Ο ρεαλισμός της φρίκης

Ο ρεαλισμός της φρίκης

Αποφασίζοντας να μεταφέρει στη μικρή οθόνη το «Τσερνόμπιλ», το βιβλίο της βραβευμένης με Νόμπελ Ρωσίδας συγγραφέα Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, η ΗΒΟ μας θύμισε ότι η πραγματικότητα μπορεί να μας δώσει ακόμα και δυστοπικές ιστορίες περισσότερο θεαματικές από αυτές που μπορεί να πλάσει το μυαλό οποιουδήποτε δημιουργού, που θέλει να προσθέσει ένα κεφάλαιο σε αυτό που μάθαμε να ονομάζουμε «επιστημονική φαντασία». Η μίνι τηλεοπτική σειρά της ΗΒΟ είναι ένα οικολογικό θρίλερ, που μας μιλάει για το τέλος του κόσμου – για την ακρίβεια περιγράφει ένα τέλος του. Αν έχω κάποιες ενστάσεις αυτές αφορούν το πόσο μπορεί ο μαζικός θάνατος να γίνει μαζικό θέαμα.

Η προσοχή στην ουσία

Η μεγαλύτερη προσφορά της σειράς που έχει θέμα το πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνόμπιλ είναι ότι επανάφερε στην επικαιρότητα την οικολογική διάσταση της τραγικής αυτής ιστορίας. Όπως συμβαίνει με όλες σχεδόν τις ανάλογες ιστορίες αυτή η διάσταση δεν απέκτησε ποτέ την προσοχή της κοινής γνώμης – την προσοχή που της άξιζε. Το «Τσερνόμπιλ» καταγράφηκε στο μυαλό όσων το ζήσαμε περισσότερο σαν μια ιστορία του Ψυχρού Πολέμου – κάτι σαν την κρίση στην Κούβα π.χ όταν Αμερικάνοι και Ρώσοι έφτασαν ένα βήμα πριν τη σύγκρουση. Στο Τσερνόμπιλ δεν είχαμε βέβαια αντιπαράθεση των μεγάλων δυνάμεων, αλλά είχαμε κάτι χειρότερο: την αμφισβήτηση της ίδιας της ιστορίας από τους πιστούς της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Αυτοκρατορίας. Η αμφισβήτηση αυτή, ακριβώς επειδή είχε κάτι το γκροτέσκο, κάλυψε την ίδια τη βαρύτητα της ιστορίας και δεν επέτρεψε καμία σχεδόν συζήτηση για την ουσία του προβλήματος, δηλαδή την επικινδυνότητα των πυρηνικών εργοστασίων και την ασφάλεια τους. Μας έμεινε απλά η ανάμνηση κάποιων τύπων που έτρωγαν σε δημόσιους χώρους ντομάτες και ζαρζαβατικά για να μας πείσουν ότι το Τσερνόμπιλ ήταν αποτέλεσμα της δυτικής προπαγάνδας και ότι δεν έγινε τίποτα: ένας από αυτούς λέγεται ότι ήταν ο Θανάσης Καρτερός, τότε συντάκτης του Ριζοσπάστη και σήμερα σύμβουλος του πρωθυπουργού μας. Δεν τον έχω δει να το κάνει, δεν το αποκλείω: είχα πάντως δει άλλους.

Επιτάχυνε την κατάρρευση

Το Τσερνόμπιλ ήταν επί της ουσίας ο επιταχυντής της κατάρρευσης της κάποτε ΕΣΣΔ. Όχι γιατί έβγαλε στο φως την διάθεση του καθεστώτος να καλύψει με ψέματα το μεγαλύτερο πυρηνικό δυστύχημα που έγινε στον πλανήτη μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αλλά γιατί έβγαλε στο φως όλες τις αδυναμίες του σοβιετικού Κράτους. Τα όσα έγιναν στο Τσερνόμπιλ τρόμαξαν τον Μίκαελ Γκορμπατσόφ που ποτέ του, μετά από αυτό, δεν κατάφερε να βρει την πίστη του στη σοβιετική διοίκηση και στη σοβιετική γραφειοκρατία: δεν ήταν μόνο ένα πυρηνικό δυστύχημα με επιπτώσεις που ήταν αδύνατο να υπολογιστούν – ήταν και η απόδειξη ότι οι κατάλληλοι άνθρωποι είναι χρησιμότεροι από τους κομματικούς υπαλλήλους, όσο κι αν αυτοί ήθελαν το «καλό του λαού». Στο καταπληκτικό του βιβλίο «Η πτώση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας» ο Βίκτορ Σεμπάστιαν που ασχολείται με την πολιτική κρίση επτά μεγάλων χωρών της πρώην Ανατολικής Ευρώπης, περιγράφει τα όσα έγιναν μετά το Τσερνόμπιλ με περισσότερο πολιτικούς όρους: μιλά για ένα Γκορμπατσόφ που τρόμαξε τόσο από τα όσα έγιναν, ώστε αρνήθηκε να πάρει μέρος σε μια άσκηση του σοβιετικού στρατού το σενάριο της οποίας προέβλεπε απάντηση των Σοβιετικών σε επίθεση του ΝΑΤΟ. «Μετά από όσα συνέβησαν δεν θέλω να έχω συμμετοχή σε πυρηνικό όλεθρο, ούτε κι αν αυτός αποτελεί απλή θεωρητική πιθανότητα» είχε πει ο τελευταίος σοβιετικός  ηγέτης. Ωστόσο κι αυτές ακόμα οι ιστορίες δείχνουν πως για ένα μεγάλο κομμάτι ερευνητών και ιστορικών (ο Σεμπάστιαν είναι από τους καλύτερους του καιρού μας) η γοητεία του Τσερνόμπιλ ήταν κυρίως η πολιτική του διάσταση. Όχι, ευτυχώς, για την σειρά του ΗΒΟ.

