Πότε μια ομάδα ανεβαίνει επίπεδο; Όχι όταν κερδίζει κάποια – ιστορικά – πιο δυνατή από την ίδια: αυτά στο ποδόσφαιρο συμβαίνουν και μάλιστα συχνά. Επίπεδο ανεβαίνει όταν δημιουργεί στον κόσμο που την παρακολουθεί την βεβαιότητα ότι κάθε νίκη της είναι πιθανή, ακόμα και κόντρα σε αντιπάλους που ποτέ δεν κέρδιζε. Αλλά κι όταν ένα αποτέλεσμα που σε άλλες εποχές θα θεωρούταν καλό, μια ισοπαλία πχ, αφήνει πλέον λίγη στεναχώρια, αν όχι και πίκρα ή πόσο μάλλον απογοήτευση. Είναι η ιστορία της ισοπαλίας της Εθνικής μας με τους Ολλανδούς χθες βράδυ στην Τούμπα. Η στεναχώρια προέκυψε γιατί η Εθνική μας προηγήθηκε με 2-0 και δέχτηκε την ισοφάριση στο φινάλε. Που βέβαια δεν ήταν άδικη, αλλά όταν έρχεται με ένα γκολ στο 88΄όπως αυτό που πέτυχε ο Ράιντερς πονάει λίγο.

Αλλά ας τα πάρουμε με την σειρά.
Οι δύο τρόποι
Η Εθνική μας έφτασε στο ματς με τους Ολλανδούς με δυο νίκες ολότελα διαφορετικές. Κέρδισε την Σερβία με ανατροπή – κι ένα γκολ του Δουβίκα στις καθυστερήσεις – έχοντας βρεθεί από νωρίς πίσω στο σκορ και κέρδισε και την Γερμανία με 0-1 παίζοντας άμυνα σε όλο το ματς. Κατά κάποιο τρόπο σε αυτά τα δύο παιγνίδια φάνηκαν οι δυο τρόποι της, οι καινούργιοι και οι παλιοί.
Την Σερβία την κέρδισε η νέα Εθνική Ελλάδος, αυτή των παικτών του εξωτερικού που παίζουν σε μεγάλα πρωταθλήματα και σοβαρές ομάδες και που είναι η ραχοκοκαλιά μιας ομάδας που αγαπάει το να παίρνει την πρωτοβουλία και να δημιουργεί. Την Γερμανία την κέρδισε μια παραδοσιακή ελληνική Εθνική ομάδα που στην καλή βραδιά της μπορεί να παίξει άμυνα που θα ζήλευαν και οι Ιταλοί παλιά που άμυνα έπαιζαν πριν χαθούν σε υπαρξιακές αναζητήσεις που τους έχουν οδηγήσει στο πουθενά. Ισως όχι τυχαία τα γκολ με τους Σέρβους βρήκαν ο Τζόλης και ο Δουβίκας (δυο σταρ στο εξωτερικό) ενώ το γκολ κόντρα στη Γερμανία το σημείωσε ο Κουρμπέλης που έρχεται από τα παλιά κουβαλώντας πενήντα και πλέον συμμετοχές.

Πλάνο και μυαλό
Απέναντι στην Ολλανδία η Εθνική μας έκανε το πλέον ισορροπημένο και σωστά οργανωμένο παιγνίδι της στο εφετινό Nations League. Ηταν θαρραλέα και πρέσαρε ψηλά, έτοιμη να επιτεθεί (ξεκινά το ματς με τρεις επικίνδυνες επισκέψεις στην περιοχή του Φερμπούχεν στο πρώτο δεκάλεπτο), τρομερά αποτελεσματική και την ίδια στιγμή οργανωμένη στα μετόπισθεν, ικανότατη στο αμυντικό transition (δηλαδή στο μάζεμα στα μετόπισθεν χάρη στις γρήγορες επιστροφές), και κυνική τόσο όσο χρειαζόταν, δηλαδή προετοιμασμένη να περιμένει για να χτυπήσει στην κόντρα μια ομάδα που ήταν βέβαιο πως θα της έδινε χώρους.
