Το μεγάλο μυστήριο...

Το μεγάλο μυστήριο...

Τις προάλλες είχα γράψει εδώ ένα κομμάτι για την αναμονή της Λίβερπουλ και κάποιοι φίλοι με ρώτησαν πως γίνεται μια τόσο μεγάλη ομάδα να κάνει τόσα χρόνια να κερδίσει ένα πρωτάθλημα. Τριάντα χρόνια είναι μια ζωή – η απορία είναι λογική. Αλλά εξήγηση υπάρχει: έχει να κάνει με τους ανταγωνιστές της ομάδας αλλά και με τις ιστορικές αλλαγές του αγγλικού ποδοσφαίρου. Ας το δούμε λίγο αναλυτικά γιατί το πράγμα έχει ενδιαφέρον.

Τρεις αυτοκρατορίες και μια καλή ομάδα

Ο πρώτος προφανής λόγος είναι ότι σε αυτά τα τριάντα χρόνια η Λίβερπουλ είχε να αντιμετωπίσει, όχι μια, αλλά τρεις «αυτοκρατορίες» - τρεις δηλαδή ομάδες που έζησαν τις καλύτερες μέρες τις ιστορίας τους. Η πρώτη είναι η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Σερ Αλεξ Φέργκιουσον, η δεύτερη η Τσέλσι του Ρομάν Αμπράμοβιτς και η τρίτη η Μάντσεστερ Σίτυ των Αράβων. Κοντά σε αυτές υπάρχει και μια εξαιρετική ομάδα που πήρε κι αυτή τίτλους δηλαδή η Αρσεναλ του Αρσεν Βενγκέρ. Που δεν επέβαλε κάποιου τύπου δυναστεία, αλλά ήταν κι αυτή μια σταθερή δύναμη για αρκετά χρόνια.

 Μάντσεστερ, Τσέλσι, Αρσεναλ

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Σερ Αλεξ υπήρξε σε όλο αυτό το κενό από πρωτιές διάστημα της Λίβερπουλ η ομάδα που κέρδισε τους πιο πολλούς τίτλους. Από το 1990 μέχρι το 2013 που ο Φέργκιουσον την αποχαιρέτησε η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μετρά δεκατρία πρωταθλήματα: είναι αναμφίβολα μια ομάδα καταπληκτική, την οποία ο Σκοτσέζος μάνατζερ διοικεί με τον δικό του τρόπο, δηλαδή συγκεντρωτικά και έχοντας απόλυτες εξουσίες. Η Λίβερπουλ σε αυτό το διάστημα δεν μπορεί να βρει το δικό της τεχνικό και διοικητικό ηγέτη. Ο Κένι Νταλγκλίς, ο τελευταίος αληθινά σεβαστός διοικητής της, δεν έχει διάδοχο.

Το ρόλο του μεγάλου ανταγωνιστή της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ τον έχει κυρίως η Τσέλσι. Ο ερχομός του Ρομάν Αμπράμοβιτς στο νησί στα μέσα της δεκαετίας του 2000 αλλάζει για πάντα την Πρέμιερ λιγκ. Ο Ρώσος ολιγάρχης φέρνει ένα νέο διοικητικό πλάνο: σκορπά πολλά χρήματα για το χατίρι της λονδρέζικης ομάδας, επενδύει σε σταρ ξένους προπονητές, όπως είναι ο Μουρίνιο, ο Κάρλο Αντσελότι και ο Αντόνιο Κόντε και φτιάχνει μια ομάδα που κερδίζει πέντε πρωταθλήματα σε δώδεκα χρόνια: από το 2005 μέχρι το 2017. Η Λίβερπουλ δεν έχει κάποιο χρηματοδότη επιπέδου Αμπράμοβιτς. Παρά την ιστορία και την ποδοσφαιρική της παράδοση η πόλη των Μπίτλς δεν τραβά τους ξένους επενδυτές όπως το Σίτυ του Λονδίνου. Κι όταν κάποιοι τρελοί Αραβες εμφανίζονται για να ξοδέψουν απίθανα χρήματα για μια ομάδα που έχει μείνει μακριά από τίτλους προτιμούν την Μάντσεστερ Σίτυ που δεν έχει απαιτητικούς οπαδούς. Και την βάζουν κι αυτοί στο χάρτη: οι Αραβες κερδίζουν τέσσερα πρωταθλήματα από το 2012 και μετά, στα χρόνια που οι Ρεντς άρχισαν να ξαναγίνονται ανταγωνιστικοί.

Τρεις τίτλους μέσα στα τριάντα αυτά πέτρινα χρόνια της Λίβερπουλ έχει και η Αρσεναλ του Βενγκέρ: ο Αλσατός φέρνει στο νησί την κουλτούρα της σκληρής δουλειάς, ποντάρει στις Ακαδημίες, κάνει παιδομαζώματα σε όλη την Ευρώπη – κάνει δηλαδή πράγματα που δεν γίνονται στο Λίβερπουλ. Η Αρσεναλ του Βενγκέρ δεν έχει τη λάμψη της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, δεν έχει μια τρομερή διοικητική φιγούρα όπως είναι ο Αμπράμοβιτς, δεν έχει τα χρήματα των Αράβων της Σίτυ, αλλά είναι μια ομάδα που τιμά το ποδόσφαιρο, προσφέρει θέαμα, δεν έχει άγχος. Νομίζω το παράδειγμα των κανονιέρηδων μιμήθηκαν τελικά στο Λίβερπουλ. Αλλά άργησαν αρκετά να βρουν τον Κλοπ, δηλαδή τον δικό τους Βενγκέρ.

