Παραίνεση, ένα χρόνο μετά…

Παραίνεση, ένα χρόνο μετά…


Ένα χρόνο πριν είχα αποχαιρετήσει τον Διονύση Σαββόπουλο με αυτό το κείμενο που είχε δημοσιευτεί στο Βήμα με τον τίτλο «Παραίνεση». Ένα χρόνο μετά, την μέρα του μνημόσυνού του, θα ήθελα να γράχω κάτι άλλο αλλά δεν είμαι τόσο καλός για να βρω νέα λόγια για ένα άνθρωπο που από την μια μου λείπει και από την άλλη τον κουβαλάω πάντα μέσα μου. Ένα χρόνο μετά απευθύνω την ίδια παραίνεση, σε όσους θα αισθάνονται πάντα δικοί του.     

 https://m.popaganda.gr/wp-content/uploads/2025/06/dionisis-savvopoulos-1-640x426.jpg

Ο Διονύσης να κάθεται σε ένα τραπεζάκι έξω, στη δροσιά του Πηλίου με ένα διπλό ελληνικό καφέ, ένα γλυκό κουταλιού και μια εφημερίδα ανοιχτή μπροστά του: έτσι τον θυμάμαι την πρώτη φορά που χρόνια πριν πήγα στο καλοκαιρινό σπίτι του.  Σε λίγο θα ερχόταν ο Λάκης Παππαστάθης, γείτονας στο βουνό – νομίζω ότι αυτός του είπε να αγοράσει το περίφημο σπίτι που όταν ήμουν μικρός είχε μια μυθική διάσταση. Το «σπίτι του Σαββόπουλου» ακούγοταν σαν οργανισμός και παραδόξως κάτι τέτοιο ήταν. Από εκεί νόμιζες ότι περνά όλη η ελληνική μουσική σκηνή και δίνει παραστάσεις – ο Παπάζογλου και ο Πορτοκάλογλου, η Μελίνα Τανάγρη, ο Κιουρτσόγλου. Οι φίλοι του Διονύση, συμμαθητές του από την Θεσσαλονίκη, δημοσιογράφοι γιατί όπως έλεγε «δημοσιογράφος ήθελε να γίνει μικρός», απλοί γείτονες που όμως έχουν μια σπάνια ευγένεια και μια φυσική αρχοντιά, ηθοποιοί όπως η Γιώτα Φέστα και συγγραφείς όπως ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και ο Χρήστος Χωμενίδης,  συνέθεταν πάντα στα μάτια μου ένα μικρό σαββοπουλικό σύμπαν στο κέντρο του οποίου ήταν ο Διονύσης που πάντοτε άκουγε και ρωτούσε. Πριν αναλάβει βέβαια να πει τα δικά του. Για τα πάντα. Συμπυκνωμένα και εύστοχα.

Υπάρχει η εντύπωση πως ο Διονύσης έλεγε διαρκώς ιστορίες, αλλά δεν είναι έτσι. Κυρίως άκουγε και παρατηρούσε κι έχω την εντύπωση πως ήταν αυτή η κοινωνικότητα του που λειτούργησε ως καύσιμο για την ίδια την δουλειά του. Όλα τα άλμπουμ του Σαββόπουλου ήταν αποτέλεσμα εμπειριών και παρατηρήσεων: δεν υπάρχει νομίζω κανείς άλλος, που όχι μόνο έχει περιγράψει τόσα γεγονότα (από την Αμνηστία του 67 μέχρι ακόμα και το σκάνδαλο Κοσκωτά) και παράλληλα έχει βάλει στα τραγούδια του τόσες αναφορές σε απλούς φίλους του περνώντας τόσο εύκολα από το γενικό στο μερικό. Έγραψε για τον Τάσο, τον Φαληρέα δηλαδή. Τη Σούλα και τον Δεσποτίδη. Τον Αλέξη Ασλάνογλου. Κι άλλους πολλούς. Θυμάμαι ένα βράδυ στην Αθήνα ήμασταν καλεσμένοι του και υπήρχε μια τόσο ωραία διάθεση από όλους μας – φυσικά και από τον ίδιο μολονότι ήταν σε φάση αδυσώπητης μάχης με τον καρκίνο – που σκέφτηκα πως ήμασταν κομμάτι άτυχοι: μπορεί, αν όλα αυτά συνέβαιναν το 1980, στο «Ας κρατήσουν οι χοροί», δίπλα στον Αλκη τον μικρό μας, την Λυδία, τον Αχιλλέα και την Ζωή  να έβρισκε τρόπο να μας χωρέσει κι εμάς και κάπως έτσι να εξασφαλίζαμε μια στιγμή φωτός στην γκρίζα ζωούλα μας. Ήταν άλλωστε τόσο γενναιόδωρος με τους ανθρώπους του που εύκολα θα του περνούσε από το μυαλό.

