Η επένδυση στο ποδόσφαιρο

Η επένδυση στο ποδόσφαιρο

Ένα από τα πράγματα που μου αρέσει στον Πέδρο Μαρτίνς, τον οποίο γνωρίζουμε σιγά σιγά, είναι ότι έχει αυτό το σπάνιο χαρακτηριστικό των προπονητών που εγώ αποκαλώ «δημιουργική ανασφάλεια». Οι πιο πολλοί προπονητές, σε όλα τα ομαδικά σπορ, νομίζουν ότι το μεγάλο όπλο τους είναι η σιγουριά τους και για να τη δείξουν προσπαθούν να φτιάξουν μια και μόνη ομάδα, με βάση το υλικό που έχουν στα χέρια τους. Φτιάχνω μια ομάδα δεν σημαίνει την «μαθαίνω να παίζει 4-3-3» (ή με οποιαδήποτε άλλη διάταξη) όπως νομίζουν ότι το ποδόσφαιρο είναι μια ψαρωτική απαγγελία αριθμών: φτιάχνω μια ομάδα σημαίνει πρώτα από όλα ξεκαθαρίζω (στο κεφάλι μου και στη συνέχεια στα αποδυτήρια) ποιοι είναι οι ρόλοι των παικτών, οι αποστολές τους, οι προτεραιότητες κτλ κτλ. Επειδή όλο αυτό δεν είναι απλό οι πιο πολλοί προπονητές συμπεριφέρονται σαν μικροί Θεούληδες, που κατέχουν κάποιου είδους μοναδική γνώση: καταλήγουν σε μια ενδεκάδα (άντε σε μια δεκαπεντάδα) και ελπίζουν ότι αυτή θα τους λύσει κάθε τακτικό ή αγωνιστικό πρόβλημα που θα προκύψει, χωρίς μάλιστα καμία σχεδόν δική τους παρέμβαση. Οι τυχερότεροι από δαύτους βρίσκουν κάποιους παίκτες που κάνουν τη δουλειά και προσεύχονται μην πάθουν τίποτα. Αν τους χάσουν πελαγώνουν και το ρίχνουν στα ανάθεμα: ο Μαρτίνς σίγουρα δεν είναι τέτοιος.

Η θέση του Κώστα Φορτούνη

Παρότι έχει στα χέρια του μια καινούργια ομάδα ο Πορτογάλος έχει αποφύγει την παγίδα του δογματισμού: μια βάση ενδεκάδας υπάρχει (και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς), ο τρόπος παιγνιδιού είναι ξεκάθαρος και βασίζεται πολύ στο πρέσινγκ και στην ταχύτητα, αλλά από εκεί κι πέρα ο προβληματισμός του προπονητή δεν σταματά – όλα είναι υπό σκέψη και εξέταση με βάση αγωνιστικά κριτήρια. Το τελευταίο αποτέλεσμα αυτού του προβληματισμού είναι η ενδιαφέρουσα χρησιμοποίηση του Κώστα Φορτούνη σε μια θέση ελεύθερου επιθετικού – σχεδόν δεύτερου φορ. Στα ματς με τη Μίλαν και την Λαμία ο Φορτούνης γύριζε λιγότερο από τον Γκερέρο στη μεσαία γραμμή όταν ο Ολυμπιακός δεν είχε τη μπάλα, έμενε περισσότερο από τον Ισπανό στην επίθεση, και το αποτέλεσμα φάνηκε: η φθορά του ήταν μικρότερη και οι επιθετικές του πρωτοβουλίες πιο πολλές. Αυτές οι επιθετικές πρωτοβουλίες είχαν ως αποτέλεσμα έξι γκολ σε δυο παιγνίδια.          