Σε 29 χρόνια 26 τίτλους  

Οι δυο ομάδες του Μάντσεστερ, η Τσέλσι και η Αρσεναλ κατέκτησαν συνολικά 26 τίτλους στα τελευταία 29 χρόνια στην Αγγλία. Ακριβώς επειδή μιλάμε για μια χώρα που εκπλήξεις γίνονται, μέσα σε αυτά τα τελευταία τριάντα χρόνια κέρδισαν το πρωτάθλημα και τρία αουτσάιντερ: ένα πρωτάθλημα πήρε η Λίντς το 1991, ένα η Μπλάκμπερν τέσσερα χρόνια αργότερα κι ένα η Λέστερ το 2016. Όμως η Λίβερπουλ δεν διεκδίκησε κανένα από αυτά τα πρωταθλήματα που κατέληξαν σε ομάδες που δεν είναι παραδοσιακά φαβορί. Το 1991 όταν η Λιντς, πριν πτωχεύσει, κέρδισε τον τίτλο η Λίβερπουλ τερμάτισε έκτη. Το 1995 όταν ο Αλαν Σίρερ έδωσε το πρωτάθλημα στην Μπλάκμπερν η Λίβερπουλ ήταν τέταρτη – είχε 13 ολόκληρους βαθμούς διαφορά από την κορυφή. Το 2016, όταν ο Κλάουντιο Ρανιέρι με την Λέστερ έκανε το θαύμα των θαυμάτων η Λίβερπουλ έμεινε εκτός Ευρώπης – ήταν όγδοη!

Η Λίβερπουλ αυτά τα τριάντα χρόνια έχασε πρωταθλήματα από τεράστιες ομάδες: τερματίζει τρεις φορές (όλες κι όλες…) δεύτερη (μια φορά πίσω από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και δυο φορές πίσω από τη Σίτυ) και όλες τις άλλες χρονιές έχει μπροστά της και την Τσέλσι και την Αρσεναλ που είναι σταθερά καλύτερες.

Η χαμένη τεχνογνωσία

Παρόλα αυτά καταλαβαίνω πως σε πολλούς αυτό το μεγάλο μαύρο σερί εξακολουθεί να μοιάζει μη λογικό. Γιατί η Λίβερπουλ έχασε την τεχνογνωσία της κατάκτησης του πρωταθλήματος; Η απάντηση είναι πως αυτή η τεχνογνωσία δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση – όχι στην Αγγλία, αλλά γενικά στην Ευρώπη. Αν χάσεις τον τρόπο σου, δύσκολα τον βρίσκεις. Η Μάντσεστερ Γουνάιτεντ συμπλήρωσε φέτος επτά χρόνια χωρίς πρωτάθλημα. Η Αρσεναλ 16! Η κάποτε κραταιά Μίλαν οκτώ και η Ιντερ εννιά. Οποιος πέφτει από την κορυφή δύσκολα φτάνει σε αυτή ειδικά αν δεν βρει γρήγορα μια συνταγή πρωταθλητισμού: τα χρήματα από μόνα τους δεν αρκούν.

Αυτά τα τελευταία χρόνια συνέβησαν δυο πράγματα που άλλαξαν το ποδόσφαιρο: το άνοιγμα των συνόρων μετά τον νόμο Μπόσμαν και φυσικά η δημιουργία της Πρέμιερ λιγκ που εκτόξευσε τα έσοδα των αγγλικών συλλόγων. Η Λίβερπουλ του Σάνκλει, του Πέισλι και του Νταλγκλις, που κέρδιζαν τίτλους, ήταν ομάδες που βασίζονταν κατά βάση σε βρετανούς παίκτες. Στην ιστορία της Λίβερπουλ μέχρι να εμφανιστούν ο Σαλάχ, ο Μανέ, ο Φιρμίνο και οι άλλοι εφετινοί ήρωες, μη βρετανός ποδοσφαιριστής που  να έχει πιστωθεί κατάκτηση πρωταθλήματος δεν υπάρχει: στα χρόνια της κυριαρχίας των Ρεντς «ξένοι» ήταν οι Σκοτσέζοι, οι Ιρλανδοί και οι Ουαλλοί. Όταν ξεκίνησε η εποχή της Πρέμιερ λιγκ οι αγγλικές ομάδες άρχισαν να βασίζονται στους ξένους τους ολοένα και πιο πολύ ξοδεύοντας σωστά τα χρήματά του. Ο Σερ Αλεξ είχε τον Ρονάλντο, τον Φαν Νίστελ Ρόι, τον Φαν Ντε Σααρ κι άλλους πολλούς. Ο Βενγκέρ δεν είχε καθόλου Αγγλους! Η Τσέλσι ήταν μια μικρή μεικτή κόσμου και η Σίτυ του Γκουαρντιόλα μια πολυεθνική – ακόμα και οι τεχνικοί της διευθυντές είναι Ισπανοί. Η Λίβερπουλ την πρώτη πέτρινη δεκαετία ειδικά παρέμεινε εκπρόσωπος ενός βρετανικού ποδοσφαίρου που είχε πάψει να υπάρχει. Η δε περίφημη τιμωρία της από την UEFA την άφησε πίσω: μεγάλωσε την απόστασή της από όσους παρακολουθούσαν τις ευρωπαϊκές εξελίξεις.      

Με καθυστέρηση τριάντα χρόνων η Λίβερπουλ συνδέθηκε ξανά με το σήμερα. Χρειάστηκε ο Γιούργκεν Κλοπ, ένας Γερμανός που μοιάζει όμως πολίτης του κόσμου. Αυτό που δεν ήταν οι περισσότεροι από όσους στον πάγκο της Λίβερπουλ κάθισαν τα τελευταία τριάντα χρόνια…