Η κινηματογραφική αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη και πριν αρχίσει η προβολή όλο και κάποια μουρμούρα άκουγες – κάποιοι, ως συνήθως, έπαιζαν και με το κινητό τους. Μόλις άρχισε η προβολή, μετά τα πρώτα δέκα λεπτά, δεν ακουγόταν ψίθυρος. Το «Αμνετ» που παρακολουθούσαμε, η τελευταία ταινία της βραβευμένης με Οσκαρ Κλόι Ζάο, είναι η ιστορία της γνωριμίας και του γάμου του Γουίλιαμ Σαίξπηρ με την γυναίκα του: για μυθοπλασία πρόκειται. Δεν είναι μια απλή ταινία εποχής, αλλά ένα δράμα αληθινό, απόλυτο, ένα από αυτά που πρώτα σου θυμίζουν ότι έχεις καρδιά και μετά στην τρυπάνε. Και που συγχρόνως σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που μας στέλνει αιώνες τώρα να τρέχουμε και να παρακολουθούμε δράματα.

Όπως και να το δεις το να θες παρακολουθείς ένα δράμα δεν είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό: δεν ξυπνάς το πρωί και σκέφτεσαι πως θα γίνεις χάλια και θα πως θα βρεις τρόπο να υποφέρεις. Αλλά κι όταν μετά από μια μέρα δουλειάς κι έντασης θες να διασκεδάσεις (αυτό προσφέρει από αρχαιοτάτων χρόνων το θέατρο και από τον καιρό της τεχνολογίας κι έπειτα το σινεμά), δεν νομίζω ότι αναζητάς δακρύβρεχτες ιστορίες. Κι όμως, αυτές σε τραβάνε από το μανίκι, σε ιντριγκάρουν σε σημείο που όχι μόνο δεν τις αποφεύγεις αλλά τις αναζητάς.
Σκέψου το λίγο το παράδοξο. Αν σήμερα Κυριακή σε πλησίαζε κάποιος άγνωστος (κι όχι ένας φίλος σου) εκεί που πίνεις τον καφέ σου και σου ζητούσε να τον άφηνες να σου διηγηθεί μια ιστορία προσωπικής απόγνωσης, θα θεωρούσες άραγε τον εαυτό σου τυχερό ή θα αναρωτιόσουν τι κακό έχεις κάνει και κάποιος ήρθε από το πουθενά να σε ψυχοπλακώσει; Αν τον άκουγες, θα το έκανες από ευγένεια ή γιατί θα τον λυπόσουν. Τίποτα από τα δυο όμως δεν σε παρακινεί να τρέξεις να δεις ένα δράμα. Τότε γιατί το κάνεις;
Η ταινία της Κλόε Ζάο δίνει μια καλή απάντηση σε αυτό – καθόλου μπανάλ. Η συνηθισμένη απάντηση- εξήγηση είναι ότι από τα χρόνια της αρχαιότητας οι άνθρωποι έβλεπαν όλοι μαζί τα δράματα με τον τρόπο που πήγαιναν στους ναούς για να προσευχηθούν: ήταν ο τρόπος τους για να θυμηθούν την δύναμη των Θεών και της μοίρας. Το έκαναν για να θυμούνται πως δεν πρέπει να αεροβατούν, και ότι δεν πρέπει να ξεχνούν πως πάντα το κακό παραμονεύει. Η μπανάλ εξήγηση της λατρείας για το δράμα είναι ότι όσο πιο σκληρό είναι αυτό τόσο πιο πολύ χαίρεσαι γιατί δεν έχεις υπάρξει πρωταγωνιστής του – τόσο πιο πολύ καμαρώνεις με τον εαυτό σου, που δεν σου έτυχε στη ζωή να είσαι τραγικό θύμα ή μισητός θύτης.
Το δραματικό έργο δεν χρειάζεται ταυτίσεις, αλλά επιβάλει απόσταση: δεν θες να είσαι ο βασανισμένος ήρωας, αλλά θες απλά να παρακολουθείς τα βάσανα του ήρωα. Όταν αισθάνεσαι ότι τα βάσανα αυτά τα κατανοείς, νιώθεις παράλληλα τυχερός. Ομως σήμερα για αυτή την ανάγκη δεν χρειάζεσαι θεατρικά και κινηματογραφικά δράματα: σου αρκεί ένα δελτίο ειδήσεων, κάποιες ειδικές εκπομπές στην τηλεόραση ή απλά μια σειρά από βίντεο γεμάτα από καταστροφές στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Η εικόνα μιας καταστροφής που σε κάνει να αισθάνεσαι ευλογημένος γιατί δεν σου έτυχε εσένα, μπορεί να σου ρθει από παντού: δεν την ψάχνεις καν – σε βρίσκει αυτή. Και σε κάνει εύκολα και να θυμώσεις ή απλά να κάνεις τον σταυρό σου. Οπότε τι το χρειάζεσαι πλέον το δράμα; Για να κλάψεις λυτρωτικά; Στον καιρό της ψυχοθεραπείας τέτοιες ανάγκες αντιμετωπίζονται διαφορετικά. Και υπάρχει και κάτι άλλο. Δεν είμαστε στους καιρούς που το τι έργο θα δεις σου είναι άγνωστο ώστε να σε σοκάρει ξαφνικά. Ξέρεις περίπου τι θα δεις. Και μολονότι αυτό που θα δεις είναι δράμα σκληρό κι οδυνηρό σαν γροθιά στο στομάχι το βλέπεις. Γιατί άραγε;