 

 

Πριν το ματς με τη Λαμία, είχα γράψει στην εφημερίδα ότι ο Ολυμπιακός έχει πετύχει φέτος στην Ευρώπη περισσότερα γκολ από όσα στο ελληνικό πρωτάθλημα - το έχει κάνει μάλιστα παίζοντας λιγότερα ματς στο Γιουρόπα Λιγκ από όσα στην Ελλάδα. Καθώς συμπληρώνεται ένα εξάμηνο από το ξεκίνημα της δουλειάς του Πορτογάλου προπονητή έχω πλέον την βεβαιότητα ότι η συζήτηση για τις επιθετικές δυνατότητες του Ολυμπιακού γίνεται σε λάθος βάση. Μια ομάδα που έχει βάλει 22 γκολ στο Γιουρόπα λιγκ, παίζοντας μάλιστα με ομάδες από την Αγγλία, την Ισπανία και την Ιταλία, δεν μπορεί να έχει επιθετικό πρόβλημα: απλά παίρνει μέρος σε ένα πρωτάθλημα, που δεν παίζεται ποδόσφαιρο. Στα ματς της Ευρώπης, που ποδόσφαιρο παίζουν και οι αντίπαλοί του κι όχι μόνο αυτός, ο Ολυμπιακός έχασε και πέτυχε γκολ ως κανονική ομάδα. Λίγοι έχουν καταλάβει ότι την πρόκριση στον επόμενο γύρο του την έδωσε ουσιαστικά η επίθεσή του: τα επτά γκολ με την Ντουντελάνζ και το πάθος του να τα κυνηγήσει, στο τέλος μέτρησαν όσο το 3-1 κόντρα στη Μίλαν. Σίγουρα τα φορ του δεν είναι κίλερ, σίγουρα οι ακραίοι του δεν έχουν το εύκολο γκολ (μόνη εξαίρεση ο Χριστοδουλόπουλος), σίγουρα η σπατάλη των ευκαιριών έχει να κάνει και με μια έλλειψη ρέντας, που τον χαρακτηρίζει. Αλλά λύσεις υπάρχουν κι ο Μαρτίνς το ξέρει πως μπορεί να βρεθούν ακόμα και από την καλύτερη αξιοποίηση του ρόστερ – καθαρό παράδειγμα η καλύτερη λειτουργία της ομάδας με την απλή μετατόπιση του Φορτούνη. 

Γρήγορα και με τη μπάλα κάτω

Ο Μαρτίνς δεν γνώριζε το ελληνικό πρωτάθλημα: έφτιαξε μια ομάδα για να τη δει να παίρνει μέρος σε ένα κανονικό πρωτάθλημα και το πρώτο που φρόντισε είναι να την μάθει να αμύνεται καλύτερα και να παίζει πιο γρήγορα και με τη μπάλα κάτω. Στους δυο αυτούς τομείς η πρόοδος φάνηκε. Ο Ολυμπιακός, με όποια σέντερ μπακ κι αν παίξει, πάντα θα αφήνει στον αντίπαλο κάποιες ευκαιρίες στην αντεπίθεση: είναι το κόστος του ποδοσφαίρου πρωτοβουλίας, που είναι υποχρεωμένος να παίζει. Ομως η αμυντική του βελτίωση είναι μεγάλη γιατί μεγάλη είναι και η βελτίωση των βασικών του: ο Βούκοβιτς, με τις αδυναμίες, τα λάθη του αλλά και τη μεγάλη προσωπικότητα του, φέτος δείχνει γιατί έπαιζε βασικός στην Εθνική Σερβίας, ο Σισέ αργά αλλά σταθερά ωριμάζει, ο Ομάρ επέστρεψε στις καλές του εμφανίσεις μετά από ένα δύσκολο χρόνο που αντιμετώπισε τραυματισμούς και ο συναγωνισμός του Κούτρη με τον Τσιμίκα έκανε καλό και στους δυο. Η πρόοδος του Ολυμπιακού στην άμυνα δεν ήρθε χάρη σε μεταγραφές, αλλά γιατί ο κόουτς δούλεψε καλύτερα κυρίως με τους παίκτες που βρήκε. Αντίθετα στην επίθεση χρειάστηκε υπομονή: πλην του Φορτούνη οι πάντες ήταν καινούργιοι και όλοι θέλουν τον χρόνο τους. Αλλά κανείς δεν είναι άχρηστος ή ανίκανος: αρκεί να αντιμετωπίζει κανονικούς αντιπάλους κι όχι μάστορες στο αντιποδόσφαιρο. 

