Τώρα που ολοκληρώθηκε η σειρά των τεσσάρων αγώνων της Εθνικής μας στο Nations League μπορούμε να πούμε ψύχραιμα και δυο πράγματα για τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Δεν είναι ποτέ απλό να γίνει συζήτηση για ένα ομοσπονδιακό προπονητή – πόσο μάλλον για τον Γιοβάνοβιτς για τον οποίο υπήρξε εξ αρχής ένα είδος δυσπιστίας για λόγους που είχαν να κάνουν και με το πέρασμά του από τον ΠΑΟ. Πολλοί βλέπουν στον πάγκο της Εθνικής ένα πρώην προπονητή του Παναθηναϊκού και τον αντιμετωπίζουν με προκατάληψη – είτε είναι οπαδοί του ΠΑΟ και του χρεώνουν την απώλεια ενός πρωταθλήματος, είτε είναι αντιπαναθηναϊκοί και βλέπουν στο πρόσωπο όποιου έχει περάσει από τον πάγκο του ΠΑΟ ένα αντίπαλο ακόμα κι αν αυτός κάνει πλέον άλλη δουλειά. Αφήνω στην άκρη τους ιδεοληπτικούς: με ενδιαφέρουν οι υπόλοιποι.
Ο χρόνος για να μάθει τη δουλειά
Υπάρχουν τριών ειδών ομοσπονδιακοί προπονητές που έχουν δουλέψει στην Εθνική Ελλάδος. Υπάρχουν οι Ελληνες προπονητές που είχαν την τιμή να αναλάβουν. Υπάρχουν οι ξένοι που καμία σχέση δεν είχαν με το ελληνικό ποδόσφαιρο όταν βρέθηκαν στο τιμόνι της. Και υπάρχουν και αυτοί που αν και δεν είναι Ελληνες είχαν δουλέψει στην Ελλάδα πριν τους καλέσει η ΕΠΟ: ο Γιοβάνοβιτς ανήκει στην τρίτη κατηγορία – δεν είναι Ελληνας αν και μας ξέρει, είναι πιο πολύ Σάντος παρά Ρεχάγκελ. Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί; Ολοι χρειάστηκαν ένα διάστημα για να μάθουν την δουλειά. Διότι επάγγελμα ομοσπονδιακός προπονητής δεν υπάρχει. Θέλω να πω ότι σχεδόν όλοι ήταν πριν αναλάβουν την Εθνική καλοί ή μέτριοι, αλλά προπονητές: είχαν τους παίκτες στην διάθεσή τους καθημερινά, προσπαθούσαν να δώσουν στις ομάδες τους αγωνιστική ταυτότητα, έκαναν μεταγραφικές και άλλες επιλογές. Στην Εθνική όλα είναι αλλιώς.

Ο Γιοβάνοβιτς χρειάστηκε λίγο καιρό για να μάθει την δουλειά. Ποια είναι η δουλειά; Η προετοιμασία και η διαχείριση των αγώνων.
Η προετοιμασία δεν έχει να κάνει με προπονήσεις: ο ίδιος ο Ιβάν έχει εξηγήσει σε μια πρόσφατη συνέντευξη Τύπου πως χρόνος για αυτές δεν υπάρχει. Η προετοιμασία έχει παραδόξως να κάνει πολύ με τον ίδιο και ίσως λίγο λιγότερο με τους παίκτες: όταν μιλάω για προετοιμασία μιλάω για τον τρόπο αντιμετώπισης των παιγνιδιών και των αντιπάλων. Που αντίθετα από όσα είχαμε δει προηγουμένως, σε αυτή την τετράδα των αγώνων ήταν αρκετά διαφορετικός κατά περίσταση. Πράγμα που δεν είχε γίνει στα προκριματικά του μουντιάλ του 2026 και πληρώθηκε ακριβά. Εκεί η Εθνική μας πήγε να παίξει όλα τα ματς με περίπου τον ίδιο τρόπο: να κάνει κατοχή μπάλας, να υποστηρίξει τους κυνηγούς της, να πιέσει τους αντίπαλους – ίσως γιατί πίστευε ότι ήταν ανώτερή τους.
