνει 15 πόντους από όσους παίζουν στην θέση 1 περνά τους 90 με χαρακτηριστική άνεση. Χθες η Μονακό αποφάσισε να αφήσει τον Γουόκαπ να σουτάρει ελεύθερος κι αυτός έβαλε τέσσερα τρίποντα στο πρώτο δεκάλεπτο: όταν αυτός κι ο Τζόζεφ δίνουν μαζί κοντά 20 πόντους η κατοστάρα γίνεται απλή διαδικασία. Είναι απλά μαθηματικά. Ο Ολυμπιακός από τους Βεζένκοφ – Πίτερς θα πάρει 30 πόντους, πλην συγκλονιστικού απροόπτου. Θα πάρει επίσης τουλάχιστον 20 από τους τρεις σέντερ του: Μιλουτίνοφ, Χόλ και Τζόουνς παίρνουν την μπάλα όταν και όπως πρέπει – χθες ο Ολυμπιακός είχε 38 ασίστ. Επίσης είναι απίθανο να μην του δώσουν 25 με 30 πόντους ο Ντόρσεϊ κι ο Φουρνιέ – στην δυάδα έχει προστεθεί κι ο ΜακΚίσικ που γίνεται ολοένα και πιο αποτελεσματικός. Αυτό σημαίνει πως ο Ολυμπιακός ξεκινά με 75-80 πόντους στο τσεπάκι κάθε παιγνίδι του. Αν βρει αυτούς τους 15 από τους άσσους του ο αντίπαλος που θέλει να τον κερδίσει πρέπει να του βάλει κοντά 100. Αν υπάρχει όρεξη για λίγη άμυνα (που στα παιγνίδια που μετράνε πάντα υπάρχει) οι νίκες γίνονται κανόνες.
Αλλά τα ματς αυτά, εύκολα στην πραγματικότητα γιατί ο Ολυμπιακός τα μετέτρεψε σε απλές διαδικασίες, βοήθησαν και για κάτι ακόμα: για να γίνει κατανοητό πως άλλα συνέβαιναν την αντίστοιχη εποχή πέρυσι κι άλλα φέτος.

Μεγάλες διαφορές με πέρυσι
Και πέρυσι ο Ολυμπιακός πέρασε την διαδικασία που λέγεται play off εύκολα: απέκλεισε την Ρεάλ Μαδρίτης κερδίζοντας την με 3-1 χωρίς ποτέ να τεθεί σε αμφισβήτηση η υπεροχή του. Αλλά οι νίκες του ήταν λιγότερο αεράτες (η τέταρτη στη Μαδρίτη ήταν στο καλάθι) και η ομάδα του ήταν λιγότερο γεμάτη και πιο πολύ εξαρτημένη από τους Φουρνιέ και Βεζένκοφ. Ο Ολυμπιακός ήταν δυνατός αλλά πιο προβλέψιμος. Στην άμυνα πολλά είχαν να κάνουν κυρίως με τον Φαλ γύρω από τον οποίο υπήρχε κι ένας επιθετικός μηχανισμός αποδοτικός πλην όμως ευανάγνωστος. Στα γκαρντ υπήρχαν ρολίστες (Βιλντόζα, Λι) και βασικοί (Γκος, Γουόκαπ) και μόνο ο ΜακΚίσικ έκανε την επίθεση λιγότερο προβλέψιμη. Ο Ολυμπιακός σε κάθε μεγάλο ματς αναζητούσε τον τρίτο πόλο στην επίθεση – τον παίκτη δηλαδή που θα βοηθήσει σοβαρά τους Βεζένκοφ και Φουρνιέ. Αν ο ένας από τους δυο δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο βάρος της αποστολής το επιθετικό παιγνίδι γινόταν μια σπαζοκεφαλιά. Φέτος το πράγμα είναι αλλιώς. Όχι μόνο γιατί οι λύσεις είναι πιο πολλές (ο παράγοντας Ντόρσεϊ πχ είναι καθοριστικός) αλλά και γιατί υπήρξε μέσα στη σεζόν μια εξέλιξη της ομάδας που είχε να κάνει με προσθήκες, αλλά και με βελτίωση του ίδιου του παιγνιδιού της. Που έχει επί της ουσίας ένα και μόνο ερωτηματικό: την επιθετική απόδοση των άσων.