 

 

Ο Ολυμπιακός φωνάζει για τους Ελληνες διαιτητές και επικαλείται φάσεις στις οποίες δεν του δόθηκαν πέναλτι: το είδαμε και χθες όπου δεν του δόθηκε το έκτο πέναλτι σε 14 ματς στο πρωτάθλημα – πρέπει να είναι ρεκόρ. Στην πραγματικότητα η ζημιά που του κάνουν οι διαιτητές είναι ακόμα μεγαλύτερη κι έχει να κάνει με κάτι άλλο: με την βεβαιότητα των αντιπάλων ότι οι διαιτητές δεν θα τιμωρήσουν το σκληρό παιγνίδι τους και το αντιποδόσφαιρο. Στην Ξάνθη, στο Ηράκλειο, στο Περιστέρι, ο Ολυμπιακός αντιμετώπισε ομάδες που ήξεραν ότι μπορούν να κάνουν οποιαδήποτε μπαγαποντιά μένοντας ατιμώρητες. Ο σκοπός όλων είναι να παιχτεί όσο λιγότερο ποδόσφαιρο είναι δυνατόν. Οσο ο χρόνος μικραίνει, τόσο οι πιθανότητα τους να κάνουν αποτέλεσμα μεγαλώνει. Κάποιοι δεν άντεξαν: σε ένα σωρό ματς ο πεισματάρης Ολυμπιακός σκόραρε στο τέλος. Ομως αυτό δεν μπορεί να γίνει κανόνας: κανόνας αντιθέτως είναι ότι αν δεν αφήσεις να παίξει, όποιον να παίξει ποδόσφαιρο προσπαθεί, έχεις μεγαλύτερες πιθανότητες να μην χάσεις. Αυτό βλέπουμε. 

Με καλύτερη γνώση

Θα λυθεί το πρόβλημα με ένα φορ ή δυο εξτρέμ παραπάνω; Κάποια πρόοδος θα υπάρξει, αλλά συνολικά το θεωρώ δύσκολο και θα γράψω προσεχώς και τους λόγους. Εκτός έδρας ειδικά, ο Ποντένσε θα συνεχίσει να τρώει ξύλο, τον Φορτούνη θα τον κλωτσάνε ανενόχλητοι, οι αντίπαλοι θα φτύνουν και θα βρίζουν και θα παίζουν με πέντε κι έξι παίκτες μέσα στην περιοχή. Ρεαλιστικά το πρόβλημα λύνεται με καλύτερη γνώση των αντιπάλων, καλύτερη προετοιμασία κι ακόμα περισσότερες ιδέες, όπως αυτή με την μετατόπιση του Φορτούνη. Είναι υποχρεωμένος ο Μαρτίνς (κι ο Ολυμπιακός γενικότερα) να απαντάει στις προκλήσεις με ακόμα καλύτερο ποδόσφαιρο – κυρίως γιατί αυτό θέλουν και οι οπαδοί του.

Ένα γκολ λιγότερο

Μετά το ματς με τη Λαμία ο Ολυμπιακός έχει στο πρωτάθλημα ένα γκολ λιγότερο από την ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ. Ακούσατε να λένε για τις ομάδες αυτές ότι έχουν επιθετικό πρόβλημα; Εγώ όχι. Γιατί; Πρώτον γιατί δημιουργούν λιγότερο από τον Ολυμπιακό, οπότε δημοσιογράφοι και λοιποί παρατρεχάμενοι δεν ασχολούνται διότι δεν καταλαβαίνουν το πρόβλημα και δεύτερον γιατί οι ίδιες οι διοικήσεις τους ελάχιστα ασχολούνται με το αγωνιστικό κομμάτι: στην ΑΕΚ ασχολούνται πιο πολύ με τα λεφτά, στον ΠΑΟΚ με τη βαθμοθηρία, με τα κουμπούρια, με τους δημοσιογράφους και με τους διαιτητές – για μπάλα κανείς δεν νοιάζεται. Μόνο ο Παναθηναϊκός που υποχρεώθηκε να το κάνει λόγω πτώχευσης.  

Αυτό είναι ένα πλεονέκτημα του Ολυμπιακού: προσπαθεί ν αντιμετωπίσει μια δυσκολία επενδύοντας στο ποδόσφαιρο και για αυτό και για την ομάδα του γίνονται ωραίες συζητήσεις – για τους άλλους τι να πεις; Ο χρόνος θα δείξει αν η επένδυση στο ποδόσφαιρο θα αποδώσει. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, είναι η μόνη που αξίζει να γίνεται…