Ο Γιοβάνοβιτς προσπάθησε αρχικά να φτιάξει μια Εθνική ομάδα αρκετά επιθετική και αλέγκρα. Δεν είναι θέμα ούτε συστήματος, ούτε επιλογών, αλλά νοοτροπίας – προσέγγισης των αγώνων. Μπορείς να παίζεις με δυο φορ και δυο εξτρέμ και να προσέχεις τα μετόπισθεν περιμένοντας (όπως συνέβη στα ματς με την Γερμανία πχ) και μπορείς να παίζεις με ένα κυνηγό και η άμυνά σου να είναι ακάλυπτη και προβληματική (όπως στα ματς με την Δανία).
Αυτό που μετράει δεν είναι το σχήμα, αλλά το που δίνεις το βάρος: ή θα παίζεις δημιουργικά ή για να σταματήσεις τον αντίπαλο. Η Εθνική μας είναι αλήθεια πως έχει πολλούς και εξαιρετικούς κυνηγούς, πράγμα που φάνηκε με την Σερβία. Αλλά τους 4 βαθμούς με την Γερμανία τους έδωσε η ικανότητα της να υποφέρει παίζοντας άμυνα. Κάνοντας δηλαδή αυτό που απέναντι σε μια πιο δυνατή ομάδα ήταν το πρέπων.

Δυο φουνταριστοί, αλλά άμυνα
Ο Γιοβάνοβιτς στη σειρά αυτών των αγώνων κέρδισε ματς με διαφορετικούς τρόπους. Κόντρα στη Σερβία η Ελλάδα έκανε ανατροπή και γιατί ο προπονητής χρησιμοποίησε και τους πέντε φόρ του. Κόντρα στην Γερμανία η Ελλάδα κέρδισε με κατενάτσιο που οι Ιταλοί θα το ζήλευαν, αν δεν είχαν μπερδευτεί σε σημείο που να παρακολουθούν τα μουντιάλ από τον καναπέ τους.
Υιοθετώντας σταθερά ένα 4-4-2 που πρόβλεπε δυο φουνταριστούς, οι παρεμβάσεις που έκανε σε αυτή την τετράδα των αγώνων ο Γιοβάνοβιτς αφορούσαν κυρίως τον τρόπο άμυνας της Εθνικής μας. Δεν αναφέρομαι στην τοποθέτηση του Ρέτσου δίπλα στον Μαυροπάνο: αυτή οφείλεται στο ότι ο σέντερ μπακ του Ολυμπιακού έχει παίξει στην αρχή της σεζόν πολύ περισσότερα παιχνίδια από τον Κουλιεράκη, που ήταν ωστόσο χρήσιμος στο ματς με τους Γερμανούς. Ούτε στην υποχρεωτική εξαιτίας τραυματισμού αντικατάσταση του Βαγιαννίδη από τον Σάλιακα.
Υπάρχουν άλλα που χτύπησαν στο μάτι. Για παράδειγμα η εθνική μας στα ματς με τους Γερμανούς και τους Ολλανδούς περιόρισε το build up, που της είχε στοιχίσει πολύ στα προκριματικά του μουντιάλ. Ήταν επίσης φανερό ότι υπήρχε περίπου απαγόρευση επιστροφή της μπάλας στον Τζολάκη πράγμα που στην προηγούμενη διοργάνωση η ομάδα έκανε κατά κόρον όχι μόνο για να χτίσει επιθέσεις από τα μετόπισθεν, αλλά και για να κρατήσει απλά την μπάλα. Υπήρξε επίσης μια σαφέστατη πρόθεση η αμυντική γραμμή της Εθνικής μας να μείνει χαμηλά και η ομάδα να περιμένει. Σωστά με την Γερμανία και ίσως υπερβολικά στο δεύτερο ημίχρονο με την Ολλανδία αλλά σε κάθε περίπτωση συντεταγμένα.
Μέτρησαν φυσικά και δύο άλλα πράγματα. Πρώτον οι πολλές επιστροφές των τριών κυνηγών: ο Παυλίδης, ο Καρέτσας και ο Τζόλης ήταν τακτικά άψογοι στο Αουγκσμπουργκ όπως φυσικά και ο Μασούρας και ο Ιωαννίδης στα ματς στην Τούμπα. Και δεύτερον πολλές αποφάσεις του Γιοβάνοβιτς στη διάρκεια των παιγνιδιών αυτών. Στο πρώτο ματς με την Γερμανία όταν στο 55΄ έβγαλε από το παιχνίδι τον Ζαφείρη, κράτησε τον Ανδρούτσο και πέρασε δίπλα του τον Κουρμπέλη, η ομάδα ανέπνευσε. Το ίδιο και στο δεύτερο ματς με τους Γερμανούς όταν στο ημίχρονο θυσιάστηκαν ο Παυλίδης και ο Κιζιρίδης για να μπουν και να βοηθήσουν τακτικά ο Ανδρούτσος και ο Καρέτσας. Ο Γιοβάνοβιτς φώναξε παρών. Διορθώνοντας λάθη μπορεί να πει κάποιος. Ισως ναι. Αλλά και για αυτό χρειάζεται αυτοβελτίωση. Και συνεχής προβληματισμός.

