Πριν από κάμποσα χρόνια, επτά ή οκτώ ή και περισσότερα, είχα γράψει εδώ πως η μόνη αληθινή μεταρρύθμιση που θα άλλαζε τον κόσμο μας θα ήταν η απόφαση μια χρονιά να έχουμε δυο φορές σερί Αύγουστο – να τελείωνε δηλαδή ο καλοκαιρινός αυτός μήνας και να ξεκινούσε πάλι από την αρχή. Έγραφα πως θα έπρεπε να κάνουμε και με τον Αύγουστο αυτό που κάνουμε και με ένα τραγούδι που επειδή το βρίσκουμε όμορφο το ακούμε και το ξανακούμε. Ισχυριζόμουν πως αν αποφασίζαμε μια χρονιά να έχει όχι δώδεκα αλλά δεκατρείς μήνες (με διπλό τον Αύγουστο) όλα θα ήταν καλύτερα, ακόμα κι αν αυτόν τον δεύτερο Αύγουστο τον περνούσαμε στην πόλη: χρήματα για δεύτερο σερί Αύγουστο έχουν έτσι κι αλλιώς λίγοι κι αυτοί άνετα και από μόνοι τους μπορεί να μετατρέψουν τον Σεπτέμβριο σε Αύγουστο συνεχίζοντας τις διακοπές τους. Ο δεύτερος σερί Αύγουστος δεν θα έκανε καλό σε όσους μπορούν να ζήσουν άνετα πέντε Αυγουστους στη σειρά, αλλά στους υπόλοιπους που καλά καλά δεν ζουν ένα. Θα τους χαλάρωνε, θα τους έφτιαχνε την διάθεση, θα τους έκανε λίγο πιο καλοκαιρινά ανέμελους, όπως ο Αύγουστος ξέρει να κάνει.

Όταν είχα αυτή την ιδέα (όχι και τόσο λογική το παραδέχομαι) την κατέθεσα γιατί πίστευα πως η επανάληψη του Αυγούστου θα βοηθούσε γενικότερα: πρώτα από όλα οι μήνες θα έβρισκαν ξανά τον πραγματικό τους χαρακτήρα. Θα σταματούσε πχ να κάνει υπερβολική ζέστη το Σεπτέμβριο και τα πρώτα κρύα θα έρχονταν στην ώρα τους: όλο το δωδεκάμηνο θα αποκτούσε τη χαμένη του κανονικότητα. Η είδηση ότι η Ελλάδα έχει και δεύτερο Αύγουστο θα μας έφερνε ακόμα πιο πολλούς τουρίστες. Η Ελλάδα εισπράττοντας δυο φορές αυτά έστω τα ψίχουλα της γης, που καταλήγουν στην τουριστική της βιομηχανία, θα ανάπνεε κομμάτι οικονομικά χάρη στους ξένους τουρίστες που θα συνέχιζαν να μας επισκέπτονται χωρίς να έχουν την παραμικρή αντίρρηση για το δικό μας τρικ: ένα δεύτερο σερί Αύγουστο ψάχνουν όλοι. Ισως να υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα αφού θα μέναμε ημερολογιακά (και στα χαρτιά…) ένα μήνα πίσω από την υπόλοιπη ανθρωπότητα αλλά σιγά! Ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά θα ήταν που θα μοιάζαμε στην κοσμάρα μας. Αλλά όλα αυτά τα πίστευα παλιά όμως: τώρα αναθεωρώ.
Ο Αύγουστος που φεύγει δεν ήταν ούτε φέτος ο ωραίος λαμπρός καλοκαιρινός μήνας που έχουμε μάθει να αγαπάμε από μικροί. Είχε φωτιές, καταστροφές και θανάτους. Είχε μια κλιματολογική παράνοια, αφού ξεκίνησε με αέρηδες και μπουρίνια και ολοκληρώθηκε με καύσωνα. Είχε νέες απειλές όπως την έξαρση του ιού του Δυτικού Νείλου. Κυρίως όμως είχε γκρίνια: πολλή γκρίνια. Γρίνια κυρίως από όσους έκαναν διακοπές. Οι άλλοι που δεν μπορούσαν να κάνουν διακοπές, δούλευαν οι άνθρωποι και δεν γκρίνιαζαν. Μπορεί να έβριζαν την μοίρα τους ή την ατυχία τους, αλλά αυτούς δεν τους άκουσα. Τους άλλους τους άκουσα πολύ.

