Ο μαγικός αυλός του Διονύση Σαββόπουλου

Ο μαγικός αυλός του Διονύση Σαββόπουλου

Ξαφνικά και απροσδόκητα το περασμένο Σάββατο στο πάλκο που το MEGA έστησε τον περασμένο Μάρτη για να γλυκάνει με μεγάλες επιτυχίες τις νύχτες του εγκλεισμού μας εμφανίστηκε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Όχι μόνος, αλλά πάντα μπροστάρης, κήρυκας και αρχηγός ενός υπέροχου χορού φτιαγμένου από τον ίδιο με συντελεστές παλιούς και νέους. Ηρθε ξαφνικά για να μας θυμίσει αυτή την παντοτινή νοσταλγία του ροκ του μέλλοντός μας, που σαν μάγος βάζει στη ζωή όλων όσων τον αγαπάμε δεκαετίες τώρα. Δεν ήταν ούτε θεατρικά μελαγχολικός, όπως είναι συνήθως οι τραγουδοποιοί μας, ούτε βαρύς, όπως συνηθίζουν οι εγχώριοι εκπρόσωποι του έντεχνου, ούτε σοβαροφανής, όπως κάνουν όσοι μεγαλοπιάνονται γιατί το παρελθόν υπήρξε μαζί τους γαλαντόμο. Ηταν λαμπερός σαν μεγάλος παραμυθάς, σοφός σαν αρχηγός της παρέας, σκωπτικός έτσι όπως κατέληγε στα ωραία του συμπεράσματα – ζιζάνιο πραγματικό, όχι ως αιώνιος έφηβος, αλλά ως αιώνιος σκανδαλιάρης. Το είδος του καλλιτέχνη που δεν συναντάς στην ελληνική τηλεόραση – ίσως και στην τηλεόραση γενικότερα.

Το Σαββατόβραδο όλοι τραγουδάνε

Το βράδυ του Σαββάτου καιρό τώρα στα τηλεοπτικά κανάλια όλοι τραγουδάνε. Η επιτυχία του πρωτομάστορα της παρεϊστικής εκπομπής διασκέδασης Σπύρου Παπαδόπουλου έβαλε τα κανάλια στη λογική ότι το Σαββατόβραδο πρέπει να ανήκει στη μουσική και στα τραγούδια. Μόνο που δεν είναι έτσι ακριβώς. Αλλο είναι το τραγούδι και η μουσική κι άλλο το γλέντι, δηλαδή η συνειδητή προσπάθεια να δείξουμε ότι περνάμε όλοι καλά προσπαθώντας να μεταφέρουμε την ατμόσφαιρα αυτή και στο σπίτι όποιου μας παρακολουθεί.

Η τηλεόραση δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το τραγούδι - προτιμά το γλέντι και καταλαβαίνω το γιατί: ήταν πάντα πιο κοντά στο θέαμα, που αυτή εναγωνίως αναζητά ως σανίδα σωτηρίας στους ωκεανούς της AGB. Ωραίο είναι το γλέντι κι έχω συμμετάσχει σε διάφορα τέτοια – με τον καιρό απόκτησα την ικανότητα να κάνω και τη γλάστρα, δεν παραπονιέμαι, ωραία ήταν. Αλλά το τραγούδι είναι κάτι άλλο: όσα χρόνια κι αν περάσουν παραμένει αυτό που λέει ο Σαββόπουλος, δηλαδή ο συντομότερος τρόπος για να βρεθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Κι αυτό με την μοναδική του μαεστρία μας το θύμισε για τρεις ώρες το βράδυ του Σαββάτου.