Δεν χρειάζονται δόγματα
Υπάρχει μια στιγμή τις προηγούμενες μέρες που είναι ενδεικτική για το πως δουλεύει πλέον ο προπονητής. Όταν στη Γερμανία ο Ανδρούτσος ρωτήθηκε αν ο Γιοβάνοβιτς του είχε πει κάτι μιλώντας μαζί του πριν τον χρησιμοποιήσει ως βασικό απάντησε ότι ο κόουτς δεν του είπε ειδικά τίποτα και πως υπάρχει ένα πλάνο που ο ίδιος θα πρεπε να σεβαστεί όπως όλοι. Αν υπάρχει κάτι καινούργιο, κάτι που να δείχνει πως ο Ιβάν μαθαίνει τη δουλειά, είναι αυτό: υπάρχει πια ένα πλάνο για κάθε ματς και όχι μια μανιώδης προσπάθεια η ομάδα να αποκτήσει ένα, μοναδικό και συγκεκριμένο τρόπο παιγνιδιού. Δεν είναι η Ισπανία η Εθνική μας και δεν θα γίνει. Δεν είναι η Γαλλία όσο κι αν πολλοί νομίζουν ότι έχει ανάλογους παίκτες. Είναι μια ομάδα με καλό υλικό, αλλά και «τρύπες». Εχει πολυτέλειες στη θέση του φορ, έχει πολλούς πλάγιους μπακ, έχει αξιόπιστους σε γενικές γραμμές στόπερ, αλλά στις άλλες θέσεις είναι μια κανονική Εθνική Ελλάδος με λίγες αλλαγές και πολλούς μαχητές. Μια ομάδα δηλαδή ο προπονητής της οποίας πρέπει υποχρεωτικά να ασχολείται με τον αντίπαλο – δηλαδή με την ειδική δυσκολία του κάθε ματς. Και να το προετοιμάζει με τον τρόπο που είναι απαραίτητος έχοντας στο μυαλό του ότι ο τρόπος δεν είναι ένας.
Αυτή η ομάδα μπορεί να παίζει αλλιώς με τους δυνατότερούς της και αλλιώς με τους λιγότερο καλούς από την ίδια: πρέπει να αποκτήσει την ικανότητα να διαφοροποιείται αναλόγως. Και γιατί ο καλός προπονητής της μόνο δογματικός δεν είναι.
Δυο διαφορετικές ομάδες
Σε αυτή την τετράδα των αγώνων είδαμε δυο διαφορετικές Εθνικές. Με την Σερβία (αλλά και στο πρώτο ημίχρονο κόντρα στους Ολλανδούς) είδαμε την Εθνική των σπουδαίων Ελλήνων του εξωτερικού - μια ομάδα που μπορεί να σκοράρει εύκολα γιατί έχει πέντε σέντερ φορ στο δυναμικό της και παίκτες στο πλάι όπως ο Καρέτσας και ο Τζόλης που κατά τον Σβαϊνστάιγκερ η Γερμανία δεν έχει. Με τους Γερμανούς και τους Ολλανδούς είδαμε μια άλλη ομάδα, αυτή που αποτελείται από μαχητές της Σουπερλίγκ, από παιδιά που ξέρουν ότι για να πάρεις αποτέλεσμα πρέπει να δώσεις ό,τι έχεις, και συγχρόνως να είσαι και κυνικός και να πιστεύεις ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι στο μέλλον και οι δυο τρόποι θα της είναι χρήσιμοι. Αλλά κι ότι ο προπονητής της ομάδας ξέρει πιά να διαλέγει τι χρειάζεται κατά περίσταση.
(Gazzeta.gr, Oκτώβριος 2026)








