Η δίωξη του μη καπνιστή…

Η δίωξη του μη καπνιστή…

Η συζήτηση για τον αντικαπνιστικό νόμο καλοκαιριάτικα έχει πλάκα. Συζητάμε για την ανάγκη εφαρμογής ενός νόμου που ήδη υπάρχει και που κάποτε πέρασε από τη Βουλή με μεγάλη μάλιστα πλειοψηφία. Και δεν μας ενδιαφέρει γιατί δεν εφαρμόστηκε: απλά περιμένουμε αυτή τη φορά να λειτουργήσει, ξέροντας ότι είναι σχεδόν αδύνατο. Όχι γιατί είναι ένα κακός νόμος, αλλά γιατί συνολικά η κοινωνία δεν νοιάζεται για την εφαρμογή του.

Μια βασιλική διαταγή

Πρόσφατα διάβασα ότι ο πρώτος νόμος απαγόρευσης του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους εμφανίστηκε στην Ελλάδα το 1856 – ήταν για την ακρίβεια μια βασιλική διαταγή, μια απόφαση της Βασίλισσας Αμαλίας που είχε πάρει την Ελλάδα πολύ σοβαρά. Η προσπάθεια απαγόρευσης δεν απέδωσε – ο αναλφαβητισμός της χώρας ήταν τόσο μεγάλος που οι πιο πολλοί δεν πείθονταν ότι υπήρξε μια τέτοια διαταγή: τους έμοιαζε παράλογη. Παράλογος ήταν για τους περισσότερους και ο πρώτος αντικαπνιστικός νόμος, αυτός του 2002, της κυβέρνησης Σημίτη. Θυμάμαι διάφορους να μιλάνε για «καταπιεσμένα δικαιώματα» και άλλα ανάλογα. Εξι χρόνια αργότερα, όταν προέκυψε ο εν ισχύ (;) νόμος, οι διαμαρτυρίες ήταν μικρότερες, αλλά η απροθυμία εφαρμογής του η ίδια. Όχι από τους καπνιστές, αλλά από τους μη καπνιστές. Αυτοί έπρεπε να τον τηρούν, αφού για χάρη τους ψηφίστηκε.

Εξαιρέσεις και αστερίσκοι

Δεν υπήρξε ποτέ κανένας νόμος απαγόρευσής του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους που να έγινε για να λειτουργήσει: ας το παραδεχτούμε. Υπήρξε μια προσπάθεια απλά να περιοριστεί το πράγμα – προσπάθεια που ναυάγησε από τη στιγμή που άρχισαν στο νόμο να εμφανίζονται εξαιρέσεις και αστερίσκοι. Στην αρχή υπήρχε εκείνη η εντελώς κωμική πρόβλεψη δημιουργίας ζώνης μη καπνιστών και καπνιστών εντός της ίδιας αίθουσας. Θυμάμαι σε εστιατόρια και καφέ να με ρωτάνε αν καπνίζω και είχε πλάκα που εγώ που δεν καπνίζω βρισκόμουν πλάτη με πλάτη με ένα που κάπνιζε, αλλά κατά τα άλλα καθόμασταν σε διαφορετικές ζώνες. Μετά έγινε θέμα συζήτησης το συνολικό εμβαδόν των καταστημάτων, μετά υπήρξαν εξαιρέσεις όπως το καφενείο της Βουλής και μετά ξεκίνησε εκείνη η αθλιότητα, που ναι μεν στα τραπέζια δεν υπήρχαν τασάκια, αλλά ο σερβιτόρος έφερνε ένα πλαστικό ποτήρι με νερό για να σβήσει το τσιγάρο ο θεριακλής της παρέας. Και μετά στην ερώτηση «καπνίζουμε;», η απάντηση παντού σχεδόν έγινε «ναι, άμα γουστάρετε».

Το είδος του παραλογισμού

Υπάρχει ένα λάθος σε αυτή την ιστορία από την αρχή: γίνεται μια προσπάθεια να περιοριστούν οι χώροι, που κάποιος επιτρέπεται να καπνίσει κι αυτό από μόνο του αρκεί για να δημιουργηθεί μια συμπάθεια, σε όποιον αισθάνεσαι ότι τελεί υπό διωγμό. Για να καταλάβετε το λάθος (αλλά και το είδος του παραλογισμού) είναι σαν αύριο να ψηφιστεί ένας νόμος που απαγορεύει τις κλοπές, αλλά τις επιτρέπει σε κάποιες περιοχές ή για κάποιες ώρες! Στην πραγματικότητα η απαγόρευση του καπνίσματος δεν αφορά τους καπνιστές, αλλά τους μη καπνιστές. Ο νόμος θα έπρεπε σχεδόν να τους επιβάλει να απαιτούν την τήρησή του. Όταν ο νόμος ψηφίστηκε προβλέπονταν σε αυτόν πρόστιμα για την παραβίαση του – πρόστιμα που πλήρωναν οι μαγαζάτορες και οι καπνιστές. Όμως η μεγαλύτερη παραβίαση του νόμου είναι η ίδια η ανοχή του μη καπνιστή απέναντι σε αυτόν που καπνίζει: για μένα, αν ποτέ θέλουμε να λειτουργήσει ο νόμος, πρέπει κι αυτός που ανέχεται την παραβίαση του να τιμωρείται. Δεν αρκεί να ρίχνεις πρόστιμα σε όποιον καπνίζει – θα λεγα δεν χρειάζεται να το κάνεις καν καθώς μιλάμε για εθισμένο, δηλαδή άρρωστο άνθρωπο. Πρόστιμα πρέπει να ρίχνεις σε όποιον δεν απαιτεί να σβήσουν τα τσιγάρα: αν δεν το κάνεις, δεν κάνεις τίποτα.

