Η παράλληλη μετάδοση των εκτός έδρας παιγνιδιών του ΠΑΟΚ με τον Παναιτωλικό και του Ολυμπιακού με τον Ατρόμητο στην επανέναρξη της Σουπερλίγκας μας έδωσε την δυνατότητα να ξαναθυμηθούμε τις λίγες ομοιότητες και τις πολλές διαφορές που έχουν οι δύο αυτές ομάδες, που πριν καν ξεκινήσει το πρωτάθλημα, για όποιον καταλαβαίνει, ήταν δεδομένο ότι θα πάλευαν για την κατάκτησή του. Ο Ολυμπιακός έχει τον τίτλο του πρωταθλητή κι όποτε τον έχει παραδοσιακά τον υπερασπίζεται: δεν αφήνει τίποτα. Ο ΠΑΟΚ από την μεριά του θέλει φέτος να συνδυάσει την γιορτή των γενεθλίων των εκατό του χρόνων με την κατάκτηση του πρωταθλήματος κάνοντας ό,τι και ο Ολυμπιακός πέρυσι: ήταν βέβαιο ότι θα ήταν καλύτερος από πέρυσι καθώς και η μεταγραφική του ενίσχυση ήταν το καλοκαίρι σημαντική.
Διαδικαστικά κι εύκολα
Ο Ολυμπιακός μετά από αρκετά χρόνια πέρασε από το πάντα δύσκολο Περιστέρι χωρίς χτυποκάρδια. Παρά τις αρκετές και σημαντικές απουσίες του (ο Ποντέσνε και ο ΕλΚαμπί είναι η επίθεσή του, ο Πιρόλα είναι ο σταθερότερος αμυντικός του, ο Μουζακίτης είναι φορμαρισμένος και η προσφορά του Ροντινέι συνήθως φαίνεται περισσότερο όταν αυτός λείπει), ο Ολυμπιακός κέρδισε πιο εύκολα από όσο δείχνει το τελικό 0-2. Μια ασιστ του Ταρέμι στον Ζέλσον και μια ωραία εκτέλεση του Ιρανού αρκούσαν ώστε να μην φανούν απουσίες. Στην άμυνα, κατά τα άλλα, ο Ολυμπιακός ήταν άψογος.
Και ο ΠΑΟΚ πέρασε διαδικαστικά από το Αγρίνιο όπως άλλωστε συνηθίζει: τον Παναιτωλικό, ιστορικά, τον κερδίζει ευκολότερα εκτός έδρας παρά στην Τούμπα – τον βρήκε να κουβαλάει και τρεις ήττες στην σειρά. Στα δυο τελευταία ματς, στην επίθεση του ΠΑΟΚ υπάρχει μια σημαντική διαφοροποίηση: ο Κωνσταντέλιας παίζει πιο πολύ πίσω από τον φορ (στο Αγρίνιο ήταν φορ ο Γιακουμάκης που έκανε το 0-2 στο 46΄) και λιγότερο στο πλάι. Το έκανε πολύ στο ματς με τον Ατρόμητο στο κύπελλο, αστοχώντας σε πέντε (!) περιπτώσεις, αλλά στο Αγρίνιο ήταν σαν έτοιμος από καιρό για να τελειώσει σωστά δυο φάσεις, στο 26΄και στο 57΄, να υπογράψει το 3-0 του ΠΑΟΚ. Αλλά ας μιλήσουμε καλύτερα για ομοιότητες και διαφορές: οι νίκες των δύο ήταν τόσο εύκολες ώστε και οι δύο κατέβασαν ταχύτητα στο δεύτερο ημίχρονο πριν το ραντεβού τους στο κύπελο.

Σπάνια αλλάζουν
Ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟΚ έχουν ένα βασικό κοινό στοιχείο: έχουν ένα δεδομένο παιγνίδι και σπανίως το διαφοροποιούν. Αλλά το παιγνίδι αυτό είναι ολότελα διαφορετικό. Ο Ολυμπιακός θέλει να πρεσάρει ψηλά και να παίξει γρήγορα: για τον Μεντιλίμπαρ το πιο σημαντικό στην ανάπτυξη της ομάδας είναι οι γρήγορες ανακτήσεις - οι περίφημες «δεύτερες μπάλες». Οι δυο κόφτες (όποιοι κι αν είναι) υπάρχουν για να μαζεύουν μπάλες στην μεσαία γραμμή και να πασάρουν γρήγορα ή να «σκουπίζουν» σαν δυο λίμπερο μπροστά από την άμυνα.
