Αλέξη χάσαμε...

Αλέξη χάσαμε...

Η φασαρία που γίνεται στη Βουλή για την περίφημη Συνθήκη των Πρεσπών δεν με ενθουσιάζει, όπως όλα τα προβλεπόμενα πράγματα. Τι να δω και ποιον ν ακούσω; Τον Πάνο τον Καμμένο που θυμήθηκε τώρα να καταγγείλει την κυβέρνηση στην οποία συμμετείχεμ δηλαδή την κυβέρνηση που στήριξε, υπέγραψε και δέχτηκε την Συμφωνία ή το Ποτάμι που κάνει αντιπολίτευση ψηφίζοντας υπέρ της κυβέρνησης, ενώ ζητάει εκλογές; Περισσότερο και από τις πολιτικάντικες μεταμορφώσεις σε αυτή την ιστορία βρίσκω ενδιαφέρουσα την όποια αντίδραση του κόσμου, αλλά και την αντίδραση σε αυτή την αντίδραση.

Τα μεγάλα στρατόπεδα

Οι βουλευτές μοιάζουν να παίζουν ρόλους – μερικοί το κάνουν και άκομψα. Ο κόσμος έχει τα δικά του κριτήρια. Υπέρ της Συμφωνίας είναι όσοι θέλουν να λήξει μια διαφορά με ένα γειτονικό Κράτος - «μια διένεξη που σέρνεται χρόνια χωρίς να έχει νόημα», λένε. Είναι άνθρωποι πρακτικοί, που πιστεύουν πως στο τέλος της ημέρας κάποιο κέρδος θα υπάρξει, όσο κι αν δεν διακρίνεται. Κατά της συμφωνίας είναι όσοι βλέπουν σε αυτή μια εθνική ήττα και μάλιστα γιγαντιαίων διαστάσεων. Οι πιο πολλοί από αυτούς μεγάλωσαν με την άποψη ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να αναγνωρίσει το γειτονικό κρατίδιο με το όνομα «Μακεδονία».

 

Σε αυτά τα δυο στρατόπεδα χωράνε φυσικά κι άλλοι. Στο πρώτο μπορείς να βρεις αρκετούς που πιστεύουν πως θα πρεπε να αναγνωρίσουμε τα Σκόπια ως «Μακεδονία», υπακούοντας στις αρχές ενός αντικαπιταλιστικού διεθνισμού. Στο δεύτερο υπάρχουν ένα σωρό σαλεμένοι που μιλάνε για «κρεμάλες» και «προδότες», όπως μιλούσαν και για όσους υπέγραφαν μνημόνια – κάποτε μάλιστα τον ΣΥΡΙΖΑ δεν τον ενοχλούσαν και ιδιαίτερα. Όμως σε κάθε περίπτωση αυτοί είναι σχετικά λίγοι - οι πολλοί είναι ή πρόθυμοι ή δύσπιστοι. Οι δεύτεροι μοιάζουν πολλοί περισσότεροι: τη δυσπιστία τους την μεγαλώνει η ίδια η κυβερνητική πρακτική κι αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον της υπόθεσης.

Δεν ήταν πάντα έτσι

Αντιδρούσε πάντα ο κόσμος στην ιδέα της αναγνώρισης του Κράτους των Σκοπίων με το όνομα Μακεδονία; Όχι ακριβώς. Το 2001, δέκα χρόνια μετά τα μεγάλα συλλαλητήρια, η κυβέρνηση Σημίτη είχε φτάσει κοντά σε μια συμφωνία με τους Σκοπιανούς: η FΥROM θα αναγνωριζόταν με το όνομα «Άνω Μακεδονία». Η συμφωνία ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή, όχι με ευθύνη της Ελλάδας, αλλά γιατί από τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς μέχρι τον Φεβρουάριο, τα Σκόπια είχαν βρεθεί στα όρια του εμφυλίου πολέμου εξαιτίας της αλβανικής εξέγερσης. Στις τότε δημοσκοπήσεις η ελληνική κοινή γνώμη ήταν διχασμένη στο ενδεχόμενο της αποδοχής μιας σύνθετης ονομασίας της FYROM κι ας υπήρχε ακόμα η μνήμη των έντονων αντιδράσεων του 1991. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2008, η εντάσεις ήταν ακόμα μικρότερες, ίσως γιατί η Ελλάδα ήταν σε δύσκολη θέση μετά την απόφαση των ΗΠΑ να αναγνωρίσουν τα Σκόπια με το όνομα Μακεδονία απαιτώντας μάλιστα να μην υπάρξει βέτο για την ένταξή τoyw στο ΝΑΤΟ. Η κυβέρνηση Καραμανλή είχε προσπαθήσει να βγει η χώρα από τη δύσκολη θέση δηλώνοντας σε όλους τους τόνους (και στις προγραμματικές της δηλώσεις) ότι είναι έτοιμη, ανά πάσα στιγμή, να συμφωνήσει σε μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό. Αυτό επέτρεψε τον περίφημο διπλωματικό ελιγμό στο Βουκουρέστι: οι Αμερικάνου δέχτηκαν ότι για να μπουν τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ θα πρεπε να συμφωνήσουν με την Ελλάδα μια νέα ονομασία της χώρας τους. Στις δημοσκοπήσεις της εποχής πάλι ο κόσμος ήταν μοιρασμένος, αλλά δεν υπήρχε διάθεση σοβαρής αντίδρασης: το μοναδικό συλλαλητήριο στο οποίο καταγγέλθηκε η στάση της ελληνικής κυβέρνησης υπέρ της σύνθετης ονομασίας είχε οργανωθεί από τον Γιώργο Καρατζαφέρη στη Θεσσαλονίκη, με συμμετοχή 2.000 ανθρώπων: δεν γέμισαν ούτε το κλειστό γήπεδο μπάσκετ το οποίο χρησιμοποιήθηκε. Γιατί φτάσαμε σήμερα στα συλλαλητήρια και στην κάθετη δημοκοπική απόρριψη της Συμφωνίας; Γιατί στο μεταξύ ξέσπασε η κρίση. Ένα μεγάλο μέρος του κόσμου έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κρίση είχε ως αποτέλεσμα την θυσία της εθνικής κυριαρχίας: πιστεύει πως αυτά τα χρόνια η χώρα κυβερνήθηκε από ξένους. Και βλέπει ένα εθνικό θέμα ως ευκαιρία να υπενθυμίσουμε στη Δύση ότι δεν είμαστε διατεθειμένοι να δεχτούμε τα πάντα χωρίς αντίρρηση.     