 H ανάδειξη των πρωταγωνιστών

Ο Σαββόπουλος σπανίως τραγουδά στην τηλεόραση: κι όταν κάποτε έκανε το «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι» τραγουδούσε λίγο και πιο πολύ μιλούσε για το τραγούδι στην Ελλάδα. Το ότι κατάφερε ο Αντώνης Δημητριάδης να τον πείσει να εμφανιστεί αποτελεί κατόρθωμα. Αντίθετα με άλλες εκπομπές, αυτή του σαββατόβραδου του ΜEGA επιτρέπει στους τραγουδιστές και τους συνθέτες να την επιμεληθούν οι ίδιοι. Δεν είναι καλεσμένοι, αλλά οικοδεσπότες. Δεν τους περιμένει ένα πλήθος θαυμαστών (που σπανίως γνωρίζουν) αλλά μπορεί οι ίδιοι να καλέσουν λίγους ομότεχνούς τους – ακόμα και να επιλέξουν τους χώρους. Ετσι ο τηλεθεατής μπορεί να διακρίνει την αισθητική τους, να χαρεί ή να βαρεθεί αλλά αποκλειστικά μαζί τους. Άλλοι φέρνουν τους διάσημους φίλους τους, άλλοι μετατρέπουν τη σκηνή σε πάλκο και την οθόνη σε μαγαζί που κάνουν το πρόγραμμα τους κι άλλοι απλά απευθύνονται στο κοινό τους τραγουδώντας του όλα τους τα σουξέ με τη συνηθισμένη σειρά, σαν ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής.

Ο Σαββόπουλος πήγε στην εκπομπή για να υπενθυμίσει απλά τη δύναμη της Τέχνης του, χωρίς σκηνοθετημένα λαϊκά ξεφαντώματα και επιδείξεις νεωτερισμών, αλλά με τη διάθεση να μας θυμίσει ότι το τραγούδι έχει πάντα λίγη από τη λάμψη του αληθινού θαύματος. Αυτό το θαύμα μπορεί να προκύψει και στην αποστειρωμένη, χαζοχαρούμενη και αφόρητα προβλέψιμη τηλεόρασή μας, αν έχεις το κουράγιο να την χρησιμοποιήσεις ως μέσο – και όχι ως μηχανή προβολής της ματαιοδοξίας σου. Μπορείς να το κάνεις όταν εκμεταλλεύεσαι τη δύναμή της κι όχι όταν σε αυτή παραδίνεσαι. Κι φυσικά μόνο όταν βασίσεις τα δρώμενα πάνω σε πρωταγωνιστές που αναδεικνύεις.

Ο Κιουρτσόγλου και ο Λάντσιας βάλανε φωτιά στα όργανα. Ο Δάντης, δάντης πραγματικός με τη βραχνάδα και το πάθος του. Ο Μητσιάς με την υπέροχη σεμνότητα και τη σαλονικιά ωραία μαγκιά του είπε λαϊκά, δηλαδή άψογα, το «Με αεροπλάνα και βαπόρια». Η Βιολέτα Ικαρη τραγούδησε το «Μυστικό τοπίο», ως πραγματική τραγουδίστρια κι όχι ως κάποια που το υποκρίνεται για λόγους βιοποριστικούς. Και οι δυο θαυματουργές μικρές, η Αλεξάντρα Σιετή και η Κλαύδια Παπαδοπούλου, έδειξαν τον νεανικό τους και αγνό ενθουσιασμό, τραγουδώντας με  φρεσκάδα τραγούδια από ένα υπέροχο χθες. Όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν έτσι ακριβώς κι αν δεν ήμασταν στην τηλεόραση, αλλά βρισκόμασταν στο Αλσος ή σε κάποιο θέατρο, αλλά δεν θα μπορούσαν να γίνουν ποτέ αν δεν υπήρχε ο Σαββόπουλος.

Με λίγη αμηχανία στην αρχή και με γκάζια στο τέλος ο Σαββόπουλος σκηνοθέτησε την επιτυχία του προγράμματος άψογα: το τραγούδι ήταν αυτή τη φορά δυνατότερο από το μέσο – δεν είχε καμία ανάγκη την τηλεόραση, αφού το μυστικό του ήταν (πάλι…) ο δημιουργός του κι αυτή η υπέροχη ικανότητα του να μιλά για τον ίδιο, συναντώντας πάντα στον δρόμο του όλους εμάς, που μαγεμένοι από τον αυλό της βραχνάδας της φωνής του τον ακολουθούμε.