Η Κλόε Ζόε δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα απάντηση σε αυτό: ισχυρίζεται πως πίσω από κάθε δράμα υπάρχει πόνος. Πως ο πόνος λειτουργεί ως δυνατή έμπνευση και πως εν τέλει ο άνθρωπος παρακολουθεί το δράμα νιώθοντας ένα είδος θρησκευτικής βουβής οδύνης απέναντι στον πόνο που το έχει δημιουργήσει. Λέει ότι το δράμα είναι ως είδος τόσο αυθεντικό που το αποζητούμε επειδή σεβόμαστε την έμπνευση χάρη στην οποία γεννήθηκε. Λέει πως, κατά κάποιο τρόπο, κοινωνούμε σε αυτό: γινόμαστε μέρος του, όχι για να αισθανθούμε τυχεροί που ένα ανάλογο κακό δεν μας βρήκε, αλλά γιατί διακρίνουμε ένα είδος μετουσίωσης της ζωής σε Τέχνη. Πως προσδοκούμε πως από τον πόνο θα προκύψει κάτι σπουδαίο.
Θυμόσαστε εκείνο το παλιό τραγούδι που έλεγε ο «έρωτας με έρωτα περνάει»; Όταν βλέπουμε ένα δράμα ψάχνουμε το αντίδοτο απέναντι σε αυτό που φοβόμαστε πιο πολύ, δηλαδή στον πόνο. Κι όταν βλέπουμε πως ακόμα κι ο μεγαλύτερος πόνος αντιμετωπίζεται, αισθανόμαστε λιγότερο εκτεθειμένοι στον πόνο: πιστεύομε πως «ο πόνος με πόνο περνάει» γιατί ο πόνος τελικά εμπνέει. Δεν είναι αλήθεια. Αλλά ποια ψευδαίσθηση είναι δυνατότερη και πιο γλυκιά από την ίδια την Τέχνη; Καμία μάλλον.

Το Αμνέτ είναι ένα δράμα που έρχεται να μας θυμίσει ότι η ζωή – ακόμα και οι χειρότερες στιγμές της –αποτελεί πάντα έμπνευση, ευκαιρία για δημιουργία, εν τέλει Τέχνη. Ο Σαίξπηρ της Κλόι Ζόε είναι ένα σφουγγάρι που μαζεύει όσα αφηγείται – θεατής και δημιουργός ταυτόχρονα. Ενας παραμυθάς που μπορεί να σαγηνέψει χρησιμοποιώντας ακόμα και την πιο τραγική ιστορία. Για να κεντρίσει το ενδιαφέρον της μετέπειτα γυναίκας του της λέει με τον τρόπο του το μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Την κάνει αμέσως όμοια με εμάς που βλέπουμε τα δράματα: δεν την κάνει να γελάει, αλλά την υπνωτίζει πείθοντάς την ό,τι είναι γεμάτος μυστικά. Όταν αυτή που έχει το χάρισμα να αγγίζει τους ανθρώπους και να βλέπει το μέλλον τους, του πιάνει το χέρι βλέπει θάλασσες, βουνά, ξένες χώρες – δεν μπορεί να καταλάβει πως όλα αυτά είναι σκηνικά από δράματα, αλλά μοιραία μαγεύεται. Κι όταν αυτή θα τον παντρευτεί και θα καταλάβει πως η ευτυχία δεν σε γλυτώνει από τον εμφανιζόμενο πόνο, τον κατηγορεί για την ανικανότητα του να τον απαλύνει. Μέχρι που διαπιστώνει πως αυτός πονώντας περισσότερο, χρησιμοποιεί την οδύνη του για να χαρίσει στον κόσμο ένα από τα κορυφαία έργα του, δηλαδή τον Αμλετ, που κατά την Κλόι Ζόε, είναι αποκύημα όχι σκέψης και σύνθεσης, αλλά ανάγκης για ανακούφιση – κάτι σαν επίκληση στην μοίρα για γιατρειά, κάτι σαν θαύμα. Όπως θαύμα είναι και η ερμηνεία της Τσέσι Μπάκλει, που θες να μπεις στη οθόνη να την πάρεις αγκαλιά.
Αυτή την συνταγογράφηση γιατρειάς απέναντι στους πόνους που καραδοκούν, αναζητά ο θεατής βλέποντας δράματα χιλιάδες χρόνια τώρα. Μένοντας σιωπηλός. Ανίκανος απέναντι στην γοητεία του δράματος. Σαν μαγεμένος.
(Βημαγαζίνο, Φεβρουάριος του 2026)