Όλα αυτά προέκυψαν και γιατί ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς είχε στο γήπεδο την καταλληλότερη για την περίσταση ενδεκάδα. Κράτησε την άμυνα του Αουγκσμπουργκ (με τους Σάλιακα, Τσιμίκα, Ρέτσο και Μαυροπάνο μπροστά από τον Τζολάκη), ξεκίνησε τον Κουρμπέλη διατηρώντας τον Ανδρούτσο, κι έβαλε τον Ιωαννίδη δίπλα στον Παυλίδη με τους Τζόλη και Καρέτσα στο πλάι. Το πλάνο παρέμεινε ίδιο κι όταν ο Τζόλης που είχε αναστατώσει αρκετά την ολλανδική άμυνα τραυματίστηκε και βγήκε: στα συνεχόμενα ματς οι θλάσεις παραμονεύουν – στην Αρσεναλ σίγουρα δεν χάρηκαν. Ο Μασούρας που τον αντικατέστησε τοποθετήθηκε στα αριστερά για να μην χαλάσει η χημεία της ενδεκάδας έστω κι αν αυτός καριέρα έκανε από την άλλη πλευρά.
Η εκτέλεση του πλάνου έφερε και τα δυο γκολ. Ο Μασούρας με την μαχητικότητα του βρήκε με κεφαλιά μετά από γέμισμα του Τζολάκη τον Ιωαννίδη στο 23΄ κι αυτός ολοκλήρωσε υποδειγματικά. Και στο 47΄ο Ιωαννίδης, αφού έκλεψε την μπάλα, βρήκε τον Μασούρα μόνο στην περιοχή των Ολλανδών κι αυτός μπήκε με την μπάλα στα δίχτυα.
Κι όλα θα ήταν υπέροχα αν οι Ολλανδοί δεν είχαν την γνωστή νοοτροπία τους, με βάση την οποία το να παίζεις και να δημιουργείς δεν έχει σχέση με το πόσο είναι το σκορ, αλλά με το πόσο το θες πραγματικά. Κι αν στον πάγκο τους δεν είχαν τον Τσάβι ένα κύριο μεγαλωμένο στην Μπαρτσελόνα και πιστό της θρησκείας του Κρόιφ που πρεσβεύει πως για να κάνεις αποτέλεσμα χρειάζεται πρώτα από όλα να είσαι καλύτερος. Η θεαματική τους μεταμόρφωση στο δεύτερο ημίχρονο δεν ήταν τυχαία.
Ο Τσάβι πήρε το όπλο του
Εγραφα ότι η Εθνική μας έκανε το πλέον ισορροπημένο της και σωστά οργανωμένο παιγνίδι της στην εφετινή διοργάνωση του Nations League (και στην ιστορία της με προπονητή τον Γιοβάνοβιτς ίσως) αλλά για ένα ημίχρονο: το πρώτο. Στο δεύτερο αυτό που είδαμε ήταν τους Ολλανδούς, το πείσμα τους, την επιθετική τους ικανότητα, και τον τρόπο που έχουν να ξεκλειδώνουν μια κλειστή άμυνα. Τίποτα δεν έγινε τυχαία. Ο Τσάβι στο ημίχρονο έκανε τρεις αλλαγές: με τον Ράιντερς αντί του Τιλ και τον Χράφενμπεργκ αντί του Τίμπερ πρόσθεσε ποιότητα στη μεσαία γραμμή ενώ με τον Νόα Λανγκ αντί του Φαν Μπόμελ έδωσε στην ομάδα του πλάτος.

Όλα αυτά βοήθησαν τους Ολλανδούς αρχικά στο να κρατήσουν την μπάλα άκοπα και να την ανακτούν εύκολα: το έκαναν χωρίς να κάνουν ένα φάουλ σε όλο το δεύτερο ημίχρονο, μοιάζει απίστευτο. Με τον Ζίρχιελ μετά το 78΄, τον Ζέχιελ μετά το 70΄και με τον Φαν Ντάικ να παίζει πιο πολύ φορ παρά στόπερ στο δεύτερο ημίχρονο ο Τσάβι πρόσθεσε ύψος στην επίθεση – και οι τρεις είναι πάνω από 1,80. Οι σέντρες των Ολλανδών απέκτησαν νόημα, οι στημένες φάσεις έγιναν δύσκολα αντιμετωπίσιμες και η πίεση ανάγκασε την Εθνική μας να κάνει βήματα πίσω: οι Ολλανδοί πέτυχαν τέσσερα γκολ κι ευτυχώς χάρη στο VAR δύο δεν μέτρησαν. Ο Φαν Ντάικ τους έδωσε την δυνατότητα να επιστρέψουν στο ματς νωρίς και ο Ράιντερς τους έδωσε τον βαθμό της ισοφάρισης στο τέλος: στη φάση εμπλέκονται τρεις αλλαγές του Τσάβι αφού πλην του σκόρερ, ο Λανγκ σεντράρει κι ο Ζέχιελ πασάρει με κεφαλιά. Είχε προηγηθεί μια μεγάλη επέμβαση του Τζολάκη και αρκετός ηρωϊσμός στην άμυνα – κυρίως του Μαυροπάνου. Αλλά και μια τεράστια αδυναμία της ομάδας του Γιοβάνοβιτς να κρατήσει τη μπάλα.
