Εκατό χρόνια μπροστά

Εκατό χρόνια μπροστά


Η φυγή του Βασίλη Δανιήλ, που μας αποχαιρέτισε πλήρης ημερών και σε ηλικία 88 ετών, μου θύμισε μια εποχή που οι κρίσεις για τους προπονητές ήταν ακόμα πιο άδικες από όσο είναι σήμερα – τους καιρούς που ό,τι κι αν οι καλοί αυτοί επαγγελματίες έλεγαν χρησιμοποιούταν εναντίον τους. Ο Βασίλης Δανιήλ ήταν πολύ αντιπροσωπευτικός προπονητής αυτής της εποχής. Εκανε πολλά (ειδικά στον ΠΑΟ, αλλά όχι μόνο) κι όμως πέρασε κατά κάποιο τρόπο στην ιστορία κυρίως για μερικές δηλώσεις του. Αδικο πραγματικά.    

Τρεις φορές καλή δουλειά   

Ο Βασίλης Δανιήλ έφυγε από την ζωή με ένα μεγάλο παράσημο: είναι μέχρι και σήμερα ο προπονητής που έχει καθίσει τις πιο πολλές φορές στον πάγκο του ΠΑΟ. Βρέθηκε εκεί σε τρεις διαφορετικές περιόδους. Πρωτοπήγε το 1986 και έμεινε μέχρι το 1988: σε αυτό το πρώτο του πέρασμα συνέδεσε το όνομά του με μια πορεία του ΠΑΟ μέχρι τους 8 του κυπέλλου UEFA έχοντας μεταξύ άλλων να επιδείξει και μια τεράστια επιτυχία του τότε Παναθηναϊκού, δηλαδή τον αποκλεισμό της Γιουβέντους μετά από δύο επικά ματς – το πρώτο είχε λήξει 1-0 και το δεύτερο 2-3 με το καταπληκτικό γκολ του Χρήστου Δημόπουλου. Στον ΠΑΟ επέστρεψε το 1990 και έμεινε μέχρι το 1992: στην πρώτη χρονιά της επιστροφής του έκανε το νταμπλ. Στο  τρίτο του πέρασμα, την σεζόν 1997-1999, τα αποτελέσματα δεν ήταν αυτά που ο ΠΑΟ ήθελε, αν και το 1997 πήρε μια καθόλα τιμητική δεύτερη θέση – στον ΠΑΟ μεθοδευόταν ήδη η αντικατάσταση του Γιώργου Βαρδινογιάννη που πίστεψε στον Δανιήλ όσο κανείς εκτιμώντας και την επαγγελματική του προσήλωση και την σοβαρότητα του, αλλά και τις θεωρητικές σπουδές του. Ο Δανιήλ είχε βρεθεί τότε προπονητής μιας ομάδας στο μεταίχμιο μιας διοικητικής αλλαγής – η δουλειά δεν ήταν απλή. Κι ο Ολυμπιακός του Κόκκαλη ήταν ήδη πανίσχυρος.   

https://www.newsit.gr/wp-content/uploads/2026/03/danihl-1200x675.jpg

Καριέρα που έφτιαξε μόνος του

Ο Δανιήλ είχε ξεκινήσει την δουλειά του προπονητή πολύ νέος (καθώς ως παίκτης δεν έκανε εξαιτίας τραυματισμών την καριέρα που ήθελε) αλλά κρίνοντας ότι έχει ανάγκη μιας επιπλέον θεωρητικής κατάρτισης τα άφησε όλα και πήγε στην Γερμανία και στην Σχολή της Κολωνίας όπου έμεινε ένα χρόνο. Αυτό κυρίως εντυπωσίαζε τον Βαρδινογιάννη που του άρεσαν πολύ και οι θεωρητικές συζητήσεις για το ποδόσφαιρο. Ο παραστατικός Δανιήλ, που μιλούσε για τις «πτέρυγες» χειρονομώντας υπέροχα, τον κέρδισε σε σημείο να τον φέρει στον ΠΑΟ μετά το καλό του πέρασμα από  τον Απόλλωνα Καλαμαριάς: δεν μιλάμε για βήμα μπροστά αλλά για άλμα. Μέχρι σήμερα ο Δανιήλ κατέχει το ρεκόρ των περισσότερων νικών προπονητή στον πάγκο του ΠΑΟ με 108 νίκες σε 161 αγώνες – τόσα ήταν τα ματς στα οποία κάθισε στον πάγκο της ομάδας σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αλλά δεν ήταν μόνο προπονητής του ΠΑΟ.