Οι δυο αντίστοιχοι παίκτες του ΠΑΟΚ κάνουν άλλα πράγματα. Η συμβολή τους είναι μεγαλύτερη στην κυκλοφορία της μπάλας παρά στην κάλυψη της άμυνας. Ο Μεϊτέ κατά κάποιο τρόπο ενώνει τις γραμμές κι ο παίκτης που παίζει δίπλα του είναι ένας κρυφός φορ που εντολή έχει να ακολουθά κάθε φάση: αυτός είναι ο λόγος που ο Μαουρίτσιο παλιότερα, ο Μαντί Καμαρά πέρυσι και ο Οζντόεφ φέτος έγραφαν γκολ. Ομολογώ πως έχω περιέργεια για το αν αυτό θα το κάνει κι ο Ζαφείρης που προορίζεται για την θέση.
Ολότελα διαφορετική είναι και η χρησιμοποίηση των εξτρέμ. Στον ΠΑΟΚ Ζίφκοβιτς, Τάισον και Ντεσπότοφ πρέπει, σε λίγα τετραγωνικά, να ψάχνουν συνεργασίες με τους ακραίους μπακ ή και τον φορ που παίζει με πλάτη, ενώ ο Κωνσταντέλιας έχει την τακτική ελευθερία να γίνεται στήριγμα όλων (ή πλέον να βγαίνει στην πλάτη του φορ). Αν οι κυνηγοί του Λουτσέσκου εντοπίσουν αδύναμη πλευρά αντιπάλου μπορεί να παίζουν όλο το βράδυ από εκεί – θυμηθείτε τι έκαναν στον Γεντβάι ο Τάισον και ο Κωνσταντέλιας. Στον Ολυμπιακό αντιθέτως οι εξτρέμ χρειάζεται απλά να στέλνουν την μπάλα στην περιοχή ή να φτάνουν οι ίδιοι σε τελική προσπάθεια: το πρώτο γίνεται πολύ (εξού και τα πολλά γεμίσματα), το δεύτερο μάλλον σπάνια καθώς οι ακραίοι επιθετικοί του πρωταθλητή στην Ελλάδα δεν βρίσκουν χώρους – ο Ζέλσον έχει δυο γκολ στο Τσάμπιονς λιγκ και χθες στο Περιστέρι πέτυχε το πρώτο του γκολ στο πρωτάθλημα.

Σημαντικές ωστόσο είναι και οι διαφορές στην άμυνα. Η άμυνα του Ολυμπιακού είναι σχεδόν πάντα προστατευμένη: οι χαφ δουλεύουν σαν κόφτες, οι εξτρέμ πρέπει να γυρνάνε πολύ – η αμυντική γραμμή συνολικά παίζει στο σωστό ύψος. Είναι δύσκολο να δεις τον Ολυμπιακό να δέχεται αντεπίθεση με άδεια τα μετόπισθεν: ο σκοπός του Μεντιλίμπαρ είναι όλα (και η άμυνα του Ολυμπιακού και η επίθεσή του) να γίνονται σε σετ παιγνίδι. Στον ΠΑΟΚ τα πράγματα είναι πιο ελεύθερα για αυτό και οι φάσεις που δέχεται είναι περισσότερες ενώ πολλές είναι και οι αλλαγές προσώπων στην άμυνα. Ο Μεντιλίμπαρ δίνει την εντύπωση πως αν ήταν στο χέρι του θα χρησιμοποιούσε μόνο πέντε αμυντικούς: τους Ρέτσο, Πιρόλα, τον Ορτέγκα πάντα αριστερά και ένα από τους Ροντινέι – Κοστίνια δεξιά. Ο Λουτσέκου έχει χρησιμοποιήσει πάρα πολλούς ως βασικούς στην άμυνα (Σάστρε, Τέιλορ, Κένι, Μπάμπα, Κεντζιόρα, Μιχαηλίδη, Λόβερεν, Κεντζόρα, Βπλιάκο) ενώ αυτός μοιάζει να μην θέλει να αλλάξει ποτέ κάποιον από τους τέσσερις που έχει μπροστά.
