Για να είμαι ειλικρινής μέχρι τώρα το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι μία θετικότατη έκπληξη - αναφέρομαι στο αγωνιστικό του κομμάτι και στη θεαματικότητα των παιχνιδιών και όχι σε άλλα αμιγώς οργανωτικά ζητήματα τα οποία έχουν προκαλέσει του κόσμου τις συζητήσεις. Τα παιχνίδια της φάσης των ομίλων κατά κανόνα θεαματικά ακόμα και αυτά που δεν είναι ιδιαιτέρως ανταγωνιστικά: είναι παιχνίδια τα οποία μπορείς να παρακολουθείς χωρίς να βαριέσαι. Ένας βασικός λόγος είναι ότι όλοι οι μεγάλοι σολίστες του καιρού μας που είναι παρόντες στην διοργάνωση έχουν μέχρι τώρα κάνει πολλά για να εντυπωσιάσουν με την παρουσία τους.
Το Παγκόσμιο κύπελλο του 2026 ανήκει στους σολίστες του.
Γκολ με ονοματεπώνυμα
Ο Μέσι έχει βάλει ήδη έξι γκολ, ενώ στο Κατάρ όταν η Αργεντινή κέρδισε το παγκόσμιο τίτλο είχε πετύχει επτά. Ο Κριστιάνο Ρονάλντο έδωσε απαντήσεις στο παιχνίδι της Πορτογαλίας με το Ουζμπεκιστάν σκοράροντας δύο φορές και έχοντας και τουλάχιστον ακόμα τέσσερις ευκαιρίες για να κάνει τα τέρματα του τρία: στα άλλα δυο σίγησε, αλλά έδειξε τι μπορεί. Ο Βινίσιους απο την άλλη δεν σταματά ποτέ. Ο Χάρι Κέιν και ο Μπελιγχαμ ήταν απολαυστικοί στην νίκη των Αγγλων επί της Κροατίας με 4-2 και καθοριστικοί στην νίκη με τον Παναμά με 2-0. Ο Σαλάχ υπέγραψε την πρώτη ιστορική νίκη της Αιγύπτου σε μουντιάλ. Ο Χάαλαντ συνεχίζει με τη Νορβηγία να κάνει πράγματα και θάματα: δεν είναι απλά σκόρερ αλλά και σύμβολο της επιστροφής της. Ο ΕμΠαπέ οδηγεί τους Γάλλους από νίκη σε νίκη ενώ έχει ήδη σκοράρει τέσσερις φορές και ο Ντεμπελέ που είναι και πρωταθλητής Ευρώπης με την Παρί Σεν Ζερμέν θυμίζω. Δικαιολογούν τον θόρυβο που συνοδεύει το όνομά τους και παίκτες όπως ο Μαροκινός Σαϊμπάρι, που μόλις υπέγραψε στην Μπάγερν Μονάχου, ο Ντίαζ που κάνει καταπληκτικά πράγματα με την Κολομβία, ο Μαχρέζ που χρόνια τώρα περιμέναμε να είναι πρωταγωνιστής σ’ ένα μεγάλο τουρνουά με την Αλγερία. Κι όλα αυτά ενώ ομάδες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία βρίσκουν ήρωες της μίας βραδιάς που όμως έχουν όλοι διάσημα ονοματεπώνυμα. Ο Χάβερτς κι ο Ουντάβ, όπως και ο Χάπκο ή ο Μπρόμπι δεν είναι τυχαίες περιπτώσεις. Και οι μεν Γερμανοί περιμένουν τους Βίρτζ και Μουσιάλα ενώ οι Ολλανδοί κάτι θα πάρουν και από τον Μάλεν. Όπως οι Βέλγοι. Που την δύσκολη στιγμή είδαν τους Τροσάρ και Ντε Μπρόιν να βγαίνουν μπροστά.

Δεν συμβαίνει πάντα
Πρέπει να πω πως ό,τι συμβαίνει δεν το περίμενα καθόλου. Για δύο λόγους. Ο πρώτος γιατί όλοι αυτοί οι οποίοι αγωνίζονται στην Ευρώπη έχουν δώσει περίπου 70 παιχνίδια ο καθένας στους μήνες που έχουν προηγηθεί. Και ο δεύτερος λόγος είναι γιατί θυμόμουν τι είχε γίνει σε αντίστοιχα μουντιάλ, όταν αυτά είχαν διοργανωθεί μακριά από την Ευρώπη μας. Το 2002 στην Απω Ανατολή είχαν αποχωρήσει μετά την φάση των ομίλων ομάδες όπως η Αργεντινή του Λόπεζ και του Μπατιστούτα και η Γαλλία που ήταν τότε παγκόσμια πρωταθλήτρια. Το 2010 στην Νότιος Αφρική υπο τους ήχους της βουβουζέλάς είχαν φύγει νωρίς οι Πορτογάλοι, οι Ιταλοί, οι Αγγλοι. Το 2014 στη Βραζιλία όλα ήταν ακόμα χειρότερα. Πριν καλά καλά αρχίσει το τουρνουά είχαν πει σε αυτό αντίο οι παγκόσμιοι πρωταθλητές Ισπανοί, οι Πορτογάλοι του Ρονάλντο, οι Αγγλοι και οι Ιταλοί που ήταν μάλιστα στον ίδιο όμιλο. Οι Ολλανδοί είχαν φτάσει στα ημιτελικά αποκλείωντας στα νοκ άουτ παιχνίδια τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κόστα Ρίκα - όχι ακριβώς δυο μεγαθήρια. Αυτή τη φορά όμως όλα είναι διαφορετικά. Γιατί και η συμπεριφορά και η απόδοση των σούπερσταρ είναι η πρέπουσα.
Πολλές διαφορετικές εξηγήσεις
Δεν υπάρχει γι’ αυτό φυσικά μία κοινή εξήγηση. Για κάθε περίπτωση ποδοσφαιριστή ισχύουν τελείως διαφορετικά πράγματα. Ο Μέσι αλλά και ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Μο Σαλάχ αντιμετωπίζουν την συγκεκριμένη διοργάνωση ως το τελευταίο προσωπικό πέρασμα από την μεγάλη πασαρέλα - μια μοναδική ευκαιρία για μια τελευταία αποθέωση, κάτι που για οποιοδήποτε αρτίστα αποτελεί τεράστιο κίνητρο. Ο ΕμΠαπέ θέλει να σβήσει όλες τις συζητήσεις που τον αφορούσαν στη διάρκεια της χρονιάς και να κάνει κατανοητό ότι δεν ήταν αυτό το πρόβλημα της Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά η συνολική έλλειψη σοβαρότητας που χαρακτήρισε την Βασίλισσα την φετινή σεζόν - το ίδιο ισχύει και για τον Βίνι. Ο Ντεμπελέ παίζει για να αποδείξει ότι δικαίως κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα. Ο Χάρι Κέιν και ο Μπελιγχαμ έχουν το δικό τους προσωπικό κίνητρο: γνωρίζουν πως αν οδηγήσουν την Αγγλία στην κατάκτηση του παγκοσμίου κυπέλλου θα γίνουν κάτι περισσότερο από εθνικοί ηρωες. Ο Χάαλαντ βρίσκεται σε μία εκπληκτική χρονιά. Μπορεί στην Αγγλία να κέρδισε απλώς δύο κύπελλα αλλά κανείς δεν αμφιβάλλει ότι πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους σέντερφόρ του κόσμου: στις ΗΠΑ απλώς αυτό το επιβεβαιώνει. Ο Χάαλαντ έχει τέσσερα γκολ στο παγκόσμιο κύπελλο και στα έξι τελευταία παιχνίδια έχει σκοράρει 15 συνολικά. Και η απόφαση του προπονητή του να μην τον χρησιμοποιήσει με τους Γάλλους του στέρησε την δυνατότητα να πετύχει ένα γκολ ακόμα.
Κρίμα που τα ματς γίνονται αργά
Είναι σίγουρα μια συγκυρία αυτό που ζούμε. Αλλά είναι μια πολύ ευχάριστη συγκυρία για όποιον αγαπάει το ποδόσφαιρο. Κακά τα ψέματα το παγκόσμιο κύπελλο είναι πρώτο και πάνω απ’ όλα πασαρέλα προσωπικοτήτων: όλη η ιστορία του είναι μια ιστορία θριάμβων σπουδαίων ποδοσφαιριστών που σε αυτό δημιούργησαν στρατούς ολόκληρους προσωπικών πιστών. Αυτό είναι ένα μουντιάλ που οι πιστοί το χαίρονται γιατί βλέπουν ότι η πίστη τους είναι απολύτως δικαιολογημένη. και είναι κρίμα που τα ματς στην Ελλάδα μεταδίδονται τόσο αργά γιατί είναι δεδομένο πως χιλιάδες παιδιά παρακολουθώντας αυτό το μουντιάλ θα αγαπούσαν το άθλημα.
Μάχη για τον πρώτο σκόρερ
Παρεπιμπτόντως αν η ερώτηση ποιός θα κερδίσει το μουντιάλ παραμένει ακόμα επίκαιρη (και χωρίς εύκολη απάντηση), εμένα η μεγάλη μου απορία είναι ποιός θα βγει πρώτος σκόρερ αλλά και πόσα γκολ αυτός θα βάλει. Διότι μου μοιάζει αρκετά πιθανό ο πρώτος σκόρερ αυτή την φορά να βάλει κοντά στα δέκα γκολ, πράγμα που έχει να συμβεί απο τα μουντιάλ της δεκαετίας του '70. Από το 1978 και μετά στον πρώτο σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου αρκούν για να κερδίσει τον σχετικό τίτλο συχνά έξι γκολ. Τόσα πέτυχαν ο Πάολο Ρόσι (το 1982) και ο Σκιλάτσι (το 1990), αλλά και οι Κέμπες (1978), Λίνεκερ (1986), Σαλένκο και Στόιτσκοφ (1994) και Σούκερ (1998). Ο Λάτο με επτά γκολ (1974), ο Ρονάλντο το Φαινόμενο και Εμπαπέ με οκτώ (2002 και 2022) ξεπεράσανε τα έξι. Για να βρούμε πρώτο σκόρερ με διψήφιο αριθμό γκολ πρέπει να πάμε πιο πίσω. Ο θρυλικός Γκερντ Μίλερ πέτυχε 10 γκολ το 1970! Πριν από αυτόν τα είχαν πάει καλύτερα ο Ούγγρος Κότσις (11 το 1954) και ο Ζιστ Φοντέν, ο Γάλλος που σημείωσε 13 γκολ το 1958, κάνοντας ένα ρεκόρ που προφανώς θα μείνει αξεπέραστο.
(Τα Νέα, Ιούνιος 2026)