Ο Δανιήλ δούλεψε σε ένα πλήθος από ομάδες. Στην Ξάνθη πχ πήγε δυο φορές ως προπονητής  (το 1992-1993 και το 1995) το 2010 είχε δουλέψει και ως τεχνικός διευθυντής της ομάδας, ενώ το 2012, μετά από 11 χρόνια απουσίας από τους πάγκους, επέστρεψε για να αντικαταστήσει για λίγο τον Μαρίνο Ουζουνίδη. Δούλεψε επίσης πολύ νέος στην Νίκη και στον Ολυμπιακό Βόλου, αλλά και στην ΑΕΛ, στην Καβάλα, στον Απόλλωνα Καλαμαριάς και στον Πανηλειακό τον καιρό που αυτός ήταν στην Α΄Εθνική. Ο Δανιήλ ζούσε για το ποδόσφαιρο. Δεν ανήκε στην κατηγορία των «εμψυχωτών» που στον καιρό του όλοι ήθελαν. Δεν ήταν «ψυχολόγος», όπως ο Αλκέτας Παναγούλιας. Η γερμανική παιδεία του όντως τον είχε βοηθήσει: οι ομάδες του έπαιζαν συνήθως 5-3-2, αλλά ήταν ομάδες με ενέργεια και καθόλου τεμπέλες.  Τα τελευταία χρόνια, όσο η υγεία του του το επέτρεπε δεν έχανε ματς του ΑΟ Καβάλας. Από την πόλη αυτή ξεκίνησε και εκεί ζούσε. Ένα φεγγάρι που είχε δουλέψει εκεί ο φίλος μου Γιώργος Μπένος είχε να το λέει για το πόσο συχνά ο Δανιήλ πήγαινε ακόμα και στις προπονήσεις, έτοιμος πάντα για συμβουλές. Όπως ο Μάνος Μαυροκουκουλάκης πάντα μου θυμίζει την τρέλα του με τον αθλητικό Τύπο της εποχής. Μετά από κάθε προπόνηση του ΠΑΟ διάβαζε όλο τον Τύπο και κρατούσε σημειώσεις για να κάνει τα παράπονά του. Αλλά πάντα πολιτισμένα και ευγενικά.  Ο σεβασμός στους ανθρώπους του Τύπου του άνοιξε και την πόρτα της Εθνικής.  Την ανέλαβε την διετία 1999-2001. Είχε προσληφθεί, όπως λεγόταν τότε, χάρη στις συστάσεις δυο καλών του φίλων δημοσιογράφων του Γιάννη Διακογιάννη αλλά και του Κώστα Καίσαρη.

https://www.sport24.gr/wp-content/uploads/2026/03/Daniil6-full.jpg

Ο Τύπος της εποχής

Ο Δανιήλ ανήκει στην κατηγορία των προπονητών που πολλοί θυμούνται κυρίως για δυο φράσεις τους. Για το περίφημο «είμαι εκατό χρόνια μπροστά» που είπε μετά από μια ήττα του ΠΑΟ από τον ΟΦΗ και για το «χάσαμε το παιγνίδι γιατί βρεθήκαμε με παίκτη παραπάνω κι αυτό ήταν πρόβλημα» που είπε μετά από ένα χαμένο ματς της Εθνικής μας με την Γερμανία. Το ότι έμειναν αυτές οι φράσεις δείχνει την δύναμη του αθλητικού Τύπου της εποχής εκείνης. Που υπήρχε για να επιτρέπει ένα πολύ σκληρό σχολιασμό: τίποτα δεν έπεφτε κάτω κι όλοι περίμεναν δηλώσεις και εκφράσεις για να στήσουν κόσμο στον τοίχο. Χωρίς μάλιστα πολλές φορές να εξιστορούνται καν τα γεγονότα, ώστε να γίνεται και κατανοητό γιατί ειπώθηκαν όσα ειπώθηκαν.