Δεν ήταν ο καλύτερος Αύγουστος που πέρασα ποτέ, αλλά δεν αναφέρομαι στον δικό μου Αύγουστο: μιλάω γενικά. Δεν υπήρξε στιγμή φέτος που να ήμουν κάπου και να μην άκουγα ανθρώπους να γκρινιάζουν. Άλλοι γκρίνιαζαν για τον καιρό και τις μεταβολές του. Αλλοι για τον υπερτουρισμό και τους «λαγοκέφαλους» που θα μας κυνηγούσαν. Άλλοι για τις μεταγραφές των ποδοσφαιρικών ομάδων, άλλοι για την Οδύσσεια του Νόλαν, που πρόδωσε τα ιερά και όσια μας. Αλλοι γιατί είναι της μόδας.
Ολοι σχεδόν γκρίνιαζαν για την ακρίβεια και «την δυσκολία να βγει ο μήνας» - όχι μόνο ο Αύγουστος αλλά κάθε προηγούμενος και κάθε επόμενος μήνας. Το ότι βρίσκονταν σε διακοπές (και θα έπρεπε για αυτό να είναι κάπως ευχαριστημένοι) δεν έμοιαζε να τους απασχολεί. Τους απασχολούσαν ένα σωρό άλλα πράγματα. Το κόστος της βενζίνης. Το κόστος των εισιτηρίων στα πλοία και στα αεροπλάνα. Οι τιμές των προϊόντων στα σουπερμάρκετ. Τα ενοίκια, ακόμα κι αν είχαν σπίτι δικό τους. Δεν θυμάμαι τέτοια γκρίνια ούτε στην πρόσφατη δεκαετία της κρίσης: τότε τουλάχιστον υπήρχαν διάφορες μεγάλες ελπίδες στις οποίες οι Ελληνες έβρισκαν καταφύγιο. Αλλοι περίμεναν τον Αλέξη Τσίπρα να βγει και να καταργήσει τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο. Αλλοι, αργότερα, περίμεναν τον Κυργιάκο Μητσοτάκη να κερδίσει και να φέρει στην χώρα σοβαρότητα και κανονικότητα. Τώρα κανείς δεν μοιάζει να περιμένει τίποτα και κάνει μόνο πικρές διαπιστώσεις και δυσάρεστες προβλέψεις. Η Ελλάδα, στις συζητήσεις που άκουσα, πρέπει απλά να διαλέξει από τι ακριβώς θα πεθάνει. Προβλέπεται πως η εξαφάνισή της είναι θέμα χρόνου εξαιτίας της οικονομικής ασφυξίας. Η της αύξησης της εγκληματικότητας. Η εξαιτίας του δημογραφικού. Η εξαιτίας ενός πολέμου με την Τουρκία ή δεν ξέρω με ποιο άλλο, ο οποίος, αν άκουγες όποιους τον προέβλεπαν, είναι απλά θέμα ημερών. Σύμφωνα με τις συζητήσεις όλα είναι μη αναστρέψιμα.

Δεν θυμάμαι μεγαλύτερη κατάθεση απαισιοδοξίας από αυτή που παρατήρησα φέτος το καλοκαίρι. Μάλιστα το εντυπωσιακό είναι ότι όλες αυτές οι απολύτως κατάμαυρες προβλέψεις γίνονταν εντός ενός καλοκαιρινού σκηνικού που ήταν εντελώς ανακόλουθο ως πλαίσιο. Πηγαινοέρχονταν οι μεζέδες και τα τσίπουρα ενώ άκουγες πόσο ο κόσμος υποφέρει. Έρεαν τα κρασιά μπροστά σε συναγρίδες ή παϊδάκια ενώ διαπιστώνονταν η δραματική μείωση του πληθυσμού λόγω της υπογεννητικότητας. Το δράμα της Ελλάδας μας γινόταν αφόρητο μετά το δεύτερο Απερολ: στο τρίτο οι κατάρες για τους πολιτικούς που πρόδωσαν την χώρα έδιναν και έπαιρναν. Δεν άκουσα βέβαια κανένα να θεωρεί υπεύθυνο για τα δεινά που προηγήθηκαν και αυτά που ακολουθούν τον ίδιο τον Αύγουστο, αλλά υποπτεύομαι πως κι αυτό ισχύει: φαίνεται πως όσο πιο ωραίος είναι ένας μήνας, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η εντός αυτού γκρίνια. Γιατί; Πιθανότατα γιατί όταν είσαι μια χαρά, με τα τσίπουρα και τα κρασιά σου, με τα εξοχικά σου και τα ξενοδοχεία σου, με τις ωραίες παραλίες σου και τις γλυκές σου νύχτες, νιώθεις ένα είδος ενοχής τόσο μεγάλης που πρέπει να γκρινιάζεις ώστε να είσαι σύμφωνος με τους καιρούς. Οι καιροί επιβάλουν να είσαι αντισυστημικός, επιθετικός, όχι αγανακτισμένος (αυτός είναι παλιός ξεπερασμένος ρόλος…) αλλά σίγουρα καταγγελτικός. Και απογοητευμένος, προδομένος, πικραμένος, πονεμένος. Πριν ή μετά το μπάνιο.
Και μόνο για όλα αυτά θα είχε ενδιαφέρον να τον καταργούσαμε τον Αύγουστο. Να μην πηγαίναμε ένα χρόνο πουθενά, να καθόμασταν στα σπίτια μας και να τον περιμέναμε. Σε αυτή την περίπτωση, αν ποτέ ερχόταν, θα τον χαιρόμασταν πραγματικά όπως χιλιάδες άνθρωποι από όλο τον κόσμο που έρχονται εδώ για να τον γνωρίσουν. Επίσης θα τον λαχταρούσαμε όπως χιλιάδες άνθρωποι που δεν τον χάρηκαν φέτος γιατί δεν πήγαν πουθενά. Εμείς που πήγαμε, ζαλισμένοι από την ανάγκη μας να δείχνουμε ό,τι δεν είμαστε, έχουμε σταματήσει να τον χαιρόμαστε. Οπότε τι να τον κάνουμε;
(Βημαγκαζίνο, Αύγουστος του 2026)








