Δέκα με το ζόρι...

Δέκα με το ζόρι...


Ενας φίλος μου επεσήμανε τις προάλλες – και σωστά – ότι φέτος δεν έκανα γνωστή την δεκάδα των ταινιών που μου άρεσε στα σινεμά – ας αφήσουμε έξω τις τηλεοπτικές πλατφόρμες που είναι άλλη ιστορία. Εχει δίκιο. Δεν το έκανα γιατί είναι αλήθεια πως όταν το προσπάθησα βασανίστηκα πολύ να βρω δέκα. Την χρονιά που έφυγε οι ταινίες που αληθινά άξιζαν, δηλαδή που μπορεί να τις βλέπουμε σε πέντε – δέκα χρόνια και να τις χαιρόμαστε όσο την πρώτη φορά (αυτό για μένα είναι το μόνο αληθινό κριτήριο) ήταν ελάχιστες. Οι πολλές καλές ήταν ημιτελής: κάτι τους έλειπε, συχνά δύσκολο να το εντοπίσεις. Υπήρχαν μερικές που κουβαλούσαν το άγχος μιας ανάγκης για κάποιου τύπου πρωτοτυπία («Weapons», «Sinners»), άλλες που μου θύμιζαν πολλές ανάλογες που είχαν προηγηθεί και δεν κατάλαβα το γιατί έγινε θόρυβος («Συναισθηματική αξία», «Είμαι ακόμα εδώ» κτλ). Εν πάσει περιπτώσει με το ζόρι κατάφερα να βρω δέκα τις οποίες θυμάμαι γιατί στην αίθουσα πέρασα καλά. Άφησα έξω τις ελληνικές γιατί δεν είδα πάνω από τέσσερις και θα ήταν κρίμα να τις συμπεριλάβω: μπορεί να υπήρξαν άλλες πολύ καλές κι απλά να τις έχασα. Θέλω να πω ότι σίγουρος για την αντοχή της ταινίας είμαι μόνο για το νούμερο 1 της λίστας: όλες οι άλλες θα μπορούσαν να βρίσκονται στην ίδια θέση. Δεν τις αξιολογώ απλά τις παρουσιάζω ελπίζοντας η επόμενη σεζόν να μην είναι το ίδιο μέτρια.

10) «Avatar, Φωτιά και στάχτη» του Τζέιμς Κάμερον. Καλύτερο σίγουρα από το νούμερο δυο της σειράς αλλά πάντα μακριά από το πρώτο που υπήρξε στον καιρό του μια μοναδική ιστορία. Η επιστροφή στην Πανδώρα είχε αυτή την φορά ακόμα περισσότερη μεταφυσική: το παραμύθι ήταν πιο πολύ για τους μεγάλους. Αλλά το έχουμε πάντα ανάγκη.

9) «A Complete Unknown» του Τζέιμς Μάνγκολντ. Σε μια χρονιά που οι βιογραφίες ανθρώπων της μουσικής ήταν μια παγκόσμια μόδα (από την Μαρία Κάλλας μέχρι τον Στέλιο Καζαντζίδη…), ο Μάνγκολντ ανέλαβε να κάνει μια από τις δυσκολότερες: αυτή του Μπομπ Ντίλαν. Ο Μανγκολντ έχει ασχοληθεί με το βιογραφικό σινεμά και το ξέρει  («Walk the Line», «Ford v Ferrari» κτλ). Απέφυγε την μεγάλη παγίδα να εξηγήσει τον Ντίλαν (αμφιβάλω αν μπορεί να το κάνει κανείς…), αξιοποίησε τον Τιμοτέ Σαλαμέ, έκανε μια ωραία γλυκιά ταινία που δεν περιορίζεται μόνο στους φανς του τραγουδοποιού και πέτυχε το σκοπό του. Να παραμείνει ο Ντίλαν εντελώς άγνωστος…  

https://www.athensvoice.gr/images/1074x600/jpg/files/2025-07-18/f1-i-tainia-o-brad-pit-kai-to-pepromeno-tis-tahutitas.jpg

8) «Μπερλινγκουέρ, η μεγάλη ελπίδα» του Αντρέα Σέγκρε. Σε μια χώρα όπως η δική μας που έχουμε χάσει το μέτρημα σε ότι έχει να κάνει με τα κόμματα της Αριστεράς ήταν δύσκολο μια από τις καλύτερες ιταλικές ταινίες της χρονιάς να βρει κοινό. Είναι το είδος της πολιτικής ταινίας που είναι αδύνατον να γυριστεί στην Ελλάδα γιατί εδώ πρέπει να είναι όλα διδακτικά και αγιογραφικά. Αποτελεί μάθημα και για την ελληνική Αριστερα αλλά ποιος έχει ανάγκη από μαθήματα…

7) «F1», του Τζόζεφ Κοζίνσκι. Ωραίο αμερικάνικο σινεμά με δράση, χαρακτήρες, υπερβολές και πρωταγωνιστές – για την ακρίβεια πρωταγωνιστή. Ο Μπραντ Πιτ ανεβαίνει σε ένα μονοθέσιο όπως ο Κλιντ Ιστγουντ ανέβαινε παλιά σε ένα άλογο και μετατρέπει μια ταινία για μηχανοκίνητα σε κανονικό γουέστερν. Κι ο Κοζίνσκι ξέρει σίγουρα πως να διασκεδάζει το σχεδόν ξεχασμένο από τους παραγωγούς αντρικό κοινό.

6) «Βουγονία», του Γιώργου Λάνθιμου. Η πιο παράξενα παγκοσμοποιημένη ταινία του Λάνθιμου μου άρεσε λιγότερο από άλλες δικές του, αλλά είχε ένα υπόγειο πικρό χιούμορ που με τον καιρό την έκανε λιγάκι να μεγαλώσει μέσα μου. Μου δημιούργησε μάλιστα ότι για τον δημιουργό της έκλεισε κι ένα κύκλο. Δεν ξέρω πχ αν στην επόμενη θα δούμε πάλι στην Εμα Στόουν που μαζί με τον και τον δίνουν τα δικά τους ρεσιτάλ. Υπέροχη η τελευταία σκηνή σε μια χρονιά που τα μεγάλα φινάλε έλειψαν.    

https://www.hollywoodreporter.com/wp-content/uploads/2024/08/25fea_venice-Best-Of-The-Brutalist-Main-2024.jpg?w=1296&h=730&crop=1

5) «The Brutalist», του Μπρέιντι Κορμπέ. Αδικημένη από τα Οσκαρ, ίσως και λίγο από την κριτική, η ταινία του Κορμπέ είναι μια ωραία γεμάτη ιστορία βασισμένη στη ζωή και την δουλειά ενός μεγάλου δημιουργού από αυτές που το Χόλυγουντ αγαπάει. Ισως αν το τσαλάκωμα του κατά τα άλλα γοητευτικού ήρωα ήταν λίγο λιγότερο, όλο να λειτουργούσε και καλύτερα. Περιττό να πω ότι ο Αντριαν Μπρόντι γίνεται ο Λάσλο Τοθ.

4) «Ένα απλό ατύχημα», του Τζαφάρ Παναχί. Παρά τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει στην χώρα του (αλλά και μακριά από αυτή…) ο Παναχί συνεχίζει να κάνει ενοχλητικές για το καθεστώς του Ιράν ταινίες που είναι έξοχα ανθρωποκεντρικές. Η συγκεκριμένη ιστορία, με μια απλότητα που σε καθηλώνει, είναι εξαιρετικά επίκαιρη αν σκεφτείτε τι γίνεται σήμερα στο Ιράν. Αν υπήρχε μια δόση μικρότερου φολκλόρ θα ήταν για μένα μια αληθινά μεγάλη ταινία. Που κερδίζει αναμφίβολα και χάρη στην προβλέψιμη αλλά σκηνοθετική υπέροχη τελευταία σκηνή.     

https://www.reader.gr/sites/default/files/styles/main/public/2025-11/kamia-alli-epilogi-tainia.jpg.webp?itok=yynIt7Zx

3) «Νυρεμβέργη», του Τζέιμς Βάντερμπιλτ. Στους κριτικούς δεν άρεσε ο ακαδημαϊσμός της – η ταινία όντως μοιάζει σαν ταινία του 1960- 70 που κάπου είχε χαθεί, την βρήκαν, την ρετουσάρησαν και την έβγαλαν τώρα. Αλλά για μένα αυτό ήταν το μεγάλο ατού της: παραγωγή άρτια, διεύθυνση ηθοποιών υποδειγματική, αναπαράσταση εποχής αξιοζήλευτη και ένα θέμα, όπως η δίκη των Ναζιστών, όπως αποδεικνύεται καθόλου εύκολο. Πολλά σηκώνουν μεγάλη συζήτηση. Το παλιό καλό σινεμά δεν φοβόταν τις συζητήσεις: τις προκαλούσε.   

2) «Καμιά άλλη επιλογή», του Παρκ Τσαν-γουκ. Ένα ριμέικ μιας παλιάς ταινίας του Κώστα Γαβρά («Το τσεκούρι») γίνεται πηγή έμπνευσης για τον καλύτερο Κορεάτη σκηνοθέτη του καιρού μας που κάνει κάτι απίθανο: σε υποχρεώνει να ανησυχείς – και πολύ – για την τύχη της προσπάθειας ενός οικογενειάρχη μεσοαστού να μεταμορφωθεί σε κάτι σαν σήριαλ κίλερ. Με ερμηνείες βγαλμένες από τις παραδόσεις του ασιατικού σινεμά κι ένα πρωταγωνιστή απίθανο ο Παρκ Τσαν-γουκ σε κρατά καθηλωμένο. Όπως πάντα δηλαδή.     

1) «Μια Μάχη Μετά την Άλλη», του Πολ Τόμας Αντερσον. Άλλο είναι η συνέπεια κι άλλο η επανάληψη. Ο Αντερσον σου δημιουργεί συχνά την εντύπωση πως γυρίζει πάντα την ίδια ταινία – τουλάχιστον σε επίπεδο αισθητικής. Αλλά η αισθητική είναι απαραίτητη στον σκηνοθέτη όσο η γνώση του καλού συντακτικού στον συγγραφέα: φέτος η συνέπεια του Αντερσον δικαιώθηκε. Με άξιο συμπαραστάτη ένα διαβολικά φορμαρισμένο Ντι Κάπριο υπέγραψε την μοναδική ταινία της χρονιάς που στα μάτια μου που τα έχουν δει όλα αληθινά ξεχώρισε.

Αυτά και του χρόνου καλύτερα…