Αλλοι τρόποι
Ο Μεντιλίμπαρ και ο Λουτσέσκου έχουν διαφορές και σε άλλα πολλά. Ο Ρουμάνος με τον τρόπο του κάνει όλους τους παίκτες του ΠΑΟΚ να αισθάνονται χρήσιμοι: σπανίως υπάρχουν παράπονα από παίκτες του για τον χρόνο συμμετοχής τους κι όλοι μοιάζουν βέβαιοι πως κάποια στιγμή θα πάρουν την ευκαιρία τους. Ο Βάσκος από την μεριά του προτιμά να έχει βασικούς (που είναι οι ταλιμπάν του) και αναπληρωματικούς που συχνά αναρωτιούνται γιατί τους έδωσαν συμβόλαιο. Ο Λουτσέσκου δεν έχει πρόβλημα με μεταγραφικές προσθήκες αρκεί να έχει δώσει την έγκρισή του, αλλιώς όποιος αποκτηθεί μπορεί και να μην παίξει ποτέ. Ο Μεντιλίμπαρ διαρκώς υπενθυμίζει πως η ομάδα του πρέπει να έχει αυστηρά 25 παίκτες – άντε και κανένα μικρό.

Διαφορετική είναι και η συμπεριφορά τους μετά τα ματς: στον πάγκο είναι και οι δύο αρκετά εκδηλωτικοί. Ο Λουτσέσκου μπορεί να μιλάει συνεχώς για διαιτητές, ξεχνώντας (;) ότι των Ελλήνων διαιτητών προϊστάμενος του προϊστάμενού τους είναι ο μέχρι πέρυσι συνεργάτης του Μάκης Γκαγκάτσης: γενικά μπορεί να τρελάνει κόσμο μιλώντας για το «Κράτος της Αθήνας» κτλ. Ο Μεντιλίμπαρ, που στα νιάτα του ήταν εναντίον του VAR και γκρίνιαζε και για διαιτητικές αποφάσεις, πλέον προτιμά να ασκεί την κριτική του κυρίως σε συμπεριφορές: εύκολα μπορεί να μιλήσει για την αγωνιστική συμπεριφορά των αντιπάλων (πέρυσι πχ είχε κάνει κριτική στον Ματίας Αλμέιδα λέγοντας του ότι κακώς άλλαξε τακτική σε ένα ΑΕΚ – Ολυμπιακός – και είχε δίκιο), αλλά κυρίως δεν χαρίζεται στους παίκτες του. Το «αν παίξουν έτσι στην Βαρκελώνη θα δεχτούν οκτώ γκολ» έχει γράψει ιστορία, και το είχε πει μετά από ένα ματς που ο Ολυμπιακός είχε κερδίσει εύκολα στη Λάρισα.
Η βραδιά της ΑΕΚ
Μην αναρωτιέστε ποιος είναι ο καλός και ποιος ο λιγότερο καλός της ιστορίας: μιλάμε για προπονητές διαφορετικούς και δυο ομάδες που είναι φτιαγμένες για να διεκδικήσουν το πρωτάθλημα. Ευτυχώς στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχει ένας και μόνο τρόπος. Αυτοί έδειξαν από νωρίς ότι θα ζούσαμε μια αναμέτρησή τους κάθε αγωνιστική – θα ήταν σαν κάθε Κυριακή ο ένας να παίζει εναντίον του άλλου. Εχουμε παρακολουθήσει πολλά πρωταθλήματα με δυο μόνο διεκδικητές: ετούτοι έχουν και πολλές διαφορές. Αλλά δεν είναι του γούστου μου αυτά τα πρωταθλήματα γιατί μετατρέπουν τους μικρότερους σε κομπάρσους, μεγαλώνουν πολύ στην ένταση, κρίνονται από την διαχείριση των νεύρων: εγώ πάντα προτιμώ το ποδόσφαιρο. Ευτυχώς φέτος προέκυψε μια ΑΕΚ που δεν μοιάζει ούτε με τον Ολυμπιακό, ούτε με τον ΠΑΟΚ και κάνει για την ώρα την διεκδίκηση του πρωταθλήματος πιο συναρπαστική. Το παιγνίδι της με τον Αρη είναι το βράδυ το πιο ενδιαφέρον της αγωνιστικής. Για να δούμε αν θα περάσει από το Βικελίδης και αν στην συνέχεια θα αντέξει στις συμπληγάδες πέτρες των δυο αναμενόμενων πρωταγωνιστών…