Σε θέματα τακτικής  

Οι δυο αυτές δηλώσεις του Δανιήλ παρεξηγήθηκαν ενώ ήταν από την μεριά του εξηγήσεις για όσα είχε δει στο γήπεδο. Το «είμαι εκατό χρόνια μπροστά» όταν ακούγεται αποσπασματικά είναι λάθος. Ο ΠΑΟ είχε δεχτεί πέντε γκολ από τον ΟΦΗ. Ο Δανιήλ είχε δει τους παίκτες του να κάνουν απαράδεκτα πράγματα. Όταν ρωτήθηκε αν το αποτέλεσμα εκείνο είχε προκύψει ως αποτέλεσμα τακτικών επιλογών του απάντησε ότι ο ίδιος «σε ό,τι έχει να κάνει με θέματα τακτικής είναι εκατό χρόνια μπροστά» δηλαδή ότι ποτέ δεν θα έστελνε μια ομάδα στο γήπεδο τόσο άμυαλη και απροστάτευτη ώστε να δεχτεί πέντε γκολ. Είχε επίσης με αυτό τον τρόπο εκφράσει την υποψία του – κομψά μάλιστα – ότι οι παίκτες του δεν έκαναν ότι τους ζήτησε για να προκαλέσουν την απόλυσή του, πράγμα που συνέβη τελικά. Αποσπασματικά η φράση ακούγεται σαν ναρκισσιστικό παραλήρημα: στην πραγματικότητα ήταν ένα δίκαιο παράπονο.          

https://proodos.com.gr/wp-content/uploads/2026/03/daniil.webp

Μια μεγάλη αλήθεια

Και η δεύτερη φράση ήταν μια μεγάλη αλήθεια. Στο περίφημο ματς με την Γερμανία η Εθνική μας ήταν πολύ καλή στο πρώτο ημίχρονο: είχε ισοφαρίσει δυο φορές τους Γερμανούς με τον Χαριστέα και τον Γιώργο Γεωργιάδη. Το 2-2 με το οποίο έκλεισε τα πρώτα 45 λεπτά υποσχόταν ότι στην επανάληψη θα δούμε κάτι σπουδαίο. Η αποβολή του Ντάισλερ στο 59΄όντως έβγαλε την Εθνική μας από το πλάνο της: δεν μπορούσε να περιμένει, έπρεπε να ανεβεί στο γήπεδο, οι Γερμανοί ταμπουρώθηκαν σωστά και με δυο γκολ στο τέλος (μια κεφαλιά του Κλόζε στο 81΄κι ένα σουτ του Μπόντε στο 89΄) πήραν το ματς. Η Εθνική μας δεν είχε διαχειριστεί σωστά το αβαντάζ του παίκτη παραπάνω: αυτό που είχε πει ο Δανιήλ ήταν η φωτογραφία του ματς.

Το πέρασμά του από την Εθνική είχε θεωρηθεί αποτυχία: η φράση χρησιμοποιήθηκε για να φανεί ότι δεν μπορεί να την κουμαντάρει. Κι όμως κι εκεί δεν είχε δουλέψει άσχημα. Είχε κάνει  ντεμπούτο του στις 31 Μαρτίου του 1999, όταν αντικατέστησε τον Άνχελ Ιορντανέσκου που είχε αποχωρήσει λίγες ημέρες νωρίτερα, μετά τον εκτός έδρας αγώνα εναντίον της Λετονίας (0-0), για τα προκριματικά του Euro 2000. Ο Ιορντανέσκου είχε καυγαδίσει με την ΕΠΟ γιατί είχε ζητήσει να του επιτρέψουν να αναλάβει part time την ΑΕΚ. Ηταν εποχές που ο Γεωργάτος και ο Νικολάϊδης καυγάδιζαν για την φανέλα με το 11. Ο Δανιήλ έφερε ηρεμία στην ομάδα αλλά η πρόκριση για τα τελικά του Euro 2000 όταν αυτός είχε αναλάβει είχε επί της ουσίας χαθεί. Χάθηκε και η πρόκριση στο μουντιάλ του 2002, αλλά ο λόγος ήταν ότι στον όμιλο υπήρχαν η Αγγλία και η Γερμανία. Ο Δανιήλ αξιοποίησε το διάστημα της παρουσίας του δίνοντας ευκαιρίες σε πολλά παιδιά που στην συνέχεια ο Οτο Ρεχάγκελ αξιοποίησε. Με αυτόν του καθιερώθηκαν ο Ζαγοράκης κι ο Γεωργιάδης κι έκαναν ντεμπούτο ο Καραγκούνης, ο Μπασινάς, ο Χαριστέας, ο Γκούμας. Κι όμως το βασικό θέμα συζήτησης για τα πεπραγμένα του σε δυο χρόνια στην Εθνική ήταν εκείνη η δήλωση. Γιατί με αυτά ασχολούνταν όλοι τότε.     

Ηταν ένας άνθρωπος μεθοδικός, σοβαρός, μετρημένος – κύριος πραγματικός ο κυρ Βασίλης. Που όπως είπε κι ο Γιώργος Δώνης που τον είχε προπονητή σε σχέση με πολλούς άλλους Ελληνες προπονητές της εποχής του μπορεί και να ήταν όντως και εκατό χρόνια μπροστά.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα…