Μη σταματάς Στέφανε...

Μη σταματάς Στέφανε...

Ξημέρωνε στην Ελλάδα, όταν ο Στέφανος Τσιτσιπάς πανηγύριζε την πρόκριση του στα ημιτελικά του Open της Αυστραλίας. Όποιος ήθελε να τον δει να αντιμετωπίζει τον Ρομπέρτο Μπαουτίστα Αγκούτ έπρεπε να ξενυχτίσει, αλλά το ξενύχτι άξιζε. Αυτό το ματς, μαζί με την εποποιία του Έλληνα πρωταθλητή με αντίπαλο τον Ρότζερ Φέντερερ, συνιστούν την καλύτερη απόδειξη για το ότι το μέλλον είναι δικό του. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το δεύτερο μέρος μιας μεγάλης αθλητικής ιστορίας: αν στο ματς με τον Φέντερερ ο Τσιτσιπάς (και μαζί του κι εμείς) έζησε ένα όνειρο, η χθεσινή του νίκη είναι η απόλυτη απόδειξη πως τα καταφέρνει καλά και στην πραγματικότητα. Που μερικές φορές είναι πιο δύσκολη και πιο απαιτητική.

Ενας κακός μπελάς

Ο Ρομπέρτο Μπαουτίστα Αγκούτ δεν είχε τη λάμψη του Φέντερερ κι αυτό ήταν αρχικά ένα μεγάλο πρόβλημα. Ο Τσιτσιπάς τον αντιμετώπισε είκοσι τέσσερις ώρες μετά τον απόλυτο θρίαμβό του. Η απορία όλων δεν ήταν αν μπορεί να τον κερδίσει, αλλά πως θα καταφέρει να συγκεντρωθεί. Ο Αγκούτ είναι το είδος του κακού δαίμονα, που κανείς δεν θέλει να βρει στα προημιτελικά σε ένα μεγάλο τουρνουά. Κέρδισε στη Ντόχα το πρώτο τουρνουά της χρονιάς δίνοντας ένα μάθημα στο Νόβακ Τζόκοβιτς, νούμερο ένα στον κόσμο. Στη Μελβούρνη απέκλεισε τον Μάρεϊ, προκαλώντας τα δάκρυα του και κάνοντας τον να αναγγείλει το αντίο του. Στη συνέχεια πέταξε έξω τον Τσίλιτς, περσινό φιναλίστ του τελικού – έναν από τους σταθερότερους παίκτες  την τελευταία τριετία. Ο τύπος έφτασε στα 30 του στον πρώτο προημιτελικό της καριέρας του, όχι γιατί είχε εύκολες κληρώσεις, αλλά γιατί παίζει το καλύτερο τένις της ζωής του. Επιπλέον δεν ήταν και φαβορί: ο κόσμος όλος περίμενε να δει τον Ελληνα που έστειλε σπίτι τον Φέντερερ έχοντας γίνει ο πρώτος που τον  κέρδισε στη Μελβούρνη μετά από δύο χρόνια.

 

Ο Αγκούτ είχε όλα τα απαραίτητα όπλα για να κάνει στον Τσιτσιπά τη ζημιά: ήταν φορμαρισμένος αλλά και έμπειρος, ενθουσιασμένος αλλά και άριστος γνώστης της πραγματικότητας, γκαζωμένος από τις προηγούμενες νίκες του, αλλά και ταπεινός, αφού για αυτόν κάθε αντίπαλος είναι σπουδαίος. Το μεγαλύτερο προσόν του όμως είναι ότι έμοιαζε απερίγραπτα συνηθισμένος: το είδος του καλού παίκτη που ο Τσιτσιπάς συναντά διαρκώς μπροστά του και που μοιάζει με Λερναία Υδρα. Εχει κερδίσει τέτοιους αρκετούς, αλλά έχει χάσει κι από τέτοιους ένα σωρό φορές: είναι όλοι παίκτες που μοιάζουν βγαλμένοι από το ίδιο εργαστήριο. Εργατικοί, μαχητικοί, σοβαροί, προσηλωμένοι στο σκοπό, άριστοι αμυντικοί, έτοιμοι να τρέχουν για τέσσερις ώρες. Και την ίδια στιγμή σκοτεινοί, χωρίς λάμψη. Φτιαγμένοι, όχι για να σε κερδίσουν, αλλά για να σου προκαλέσουν νευρικό κλονισμό με τις αντοχές τους. Κυρίως έτοιμοι να σε κάνουν ν αρχίσεις να μονολογείς και να χτυπιέσαι, ν αναρωτιέσαι τι λάθος κάνεις και πως διάβολο γίνεται να χάνεις από δαύτους, ενώ έχεις κερδίσει μόλις χθες τον Φέντερερ.      

Σαν τον πυγμάχο που κερδίζει με νοκ αουτ

Ο Ισπανός, χωρίς την παραμικρή έπαρση, έστησε το φλιπεράκι του κι άρχισε να χτυπάει με δύναμη κάθε μπάλα. Ο Τσιτσιπάς ήταν σε όλα τα μικρά καλύτερος. Το πρώτο του σερβίς πέταγε φλόγες. Οι περισσότεροι κερδισμένοι πόντοι του ήταν πανέμορφοι – το κοινό που δεν του συγχώρεσε ότι απέκλεισε τον αγαπημένο του Ελβετό άρχισε σιγά σιγά να του χαρίζει χειροκροτήματα. Αλλά το τένις δεν έχει κριτική επιτροπή για να επιβραβεύσει αυτόν που παίζει ωραιότερα, ούτε έχει πόντους που μετράνε πιο πολύ από τους άλλους. Ο Αγκούτ μάζευε τα πάντα. Τιμωρούσε λάθη, έτρεχε τον Ελληνα κάθε φορά που μπορούσε και ειδικά στο δεύτερο σερβίς του Τσιτσιπά είχε έτοιμες μια σειρά από διαβολοαπαντήσεις. Ο Τσιτσιπάς πήρε το πρώτο σετ με ένα μπρέικ ακριβώς πριν φτάσουμε στο τάι μπρέικ, αλλά δεν είχε δείξει σημάδια υπεροχής κι ο Ισπανός, όχι μόνο ισοφάρισε σε 1-1 γρήγορα και σχεδόν άκοπα, αλλά έμοιαζε να του έχει πάρει και τα μέτρα. Στο τρίτο σετ προηγήθηκε με 4-2 δείχνοντας γεμάτος ενέργεια. Νομίζω σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Τσιτσιπάς κατάφερε κάτι σημαντικό: ξέχασε το ματς με τον Φέντερερ κι αποφάσισε να ασχοληθεί με τον αντίπαλο του. Με ένα κρεσέντο από άσους (ακόμα και στο δεύτερο σερβίς του) και με μια σειρά από βαθιά χτυπήματα κάθε φορά που απαντούσε στο σερβίς του Ισπανού, πρώτα άλλαξε την εικόνα του και μετά το ματς: το σε βάρος του 2-4, έγινε 6-4. Σαν τον πυγμάχο που κινδυνεύει να χάσει το ματς στα σημεία, ο Στέφανος αποφάσισε να κερδίσει με νοκ άουτ, και το κατάφερε κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα: παίζοντας για μια ώρα το αγαπημένο του άψογο επιθετικό τένις κι αφήνοντας κατά μέρους στρατηγικές, υπολογισμούς και προσπάθειες εξεζητημένες.

 

Ως καλός αμυντικός ο Αγκούτ μέχρι το τρίτο σετ κέρδιζε σχεδόν όλους τους μεγάλους σε διάρκεια πόντους πιέζοντας το μπακχαντ του Τσιτσιπά. Ο Τσιτσιπάς, νοιώθοντας ότι τον παρακολουθεί όλη η γη, έμοιαζε να παίζει με την υποχρέωση να κάνει σε κάθε περίσταση το δύσκολο. Όταν έδιωξε αυτή την επιλογή από το κεφάλι του κι άρχισε να παίζει για να κερδίσει (κι όχι για να δείξει πόσο καλός είναι και πόσο δίκαια απέκλεισε τον Ελβετό), το ματς αποδείχτηκε μια απλή διαδικασία: η κλασική νίκη ενός προικισμένου τενίστα με αντίπαλο ένα τίμιο μαραθωνοδρόμο. Μπορεί το τέταρτο σετ να κρίθηκε στο τάι μπρέικ αλλά η υπεροχή του Τσιτσιπά ήταν φανερή: θα είχε τελειώσει τα πάντα πιο νωρίς αν είχε διαχειριστεί λίγο καλύτερα τα ματς πόιντ που είχε στη διάθεσή του. Το τάι μπρέικ μαρτυρά την εικόνα της απόλυτης υπεροχής του στο φινάλε: το κερδίζει με ένα εντυπωσιακό 7-2 χωρίς να έχει επιτρέψει στον Αγκούτ να πάρει ανάσα. Κλείνει το ματς σαν αγρίμι που έχει ξεφύγει από το κλουβί: διαλύει τον αντίπαλό του - πρώτα από όλα στο μυαλό. Κι αν οι Ελληνες στις εξέδρες τραγουδάνε ότι «η Μελβούρνη είναι μπλε», είναι οι υπόλοιποι αυτοί που στο τέλος τον αποθεώνουν: τους έχει κερδίσει με την τέχνη του, σαν αληθινός αρτίστας.

Οι πιστοί και τα θαύματα

Με τα δυο ματς αυτά ο Τσιτσιπάς συστήνεται στον πλανήτη: με τον Φέντερερ έδειξε ικανός για κάτι σπουδαίο και μια μέρα αργότερα απέδειξε πως μπορεί να διαχειριστεί την επιτυχία – το ταλέντο σε κάνει μεγάλο παίκτη, το μυαλό σε κάνει πρωταθλητή. Ο Στέφανος Τσιτσιπάς τα έχει και τα δυο. Παίζει ένα τένις πλήρες, θεαματικό, επιθετικό, δικό του. Μετά τη νίκη του με τον Φέντερερ ο διεθνής Τύπος παραληρούσε: οι παλιοί θυμήθηκαν το ματς του Φέντερερ με τον Σάμπρας στο Γουίμπλετον το 2001, οι νεότεροι επισημαίνουν ότι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια κανείς εικοσάχρονος δεν έφτασε σε ημιτελικό στη Μελβούρνη. Ισως ο Στέφανος δεν είναι ακόμα έτοιμος να κερδίσει τον Ναδάλ και να κατακτήσει το τουρνουά. Μικρή σημασία έχει. Αυτό που για την ώρα μετρά είναι ότι έχει κατακτήσει τις καρδιές όλων. Υπάρχει πλέον ένας Έλληνας Θεός του τένις. Γιατί έχει πιστούς που προσμένουν τα θαύματα του.