 https://www.tanea.gr/wp-content/uploads/2025/10/4861119-1024x681.jpg

Ευτυχώς που αποφάσισε πριν μερικά χρόνια να ακούσει τις παρεκκλίσεις όλων των φίλων του και να μας δώσει και την αυτοβιογραφία του, αυτό το υπέροχο «Τα χρόνια τρέχουν χύμα» που χάρη και στο εξώφυλλο του πάντα παρόντα δίπλα του Αλέξη Κυριτσόπουλου έμοιαζε με καινούργιος δίσκος. Σε αυτό έβαλε σε τάξη την αφήγηση της ζωής του αλλιώς σήμερα νομίζω θα τρελαίναμε τον κόσμο επιχειρώντας να πούμε αδέξια της ιστορίες του, αυτές που μόνο αυτός μπορούσε να διηγηθεί. Φεύγοντας ο Σαββόπουλος και χάρη και στην έκδοση του βιβλίου του, άφησε πίσω του μια πλήρης και χωρίς μυστήρια εικόνα του: κανείς δεν θα επιχειρήσει να την ανασυνθέσει – την Αθανασία του την κέρδισε μέσω της δουλειάς του, φροντίζοντας όμως να μας εξομολογηθεί ακόμα και τα εσώψυχά του. Βέβαια πάντα όποιος είχε την σπάνια τύχη να έχει καθίσει σε ένα τραπέζι από αυτά που ετοίμαζε η Ασπα σαν μια μεγάλη σκηνοθέτης θα έχει εικόνες αποκλειστικά δικές του. Γλυκές εικόνες με τα καταπληκτικά εγγόνια του πχ. Αλλά και με τους φίλους του, που τους έκανε με τον τρόπο του να αισθάνονται πρωταγωνιστές σε αυτό το κατά δικό του σύμπαν. Ένα βράδυ συζητούσαμε ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι του ελληνικού τραγουδιού – εξαιρουμένου του ιδίου διότι όπως είχε πει «δεν μαζευτήκαμε για να ανταλλάξουμε κομπλιμέντα». Η συζήτηση φούντωσε γιατί ο Σκαμπαρδώνης μας πάθιασε με τις αναφορές στον Τσιτσάνη, στο μεταξύ άρχισε να ψιχαλίζει – στο Πήλιο συμβαίνει κι αυγουστιάτικα. Σηκωθήκαμε να φύγουμε αλλά η παράσταση δεν είχε ολοκληρωθεί: μετά από μια σύντομη διαπραγμάτευση μπήκαμε μέσα και συνεχίσαμε – ήταν σαν θεατρική παράσταση που στην δεύτερη πράξη άλλαξε το σκηνικό. Μόλις καθίσαμε ο Διονύσης είπε «ας μην ξεχνάμε τον Αττίκ». Σαν να υπήρχε ένα σενάριο που έπρεπε να συνεχιστεί με μια ατάκα του. Θυμάμαι επίσης αυτή την καταπληκτική ικανότητα στην προσφώνηση των καλεσμένων του. «Η νέα μας φίλη η Κατερίνα». «Η Μαρία η Δαμανάκη η ωραιότερη Μαρία της Ελλάδας». Βέβαια για τους συχνότερα παρόντες δεν υπήρχαν αυτά: εκεί ένιωθες ότι υπήρχε ένας μαγικός ιστός, αυτός που έδενε αόρατα αλλά δια παντός. τις παλιές παρέες. Η Μελίνα, ο Νίκος, ο Αργύρης, ο Δώρης και οι άνθρωποι του από την Θεσσαλονίκη, ο Δημήτρης, ο Μιχάλης, ο Παύλος – ο Διονύσης τους έκανε να μοιάζουν όλοι τους άνθρωποι τυχεροί. Κάποτε είχα γράψει ότι έχει ένα μαγικό αυλό κι αυτός όπως ο ήρωας του παραμυθιού και τρέχουμε πίσω του. Του άρεσε. «Κάπως έτσι εξηγείται η αντοχή του κοινού» είχε πει. Το χε γράψει και σε ένα στίχο αυτό για την δύναμη του κοινού του, είναι ο μοναδικός στίχος με τον οποίο το κολάκεψε: «που να βρίσκεται κρυμμένο το κοινό, γιορτινό μακρινό κι αγαπημένο το κοινό, στον εαυτό μου να βουτήξω, και στα βάθη του ν' αγγίξω ουρανό».   