Τα ανόητα πολιτιστικά φράγματα

Ο Σαββόπουλος προτιμά πάντα να νιώθει την ύπαρξη και την αμεσότητα του κοινού: να μας διηγείται τις ιστορίες του παίζοντας με τις αντιδράσεις μας. Το πρόβλημα του ήταν αρχικά το πώς θα ξεπεράσει τα ανόητα πολιτιστικά φράγματα, που ύψωναν μετεμφυλιακά η ανόητη αρχομανής δεξιά και η αφόρητα πομπώδης αριστερά σε όλα τα επίπεδα: φυσικά και σε αυτό της αισθητικής, που είναι πολιτική κι αυτή θέλουμε δεν θέλουμε. Στην πορεία προσπάθησε «να δέσει το κλαρίνο με την κιθάρα Gibson» – για να θυμηθώ το Χρήστο Βακαλόπουλο που έγραφε κάποτε «ότι στα τραγούδια του η κιθάρα μοιάζει να έρχεται από τα βάθη του παρελθόντος, την ώρα που το κλαρίνο του Σαλέα ηχεί σαν όργανο του μέλλοντος». Σήμερα, έχοντας συντρίψει κάθε διαχωριστική γραμμή, υπέροχος και μοναδικός, μπορεί να πάει ένα Σαββατόβραδο στην τηλεόραση και να σκηνοθετήσει μια βραδιά μέθεξης, τόσο ζωντανή όσο οι συναυλίες του και τόσο αυθεντικά δική του, ώστε για να τη χαρείς έπρεπε να γίνεις από τηλεθεατής συνεργός της βραδιάς.

Όλα έγιναν χωρίς παρεϊστικους χαβαλέδες που είναι της μόδας, μακριά από σουξεδάκια του συρμού, χωρίς κόλπα πανηγυρτζίδικα. Αλλά με απλότητα, με χιούμορ, με ζεστασιά, με έμπνευση, με κέφι, με ιστορίες.  Ο κόσμος αγαπά τις μικρές αυτές ιστορίες κι όχι τις άλλες με τα κεφαλαία γράμματα: αρκεί να είναι αληθινά δικές του κι ας μην είναι αληθινές απαραίτητα.

Μια νέα γενιά ηρώων

Στο τέλος με τρίγωνα κάλαντα φτάσαμε «απ’ την καραντίνα στην ελευθεριά» ενώ ο ίδιος εξέφραζε τη βεβαιότητα ότι «μια νέα γενιά ηρώων θα κάνει έφοδο από τον ουρανό με την ψυχή της». Το μουντό Σαββατόβραδο έλαμψε με Τσιτσάνη και Μακ Κάρτνεϊ, με «Freedom» και «Να με προσέχεις», με τα σόλα του Σάκη Ντόβαλη και την ομολογία της καψούρας για τη Ζαν Μορό. Γιορτάζοντας τη δύναμη τραγουδιών που έρχονται πάντα από εκείνο το όνειρο που τρίζει, τρεις γενιές συναντήθηκαν – αυτό δεν ήταν τηλεόραση, ήταν μια μυσταγωγία αισθημάτων. Ξεχνώντας ότι τον έβλεπα στην τηλεόραση – κι αυτό ήταν το πιο όμορφο της βραδιάς - ήθελα να πάω στο καμαρίνι και να του λεγα «σε ευχαριστώ γίγαντα Διονύση, γιατί των Ελλήνων οι κοινότητες ταξιδεύουν πάντα στο γαλαξία της μουσικής σου».

Ας είναι καλά για να ανταμώνουμε: υποχρεωτικά κλεισμένοι στα σπίτια μας, απλά ακολουθώντας τον βρεθήκαμε πάλι σε μέρη αυτόνομα…