Το βιβλίο της Αλεξίεβιτς

Η επιτυχία της σειράς βασίζεται κατά τη γνώμη μου στο ότι πάτησε πολύ στο βιβλίο της Αλεξίεβιτς, που κυκλοφορεί, όπως και άλλα δυο δικά της, από τις εκδόσεις Παττάκη. Η Αλεξίεβιτς, που σε όλα της τα βιβλία ασκεί κριτική στο κομμουνιστικό καθεστώς, αλλά αγαπάει πολύ τον ρωσικό λαό, έκανε μια μεγάλη έρευνα μεταξύ των επιζώντων και ανέδειξε πολλές ανθρώπινες ιστορίες που στη σειρά αξιοποιήθηκαν: ιστορίες και υπεύθυνων για όσα έγιναν, και αρμοδίων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων και απλών ανθρώπων που έχασαν δικούς τους αντιμετωπίζοντας και οι ίδιοι στη συνέχεια καρκίνους και άλλες μολυσματικές ασθένειες. Αυτές οι ανθρώπινες ιστορίες βοηθάνε στο να πάει ελαφρώς στην άκρη η πολιτική διάσταση της ιστορίας που είναι έτσι κι αλλιώς πάντα επίκαιρη και ιντριγκαδόρικη. Μολονότι δεν λείπουν σκηνές και διάλογοι που μαρτυρούν είτε την πολιτική αδυναμία κατανόησης του τι έχει συμβεί, είτε τον πολιτικό πανικό, εν τούτοις για πρώτη φορά το focus αφορά την οικολογική διάσταση της σειράς κι αυτό την καθιστά και παιδαγωγικά χρήσιμη. Σου δείχνει «τι ακριβώς έγινε» και σε σοκάρει. Κυρίως γιατί νόμιζες πως το «γιατί έγινε» είναι σημαντικότερο.

Το χρονικό και η εικόνα δημιουργούν όλα τα υπόλοιπα: απόλαυση τηλεοπτική και τρόμος εναλλάσσονται και την ίδια στιγμή που μένεις άναυδος με την ανασύνθεση της εποχής και των περιστατικών, δεν μπορείς να μην αναρωτηθείς πόσο υπαρκτοί είναι σήμερα ανάλογοι κίνδυνοι. Η σειρά είναι χρήσιμη γιατί δημιουργεί τις συνθήκες για μια συζήτηση που δεν έγινε τότε που το Τσερνόμπιλ το ζήσαμε: επαναφέρει στο κέντρο της προσοχής κάθε προβληματισμό για το περιβάλλον, εκεί βέβαια που αυτός μπορεί να υπάρξει – στη Δυτική Ευρώπη π.χ, όπου ξανά ανεβαίνουν οι Πράσινοι.

Η φωτιά ως αξιοθέατο

Εχω μόνο ένα προβληματισμό που αφορά όχι την ιστορία, αλλά την εξιστόρησή της κι αυτός έχει να κάνει με την μετατροπή της δυστυχίας σε μαζικό θέαμα. Αναρωτιέμαι αν η σειρά θα ήταν εξίσου επιτυχημένη, αν δεν ήταν τόσο ακριβής στην εξιστόρηση των περιστατικών: το λέω γιατί αυτή η ακρίβεια δεν περιλαμβάνει μόνο θεαματικές σκηνές με πτώσεις ελικοπτέρων, αλλά και αρκετές ακρότητες, που αφορούν ανθρώπους. Ειδικά στο πρώτο επεισόδιο τα σώματα που λιώνουν από τη ραδιενέργεια, οι θάνατοι των πυροσβεστών που δεν γνωρίζουν τι αντιμετωπίζουν, τα πλάνα των κατοίκων που εκτίθενται στην όξινη βροχή παρακολουθώντας τη φωτιά ως αξιοθέατο, ομολογώ ότι μου δημιούργησαν μια δυσφορία: ποτέ δεν τα πήγα καλά με τον ρεαλισμό της φρίκης και πάντα αναρωτιέμαι για το αν είναι ηθικό να τον πουλάς – ας μην ξεχνάμε πως δεν μιλάμε για ντοκιμαντέρ, αλλά για μυθοπλασία, δηλαδή για εμπορική τηλεόραση.

Δεν κάνω την παραμικρή ένσταση – τοποθετώ τον εαυτό μου στους φίλους της σειράς. Απλά αναρωτιέμαι αν αυτή η ρεαλιστική απεικόνιση είναι το τυράκι που μας τράβηξε στο να τη δούμε. Αν είναι έτσι, ίσως κι εμείς από τη μεριά μας οφείλουμε στα θύματα του Τσερνόμπιλ μια μικρή συγνώμη…