Τώρα που κάπως καταλάγιασε ο θόρυβος θα σας πω τη γνώμη μου όχι για την ταινία «Καποδίστριας», αλλά για την επιτυχία της. Είναι έκπληξη ότι η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, ξεπέρασε ήδη τα 600 χιλιάδες εισιτήρια στα σινεμά; Καθόλου. Ο Σμαραγδής με τις ταινίες του έχει καταγράψει ανάλογα ρεκόρ και προηγουμένως. Ο «Ελ Γκρέκο» έφτασε κάποτε τα 780 χιλιάδες εισιτήρια. Η βιογραφία του Βαρβάκη με τον τίτλο «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» έκοψε 370 χιλιάδες περίπου. Η ταινία για τον Νίκο Καζαντζάκη σταμάτησε στα 233 χιλιάδες εισιτήρια: φαίνονται λίγα σε σχέση με των άλλων, αλλά η ταινία ήταν το 2017 η δεύτερη εμπορικότερη της χρονιάς.

Όλες αυτές οι ταινίες αισθητικά και σκηνοθετικά είναι ίδιες. Είναι φτιαγμένες για να τραβήξουν ένα ετερόκλητο κοινό η μεγάλη πλειοψηφία του οποίου πάει στο σινεμά μια φορά το χρόνο – συνήθως τον καιρό των γιορτών. Πρόκειται για ένα κοινό που θεωρεί ότι η κινηματογραφική ταινία που θα δει είναι ένας τρόπος απόδοσης τιμής σε ένα μεγάλο Έλληνα. Το μυστικό του Σμαραγδή είναι ότι το κοινό αυτό ξέρει μόνο ότι οι ήρωες των ταινιών του είναι σπουδαίοι χωρίς να γνωρίζει τίποτα πιο πολύ. Κάθε ήρωα των ταινιών αυτών το κοινό τον είχε ακουστά και πιστεύει πως δια μέσου της ταινίας θα μάθει την ιστορία του. Ο Σμαραγδής έμαθε την συνταγή σιγα σιγά. Ο Καζαντζάκης πχ ήταν και γνωστός και σπουδαίος, αλλά όχι συμπαθής σε όλους. Για ένα μέρος του κατά βάση συντηρητικού κοινού των ταινιών του Σμαραγδή ήταν ένας «αφορισμένος από την εκκλησία» - ο Σμαραγδής τον εμφανίζει σαν καλό χριστιανό, η ντρίπλα όμως δεν έπιασε καθώς οι θεοσεβούμενοι μάλλον του γύρισαν την πλάτη: ο δημιουργός κατάλαβε πως δεν χρειάζεται να ασχολείται με πρόσωπα που έχουν προκαλέσει συζητήσεις. Ο Καποδίστριας ήταν βέβαιο σουξέ. Είναι διάσημος, μεγάλος κι εντελώς άγνωστος, ειδικά σε ένα κοινό που θεωρεί πως ελληνική ιστορία είναι ό,τι έχει ακούσει στο σχολείο, όπου παρεμπιπτόντως για τον Καποδίστρια λέγονται μόνο γενικότητες. Οι πιο πολλοί καλά καλά δεν γνωρίζουν πως όταν έφτασε στην Ελλάδα συνεχιζόταν ακόμα η επανάσταση. Ούτε ότι κατέφθασε εδώ με τα αδέρφια του που έπαιξαν ρόλο στην σύντομη δυστυχώς παρουσία του. Ελάχιστοι φυσικά γνωρίζουν ποιος τον διαδέχτηκε: ο Σμαραγδής φτιάχνει μια ταινία για ανθρώπους που νομίζουν ότι ξέρουν την ιστορία του πρώτου κυβερνήτη. Αυτή την γενικότερη άγνοια θέλει να την καλύψει στην πραγματικότητα μεγαλώνοντας την.