Και υπάρχει και κάτι άλλο: η ηρεμία του Γιώργου Μπαρτζώκα. Πέρυσι ο προπονητής του Ολυμπιακού για πολλούς και διάφορους λόγους έζησε μια χρονιά σε αναμμένα κάρβουνα. Φαινόταν να βάζει νερό στο κρασί του επιτρέποντας στον Φουρνιέ πολλές πρωτοβουλίες που ποτέ του δεν είχε δώσει σε ένα παίκτη, δεν είχε καταφέρει να αξιοποιήσει τον Ντόρσεϊ, είχε μια ομάδα που άλλαζε πολύ όταν στο παρκέ δεν ήταν ο Φαλ, αλλά και ο Γκος. Κυρίως ο Μπαρτζώκας κουβαλούσε το βάρος της ανάγκης να κατακτήσει ο Ολυμπιακός την Ευρωλίγκα για να απαντήσει στο κατόρθωμα που είχε κάνει ο ΠΑΟ ένα χρόνο πριν: ο Ολυμπιακός έζησε μια χρονιά γεμάτη από μια πίεση τρομερή. Φέτος το πράγμα είναι λίγο διαφορετικό. Ο Ολυμπιακός άλλαξε και στήθηκε το περασμένο καλοκαίρι σε παίκτη όπως ο Εβανς πχ που δυστυχώς δεν τον είδαμε ποτέ. Εχασε για μήνες τον ΜακΚίσικ και δεν έχει καλά καλά ακόμα τον Φαλ. Δεν βγήκαν ως επιλογές ο Λι και ο Κώστας Αντετοκούνμπο, άργησε να προσαρμοστεί ο Νιλικίνα και χρειάστηκαν προσθήκες μεσούσης της περιόδου. Ετσι το όποιο άγχος του Μπαρτζώκα είχε να κάνει με την ανάγκη να φτιάξει μια ομάδα, να την διορθώσει, να την δει να λύνεται. Κυνηγά πάντα το τρόπαιο, αλλά φέτος υπήρχε κι ανάγκη να γίνουν πολλά καινούργια καινούρια πράγματα που έχουν να κάνουν με το ίδιο το παιγνίδι αυτό δηλαδή που ο Μπαρτζώκας αγαπάει και υπηρετεί.

Καινούργιος και δικός του
Σε όλη αυτή την διαδικασία ο Μπαρτζώκας είχε μαζί του τον κόσμο, την διοίκηση και την ομάδα: σήμερα βλέπει ένα Ολυμπιακό δικό του που με την Μονακό έπαιξε το μπάσκετ που αυτός αγαπάει. Ναι η Μονακό δεν θα μπορούσε ποτέ να του δημιουργήσει προβλήματα αλλά στην περίπτωση του Ολυμπιακού το θέμα δεν είναι ο αντίπαλος: είναι η δική του λειτουργία, η δική του διάθεση, η δική του προσπάθεια. Ο Μπαρτζώκας είναι λιγότερο αγχωμένος από πέρυσι γιατί φέτος ο στόχος, δηλαδή η κατάκτηση της Ευρωλίγκας, δεν προηγήθηκε ποτέ της ανάγκης να παίξει η ομάδα καλό μπάσκετ: το κάρο δεν μπήκε πριν το άλογο. Να δούμε αν θα κρατήσει αυτή του την ψυχραιμία και στο πολύ ειδικό Final 4 στο οποίο απολύτως δίκαια έφτασε πρώτος περιμένοντας τους υπόλοιπους. Με ένα Ολυμπιακό καινούργιο αλλά πάντα εντελώς δικό του.