Η προβολή των προθύμων

Η επιστράτευση πολλών διασημοτήτων από την πλευρά της κυβέρνησης και η ίδια η προσπάθεια του Πρωθυπουργού να βρει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία μοιράζοντας Υπουργεία και θέσεις στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ, με σκοπό να περάσει από τη Βουλή η Συμφωνία, απλά ισχυροποίησε την βεβαιότητα όσων θεωρούν αυτή τη συμφωνία είναι ένα είδος εθνικής ήττας: αν δεν ήταν τέτοια, λένε, το τελευταίο που θα αναζητούσε, ειδικά αυτή η κυβέρνηση, θα ήταν συμμάχους και υποστηρικτές μεταξύ εκείνων που μέχρι χθες τα στελέχη της έβριζαν – τον Γιώργο τον Παπανδρέου π.χ!

 

Η προβολή από τα φιλοκυβερνητικά μέσα των πρόθυμων στα μάτια όσων αντιδρούν μαρτυρά απλά ότι η Κυβέρνηση ψάχνει κόσμο να δικαιολογήσει τις αποφάσεις της. Η ανάγκη για δικαιολογίες μεγαλώνει την υποψία ότι έγινε κάτι λάθος: είναι κανόνας της ζωής. Το πιο αστείο είναι ότι καταγγέλλεται ο κόσμος που διαδηλώνει από όσους κάνανε καριέρα διαδηλώνοντας!

 Πληρώνει τις επιλογές του

Στην πραγματικότητα η Συμφωνία θα πρεπε να αποτιμηθεί από όλους μας χωρίς συναισθηματισμούς, αλλά ο κ. Αλέξης Τσίπρας πληρώνει τις προηγούμενες επιλογές του. Πορεύτηκε προς την εξουσία με τη ρητορική της οργής, επέβαλε διχαστικά διλλήματα, έπεισε τον κόσμο ότι διάφορα διευθυντήρια επιβουλεύονται τη χώρα μας κάνοντας την πειραματόζωο κτλ. Σήμερα πολλοί βλέπουν την Συμφωνία των Πρεσπών όχι μόνο ως ξεπούλημα της Μακεδονίας, αλλά και ως σύμβολο μιας ενδοτικότητας, που ο Τσίπρας κάποτε κατήγγειλε. Η ίδια η επίσκεψη της Μέρκελ μεγάλωσε την αποστροφή – οι δε πανηγυρισμοί ανθρώπων όπως ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών κ. Νίκος Κοτζιάς για τα μπράβο των Αμερικάνων περισσότερο θυμώνουν τον κόσμο, παρά τον κάνουν να πιστεύει πως προέκυψε κάτι που μοιάζει με εθνική επιτυχία.  

Πάλι χάσαμε…

Ακούω διαρκώς κρίσεις για την ποιότητα των ανθρώπων που στα συλλαλητήρια συμμετέχουν, για τον αριθμό τους και για το πάθος τους, ενώ δεν λείπουν και οι ειρωνείες για Μακεδονομάχους κτλ. Δεν έχω πάει σε κανένα συλλαλητήριο, ούτε και πρόκειται. Αλλά ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιο είναι τελικά το εθνικό κέρδος από αυτή τη Συμφωνία και τι εμποδίζει αύριο τους Σκοπιανούς να αλλάξουν πάλι το σύνταγμά τους με ηγέτη ένα ακόμα Γκρουέφσκι και με όπλο την αναγνώριση της μακεδονικής (κι όχι της βορειομακεδονικής) ιθαγένειας να αρχίσουν πάλι να απειλούν, αναγκάζοντας μας να διατηρούμε στρατό στα σύνορά τους και να ξοδεύουμε χρήματα για εξοπλισμούς: μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια χώρα στην οποία μόλις πριν δυο χρόνια είχαμε απόπειρα πραξικοπήματος. Θα σοβαρευτούν επειδή θα μπουν στο Νάτο; Γιατί οι Τούρκοι δεν είναι; 

Αν στη Βουλή είχε νόημα μια συζήτηση, θα έπρεπε να αφορά ακριβώς αυτό: τι κερδίσαμε και γιατί συμβιβαστήκαμε. Αλλά καμία τέτοια συζήτηση δεν γίνεται. Πιθανότατα γιατί πάλι χάσαμε κι ο κόσμος αυτό, δυστυχώς για την κυβέρνηση, το καταλαβαίνει…