Από αυτό ξεκινάνε όλα: ο Σμαραγδής έφτιαξε μια ταινία που απλά προσπάθησε να επιβεβαιώσει την γενική εντύπωση που έχει για τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδος ο μέσος Ελληνας. Για αυτόν ο Καποδίστριας είναι ένας καλός άνθρωπος, ένας Έλληνας που διέπρεψε μακριά στα ξένα διαφημίζοντας την Ελλάδα ως Υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου, που γύρισε εδώ και τον σκοτώσανε: ήρωας και θύμα, ένας αδικημένος. Είναι ταυτόχρονα σπουδαίος, πρώτος κυβερνήτης, μεγάλος πατριώτης, και πολιτικός που αγάπησε την χώρα του και το πλήρωσε με την ζωή του. Αυτό πιστεύει ο μέσος Έλληνας κι αυτό του έδωσε να δει ο Σμαραγδής. Χωρίς μάλιστα να τον κουράσει αφηγηματικά. Η εξιστόρηση είναι απλοϊκή. Οι ερμηνείες των ηθοποιών απολύτως συντεταγμένες με αυτές των ηθοποιών που παρακολουθούμε στα σήριαλ της τηλεόρασης. Τα σκηνικά και τα κουστούμια θυμίζουν εκείνη την εποχή – ειδικά αν για την εποχή δεν έχεις ιδέα. Και υπάρχει και κάτι άλλο: οι προηγούμενες ταινίες του Σμαραγδή δημιουργούν στον υποψήφιο θεατή την σιγουριά πως αυτό που θα δει δεν θα τον σοκάρει ή θα τον εκνευρίσει – όποιος πάει να δει την ταινία του Σμαραγδή είναι βέβαιος ότι θα δει το είδος της απόδοσης τιμών στον Καποδίστρια που περιμένει. Βγαίνει από την αίθουσα ευχαριστημένος γιατί η γνώμη του για τον Καποδίστρια δικαιώθηκε. Όλα όσα οι κριτικοί επισημαίνουν δεν τον αφορούν. Δεν τον αφορούν επίσης οι ιστορικές ανακρίβειες. Όταν κάποιος τις επισημαίνει του απαντούν ότι «είναι ταινία κι όχι ντοκιμαντέρ». Οποιος μιλάει για ένα κιτς δημιούργημα είναι ένας αδιάφορος ελιτιστής ή ακόμα χειρότερα ένας «ψευτοκουλτουριάρης»: σε τελική ανάλυση κανείς που ανήκει σε αυτό το κοινό δεν ξέρει τον ορισμό του κιτς. Όταν σε κάποιον λες πως στην ταινία παιδιά τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο πολλά χρόνια πριν τον γράψει ο Μάτζαρης, σε ρωτάει «αυτό δηλαδή σε πείραξε;». Και κάθε συζήτηση εξαντλείται.
Αρκούν αυτά για να προκύψει μια τέτοια επιτυχία; Δεν θα αρκούσαν αν δεν υπήρχε συνοδευτικά κάτι απολύτως χρήσιμο: ο θόρυβος που ο Σμαραγδής κατάφερε να προκαλέσει πριν καλά καλά η ταινία βγει. Ο Σμαραγδής είναι ένας μεγάλος promoter, διότι μειώνει την συζήτηση για τον Καποδίστρια (κανείς δεν την τολμά για κάποιον που εμφανίζεται ως άγιος και το πολύ πολύ, όποιος έχει ενστάσεις, ψελλίζει κάτι για ιστορικές ανακρίβειες), ενώ την ίδια στιγμή μεγαλώνει την συζήτηση για τον εαυτό του! Στις συνεντεύξεις του λέει πως υπνώτισε τον ηθοποιό που υποδύθηκε τον Καποδίστρια και τον έκανε να πιστεύει πως είναι ο ίδιος ο Καποδίστριας. Λέει πως η πρωταγωνίστρια του που ερμήνευσε τον ρόλο της Ρωξάντρας όταν είδε την ταινία του είπε ότι δεν είναι αυτή αλλά η Μέριλ Στριπτ. Αναφέρεται στις δυσκολίες να βρει χρηματοδότη μιλώντας για τεράστιες προσπάθειες κάποιων εχθρών του (ποιων δεν έχει σημασία) για να μην γυριστεί η ταινία. Και ρίχνει λάδι στη φωτιά κατηγορώντας τους κριτικούς για μεροληψία αλλά και για αδυναμία να καταλάβουν πως έχει κάνει μια ταινία που την απολαμβάνει όποιος είναι καλός άνθρωπος. Ετσι οι καλοί άνθρωποι τρέχουν να την δουν και να συμπορευτούν με τον δημιουργό που θα είναι παράξενο να μην δεχτεί και πρόταση να κατεβεί στην πολιτική. Με την στάση του αναγκάζει πολλούς να τοποθετηθούν υπέρ του χωρίς καν να έχουν δει την ταινία. Ο κ. Αδωνης Γεωργιάδης πχ είπε ότι είναι μια σπουδαία ταινία, χωρίς να την έχει δει, απολογούμενος για το γεγονός ότι αυτή δεν χρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Ανάπτυξης τον καιρό που ήταν αυτός Υπουργός Ανάπτυξης. Δεν θα τολμούσε ποτέ να πει ότι το Υπουργείο Ανάπτυξης δεν είχε κανένα λόγο να δώσει λεφτά για μια ταινία. Όχι μόνο από φόβο να τα βάλει με τον Σμαραγδή, αλλά κυρίως από φόβο να τα βάλει με το κοινό που πάει να δει τον Καποδίστρια.

Ολο αυτό το σουξέ του Καποδίστρια είναι εντυπωσιακά στοχευμένο και οφείλουμε να πούμε ένα μπράβο στον Σμαραγδή για το κατόρθωμά του. Ειλικρινά δεν θυμάμαι τίποτα ανάλογο. Θυμάμαι πολλούς Ελληνες σκηνοθέτες που προσπάθησαν να κολακέψουν το κοινό επενδύοντας σε ένα είδος συναισθηματισμού – συνήθως αυτός έχει να κάνει με την Αριστερά, αλλά η επένδυση είναι ίδια. Θυμάμαι πολλούς να απαντούν πως έκαναν ταινία κι όχι ντοκιμαντέρ, όταν τους γίνεται η επισήμανση πως ο συναισθηματισμός δεν είναι σωστό να βασίζεται σε ιστορικές ανακρίβειες. Θυμάμαι πολλούς να τα βάζουν με τους κριτικούς. Όμως εδώ είναι σαν να βρέθηκε κάποιος που όλα αυτά τα έκανε υποδειγματικά: αν υπήρχε σε Πανεπιστήμιο «έδρα μάρκετινγκ ελληνικού κινηματογράφου» θα ανήκε στον Σμαραγδή ισοβίως.
Θα είναι αποτυχία αν η ταινία δεν ξεπεράσει όχι το ένα αλλά τα δύο εκατομμύρια. Κυρίως γιατί η επιτυχία της δεν έχει σχέση με την τέχνη του κινηματογράφου που είναι κάτι άλλο…
(Βημαγκαζίνο, Ιανουάριος 2026)