Ισως υπήρχε κάτι άλλο
Γιατί συνέβη αυτό; Για μια σειρά από λόγους. Στο Αουγκσμπουργκ στην αντίστοιχη στιγμή πίεσης των Γερμανών μπήκε ο Κουρμπέλης στο 55΄και συμμάζεψε πολλά, αλλά και ο Ιωαννίδης που σε δυο φάσεις τρόμαξε την γερμανική άμυνα – το είχα γράψει ότι είναι καλά και πως τα γκολ θα έρθουν. Τώρα Κουρμπέλης στον πάγκο δεν υπήρχε. Ο Ζαφείρης που κλήθηκε να κάνει το ίδιο μπαίνοντας στη θέση του Παυλίδη στο 71΄έχει άλλα χαρακτηριστικά: είναι καλός και χρήσιμος σε μια ομάδα που έχει την μπάλα. Ο Τετέι που στο ίδιο λεπτό μπήκε στη θέση του Ιωαννίδη ήταν πολύ μόνος. Και δεν υπήρχαν αυτή τη φορά οι επιστροφές του Τζόλη (που είχε τραυματιστεί) και του Καρέτσα (που κουράστηκε). Η τετράδα της άμυνας βρέθηκε πολλές φορές σε καταστάσεις ένας εναντίον ενός: οι Ολλανδοί έπαιζαν και με κοντινές πάσες και με σέντρες – καθόλου μονότονα δηλαδή.
Ο Γιοβάνοβιτς πίστεψε ότι με τρεις χαφ θα υπήρχαν τουλάχιστον πάσες στους κυνηγούς, αλλά δεν τις είδε. Στη σύγχυση του τέλους κάνει κάτι που δεν του βγαίνει: βγάζει τον Ανδρούτσο για να βάλει τον Δουβίκα και προσθέτει τον Μιχαηλίδη αντί του Καρέτσα. Απέναντι σε μια ομάδα που κρατά μπάλα και κάνει συνεχείς ανακτήσεις αυτά δεν έχουν νόημα: χαφ χρειαζόταν γιατί η Εθνική είχε εξαντληθεί από το τρέξιμο πίσω από τη μπάλα, αλλά πλην του Κουρμπέλη κόφτης δεν υπάρχει. Ισως ο Κωστούλας και ο Μουζακίτης να ήταν πιο χρήσιμοι – αλλά κι αυτό είναι μια υπόθεση. Ο Ιβάν πιθανότατα περίμενε ότι οι Ολλανδοί θα έβγαιναν ακόμα πιο μπροστά και για τον Δουβίκα θα υπήρχαν χώροι. Η αλήθεια είναι πως βγήκαν. Και ισοφάρισαν. Ο Μιχαηλίδης δεν μπορούσε να κόψει ούτε τις ολλανδικές σέντρες, ούτε τις πάσες.
Το πιο ανησυχητικό σημάδι είναι ότι η Εθνική μας έδειξε κατάκοπη. Τα τρία σερί ματς τέτοιου επιπέδου είναι σκληρά κι ακολουθεί ένα τέταρτο με την Γερμανία του Κλοπ που κάλεσε 44 παίκτες και που με την Σερβία άλλαξε τους πέντε από αυτούς που ξεκίνησαν στο ματς με την Εθνική μας. Την Κυριακή χρειάζεται κατάθεση ψυχής κι όχι μόνο πλάνο. Μόνο με υπερβάσεις ανεβαίνεις επίπεδο.
(Gazzetta.gr, Οκτώβριος 2026)