 https://img.bbmd.gr/img/640/max/90/2025/10/21/805b74d6-dionysis-savvopoulos-11.jpg?t=OmzCPsW2WpZRPqaZzvCl6g

Εφευγα από το σπίτι του και πάντα στο αυτοκίνητο άκουγα κάτι δικό του – ειδικά στο Πήλιο: όταν άφηνα τον Διονύση και την Ασπα, επέστρεφε κατά κάποιο τρόπο στη ζωή μου ο Σαββόπουλος και τον τραγουδοποιό ιδρυτή της Σαββοπουλικής Δημοκρατίας τον χρειαζόμουν. Αν γινόσουν πολίτης της ήθελες την φωνή του μεγάλου καθοδηγητή – όλοι μιλάνε για τους στίχους και την μουσική αλλά για μένα ο Σαββόπουλος ήταν αυτή η βραχνή φωνή που σου διηγούταν θέματα, ανθρώπους και παρατηρήσεις δημιουργώντας στου την ανάγκη όλα αυτά να τα τραγουδήσεις: στην τελευταία του εμφάνιση στο Rock Wave στη Μαλακάσα ο κόσμος τραγουδούσε ασταμάτητα μέσα στο αγιάζι– ήταν σαν να ακούς ένα Εθνικό Υμνο του οποίου τους στίχους ξέρουν όλοι, μόνο που κρατούσε δυόμισι ώρες!

Πριν δυο χρόνια ένα βράδυ περνούσαμε με το αμάξι κάτω από το σπίτι του Διονύση στο Μούρεσι με τον Χρήστο Χωμενίδη - χωριό που όπως περιγράφει σε ένα από τα τελευταία τραγούδια του «χορεύει από προχθές». «Αυτό είναι το σπίτι του Διονύση» του είπα και του το έδειξα. «Με πονάει που είναι κλειστό». «Αλήθεια;» μου είπε. «Ε τότε να ακούσουμε κάτι!» Διάλεξε τους Αχαρνείς και τους τραγουδήσαμε όλους, όχι μόνο την «Παραίνεση» που ξέρουν οι πάντες. Από τον ενθουσιασμό χάσαμε και τον δρόμο. Αυτή ήταν η μεγάλη μας διάφορα με τον γενάρχη. Αυτός τον δρόμο και τον άνοιξε και δεν τον έχασε ποτέ του.