Το σιχαίνομαι, αλλά…

Σας μιλάω εκ πείρας. Σιχαίνομαι το τσιγάρο όσο λίγα πράγματα στη ζωή μου. Το θεωρώ ένα είδος αρρώστιας κι όχι μόνο γιατί ευθύνεται για εμφράγματα και καρκίνους: και το να ψάχνεις ένα τσιγάρο γιατί νοιώθεις ότι το χεις ανάγκη πρόβλημα είναι - ψυχοσωματικό. Μεγαλώνοντας έχω αποκτήσει κι εγώ προβλήματα εξαιτίας του καπνού διότι μεγάλωσα περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που μόλις έσβηναν ένα τσιγάρο άναβαν το άλλο. Σήμερα μου αρκεί κάποιος να καπνίζει δίπλα μου για να τσούζουν τα μάτια μου, να δακρύζω, να νοιώθω βαρύ το λαιμό μου κτλ. Αν υπάρχει «παθητικός καπνιστής» εγώ είμαι ο ορισμός του. Κι όμως ποτέ μου δεν απαίτησα από κάποιον να σβήσει το τσιγάρο και ποτέ δεν απάντησα «όχι» σε κάποιον που είχε τουλάχιστον την ευγένεια να με ρωτήσει, αν μπορεί να καπνίσει σε κλειστό χώρο – σε ένα ταξί π.χ. Νοιώθω ένα είδος βλακώδους αλληλεγγύης απέναντι σε κάποιον που ξέρω πως μου κάνει κακό, μόνο και μόνο γιατί έχω τη βεβαιότητα πως το δικό του πρόβλημα είναι μεγαλύτερο. Εμένα έπρεπε να έχει ως στόχο ο αντικαπνιστικός νόμος – όχι τον άρρωστο που δεν μπορεί να το σβήσει.

Το life style του τσιγάρου

Ακούω και διαβάζω διάφορα για το πόσο τα μέτρα αυτά υπήρξαν αποτελεσματικά σε χώρες που η ανυπακοή στο νόμο είναι κάτι σύνηθες – στην Ιταλία π.χ. Οποιος αυτά τα λέει μάλλον αγνοεί κάτι: ότι σε όλες αυτές τις χώρες, (ακόμα και στην Τουρκία που η απαγόρευση ισχύει και εφαρμόζεται), υπήρχε ένα πραγματικό αντικαπνιστικό κίνημα που επέβαλε πρώτα την ψήφιση του νόμου και στη συνέχεια την τήρησή του. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν αντικαπνιστές κι αν υπάρχουν είναι ελάχιστοι. Υπάρχουν μόνο καπνιστές και μη καπνιστές, δηλαδή άνθρωποι που για κάποιο προσωπικό λόγο δεν έγιναν καπνιστές ή που υποχρεώθηκαν να το κόψουν το τσιγάρο για λόγους υγείας – παραμένοντας ωστόσο νοσταλγοί του. Οι μη καπνιστές έχουν εκπαιδευτεί να ζουν με καπνιστές: όλοι σχεδόν έχουν υποχρεωθεί (και πολλές φορές) να απολογηθούν και να εξηγήσουν το γιατί δεν καπνίζουν. Η χώρα πορεύτηκε για δεκαετίες με το life style του τσιγάρου. Το τσιγάρο ήταν (είναι…) σημάδι νεανικής επανάστασης, απόδειξη μεγάλου νταλκά, παρηγοριά για τα βάσανα, συντροφιά σε ώρες δύσκολες, τρόπος για να ξεκινάς τη μέρα, απαραίτητο αξεσουάρ στα μπαρ, τελετουργική διαδικασία που συνοδεύει τον καφέ ή το τέλος του γεύματος, ευκαιρία για να αρχίσεις μια συζήτηση με το πρόσωπο που σε ενδιαφέρει – και συγνώμη αν ξεχνάω κάτι, φταίει που το σιχαίνομαι. Απέναντι σε όλα αυτά ο μη καπνιστής έχει να αντιπαραθέσει μόνο τη σιωπή του. Ζούμε σε μια χώρα που το να μην καπνίζεις μοιάζει παράδοξο – μπορεί να σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά με σένα. Πως όλα αυτά να τα αλλάξει ένας νόμος που διώκοντας τον καπνιστή τον κάνει και μάρτυρα; Μόνο αν ο νόμος στόχευε τον μη καπνιστή και απαιτούσε τη δική του εγρήγορση θα μπορούσε να έχει αποτελέσματα.

Ποιος να τον κάνει;

Στην Ελλάδα έχουν γραφτεί εκατοντάδες τραγούδια για το τσιγάρο – δεν ξέρω κανένα που να έχει γραφτεί για κάποιον που δεν κάπνιζε. Τα τραγουδάμε κι εμείς που δεν καπνίζουμε – το κάνουμε με πάθος, σαν να καπνίζουμε. Από αυτό και μόνο καταλαβαίνεις που ζούμε. Ενας νόμος που θα στρεφόταν εναντίον των μη καπνιστών απαιτώντας από δαύτους να υπερασπίζονται τα δικαιώματα τους θα είχε ενδιαφέρον. Αλλά ποιος να τον κάνει;