Η χαρά του παιγνιδιού

Η χαρά του παιγνιδιού

Με την επανέναρξη του πρωταθλήματος, μετά την διακοπή, η ερώτηση όλων ήταν πως μπορεί να αντέξει ο Ολυμπιακός να κυνηγάει τον ΠΑΟΚ, που δεν χάνει ποτέ, όταν έχει να δώσει τρία ματς εκτός έδρας με αντιπάλους τρεις ομάδες που πέρυσι δεν κέρδισε, δηλαδή τον Λεβαδειακό και τον ΠΑΣ, που καίγονται για βαθμούς, και τον Αστέρα στην Τρίπολη, που σχεδόν πάντα τον δυσκολεύει. Η δοκιμασία έγινε ακόμα πιο δύσκολη όταν στην κλήρωση του κυπέλλου του προέκυψε και η Ξάνθη: τα δύσκολα εκτός έδρας ματς έγιναν τέσσερα και στο μοναδικό εντός έδρας παιγνίδι αυτού του κύκλου προέκυψε η υποχρέωση της πρόκρισης, μετά το 0-0 στα Πηγάδια. Με τη νίκη στην Τρίπολη χθες βράδυ ο κύκλος έκλεισε επιτυχημένα. Όχι γιατί το σέντερ φορ που αποκτήθηκε, μπήκε και έλυσε το περίφημο επιθετικό πρόβλημα (αυτό που υπάρχει στην Ελλάδα και όχι στην Ευρώπη…), ούτε γιατί ξαφνικά οι διαιτητές άρχισαν να μην βλέπουν χέρια και να σφυρίζουν πέναλτι για ψύλλου πήδημα, αλλά για ένα απλό λόγο. Γιατί φέτος ο Ολυμπιακός, μέσα από επώδυνες διαδικασίες και αρκετές δυσκολίες, βρήκε κάτι που είχε χάσει: την χαρά του παιγνιδιού. Αυτή είναι η καλύτερη εφετινή μεταγραφή του.

Η τεράστια ανάγκη

Έχω δει πολλές ομάδες του Ολυμπιακού: και καλές και κακές, και υπερπροστατευμένες και διοικητικά αδύναμες και φτωχές και πλούσιες. Ο μεγάλος διαχωρισμός, στα δικά μου μάτια, ήταν πάντα αυτός που είχε να κάνει με το παιγνίδι: καλός ήταν ο Ολυμπιακός που σε έκανε να περιμένεις να τον δεις, σίγουρος ότι θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να κερδίσει και κακός Ολυμπιακός ήταν αυτός που δεν έκανε τίποτα από αυτά που μπορούσε – μπορεί να κέρδιζε (και συχνά κέρδιζε πολύ) και μπορεί να έχανε, αλλά δεν δημιουργούσε καμία σχεδόν προσδοκία.

Ισχύει αυτός ο διαχωρισμός για όλες τις άλλες ομάδες; Όταν μιλάμε για την Ελλάδα όχι κι ο λόγος είναι απλούστατος: αντίθετα με τον χορτασμένο Ολυμπιακό, όλοι σχεδόν οι άλλοι είχαν πάντα μια τεράστια ανάγκη να κερδίσουν ή να κάνουν κάποια συγκεκριμένα πράγματα που οι οπαδοί τους απαιτούσαν κι αυτό από μόνο του έβαζε πάντα τη χαρά του παιγνιδιού σε δεύτερη μοίρα. Όταν κάποιος έβρισκε άκρες (συνήθως με το Κράτος…) κι έφτιαχνε μια ομάδα της προκοπής ήθελε να κερδίσει το πρωτάθλημα και η προσήλωσή του αφορούσε αυτό και μόνο. Όταν δεν είχε αυτή τη δυνατότητα, έψαχνε παρηγοριά στο κύπελλο ή στα ντέρμπι – μόνο ο Παναθηναϊκός θυμάμαι κάποια πολλά χρόνια πριν να έχει ως προτεραιότητα τα ευρωπαϊκά του παιγνίδια: μπορεί και σε αυτά να μην έπαιζε ποδόσφαιρο που γέμιζε τον κόσμο του, αλλά το να ανταποκρίνεσαι στην δυσκολία του επιπέδου είναι κάτι που στην Ελλάδα θεωρείται σπουδαίο. Κι αυτός, όμως, σπανίως συνδύασε την ευρωπαϊκή του ανθεκτικότητα με την χαρά του παιγνιδιού, ώσπου τα έχασε και τα δυο.

Το παιγνίδι δεν το αγοράζεις

Στην Ελλάδα είναι πιο εύκολο να κερδίζεις τίτλους από το να χαίρεσαι το παιγνίδι και μαζί σου να το χαίρεται κι ένα κομμάτι του κόσμου σου – πάντα και παντού υπάρχουν οι πάρα πολλοί που το παιγνίδι δεν το καταλαβαίνουν και προτιμούν νίκες ακόμα και με αντιπάλους, που κάνουν δημόσιες σχέσεις παίζοντας με τερματοφύλακες, που κάτι παθαίνουν. Το παιγνίδι είναι δυσκολότερο από το πρωτάθλημα διότι δεν μπορείς π.χ να το αγοράσεις: ειδικά στην Ελλάδα της κρίσης, αν βρεθεί κάποιος με διάθεση να ξοδέψει 5-6 εκατομμύρια για να αγοράζει υπηρεσίες μπορεί να τους εξαγοράσει όλους (λαμόγια, ομάδες, διαιτητές κτλ)  - δεν μπορεί κάποιος θα το σκέφτηκε. Το παιγνίδι, όμως, δεν μπορείς να το αγοράσεις: χρειάζεσαι πολλά για να παίξεις ωραίο ποδόσφαιρο και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, που είναι και καθρέφτης της δουλειάς που κάνεις. Για να το πετύχεις πρέπει να ξοδέψεις τα λεφτά σου και να τα ξοδέψεις και σωστά – πράγμα ακόμα πιο δύσκολο. Κι αυτό όμως, αν και απαραίτητο, δεν αρκεί: χρειάζεσαι και πολλά άλλα. Χρειάζεσαι παίκτες που να θέλουν να μάθουν και να δουλέψουν, χρειάζεσαι προπονητές που κάτι να μπορούν να διδάξουν, χρειάζεσαι υπομονή, χρειάζεσαι σχέδιο. Ολα αυτά δεν κυκλοφορούν πουθενά και δεν γίνεται να δώσεις δανεικούς σε δυο τρεις ομάδες για να τα βρεις, ούτε τα έχεις αν ξοδεύεις χρήματα για υπεύθυνους διαιτησίας. Το χειρότερο; Στην Ελλάδα δεν σου εξασφαλίζουν κανένα απολύτως τίτλο, με αποτέλεσμα να απαιτούν πολλή μεγάλη πίστη – υπάρχει πάντα ο κίνδυνος μετά από λίγο, όλοι, με πρώτους τους ίδιους τους οπαδούς, να τα θεωρούν άχρηστα νοσταλγώντας διάφορες Χίμαιρες.

Από την άλλη η χαρά του ποδοσφαίρου είναι η μόνη πραγματική πρόοδος σε μια χώρα που έχει μάθει να μην χαίρεται το ποδόσφαιρο: κατά τη γνώμη μου δημιουργεί οπαδούς, γίνεται λόγος για να γεμίζουν τα γήπεδα, φέρνει έσοδα από τα ευρωπαϊκά ματς, κάνει τους ποδοσφαιριστές καλύτερους και ανεβάζει την αξία τους, καθηλώνει το τηλεοπτικό κοινό και κυρίως δημιουργεί μια ωραία μαγιά για να γίνεις μελλοντικά ακόμα καλύτερος. Αν τα εισιτήρια με την Ντιναμό Κιέβου εξαφανίστηκαν, ενώ πέρυσι στο ματς με τη Γιουβέντους δεν γέμισε το Καραϊσκάκη, κάποιος λόγος θα υπάρχει. Ο κόσμος βλέπει την πρόοδο και την επιβραβεύει, θυμάται το ματς με τη Μίλαν και το συγκρίνει με τι έκαναν οι άλλοι με τις Βίντι και τις Μπάτε, χαίρεται για νίκες στο πρωτάθλημα που έρχονται απέναντι σε αντιπάλους που σκίζονται και θέλει να σου συμπαρασταθεί για να σε χειροκροτήσει κι όχι από υποχρέωση. Δεν είναι αλήθεια ότι δεν μπορείς να κοροϊδεύεις τον κόσμο: μια χαρά μπορείς να το κάνεις, αρκεί να ξοδεύεις για την επικοινωνία και να βρίσκεις πρόθυμους ντελάληδες. Δύσκολο είναι να τον ικανοποιείς παρουσιάζοντας του μια τίμια ομάδα που παίζει ωραίο ποδόσφαιρο. Και που αναγκάζει τους αντιπάλους της να λένε ότι παίζει σπουδαία μπάλα – και στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη, εκεί που τα κομπλιμέντα είναι πιο δύσκολα.

Αλίμονο του αν τη χάσει

Ο εφετινός Ολυμπιακός έχει ένα καλό προπονητή που αξιοποίησε και βελτίωσε καμιά εικοσαριά παίκτες. Ο Μαρτίνς δεν είναι ο Ερνέστο Βαλβέρδε, που ήταν ιδιοφυία κι εδώ τον βάφτισαν «εγκληματία», αλλά είναι ένας καλός, εργατικός και τολμηρός κόουτς, που σέβεται το κοινό που παρακολουθεί την ομάδα του. Ο εφετινός Ολυμπιακός  σκοράρει δύσκολα απέναντι στις καταστροφικές, κλειστές ελληνικές άμυνες, αλλά το κάνει με συνέπεια, χωρίς να του χαρίζουν τίποτα. Η άμυνά του δεν είναι αψεγάδιαστη – ίσα ίσα. Στη μεσαία του γραμμή δεν υπάρχουν Καρεμπέ και Ιμπαγάσα, αλλά παιδιά που μοχθούν και τρέχουν. Δεν έχει Βραζιλιάνους που κάνουν τακουνάκια, έχει τον Φορτούνη που δεν γελάει ποτέ, τον Ποντένσε που μπορεί να τους ντριπλάρει όλους και να χάσει το άχαστο, τον Λάζαρο που σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί άργησε τόσο να ρθει, τον Σισέ που μπορεί να σε τρελάνει. Αλλά είναι ομάδα που παίζει παντού και πάντα ποδόσφαιρο όσο καλύτερα μπορεί, πρωταγωνιστώντας σε ένα πρωτάθλημα που θα έχανε και η Μπαρτσελόνα. Το κάνει με ένα και μοναδικό όπλο: τη χαρά του παιγνιδιού, που ξαναβρήκε μετά από χρόνια. Αλίμονο του αν την χάσει και γίνει σαν όλους τους άλλους…