Αγωνία με λαχτάρα να σε νοιάζομαι...

Αγωνία με λαχτάρα να σε νοιάζομαι...

Σκεφτόμουν ότι όλη αυτή η φασαρία που γίνεται στην Ελλάδα χρόνια τώρα για τη διαιτησία έχει σταθερά χαμένους κυρίως τους προπονητές, τους ποδοσφαιριστές και τους ποδοσφαιρόφιλους – οι υπόλοιποι (οι διοικήσεις των ομάδων, οι διαιτητές, οι άρρωστοι οπαδοί, οι δημοσιογράφοι κτλ) μια χαρά περνάνε. Οι προπονητές και οι ποδοσφαιριστές γίνονται συνήθως κομπάρσοι, αντί να είναι πρωταγωνιστές και οι πραγματικοί ποδοσφαιρόφιλοι ψάχνουν απλά καμιά επιτυχία της ομάδας τους στην Ευρώπη (ή σε κανα ντέρμπι) μπας και γλυτώσουν από τη μπόχα: κρίμα, πολύ κρίμα. Πάρτε για παράδειγμα τους ποδοσφαιριστές του ΠΑΟΚ. Τα παιδιά αυτά έχουν σώσει φέτος αποτελέσματα σε τρία δύσκολα ματς μετά το 90 και βάλε: με τον Ατρόμητο, τον Αρη και τον ΠΑΟ. Κανονικά όλοι έπρεπε να τους τους χειροκροτούν για το πείσμα τους – εγώ ειλικρινά αυτό το πείσμα το θαυμάζω. Κι όμως είναι τέτοια τα σενάρια αυτών των παιγνιδιών, που αντί να στεκόμαστε στη δική τους προσπάθεια μιλάμε για όλα τα υπόλοιπα. Σχεδόν υποχρεωτικά. Πρώτοι μάλιστα το κάνουν αυτοί που θα πρεπε να αναδεικνύουν την ποιότητα της προσπάθειας των παικτών (στην προκειμένη περίπτωση του ΠΑΟΚ): αντι να το κάνουν ασχολούνται με το πώς θα δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, πράγμα που έχει πλάκα.    

 Ισως αν είχε δανεικούς   

Το περασμένο Σάββατο στην Αγγλία η Μάντσεστερ Σίτυ και η Λίβερπουλ που δίνουν πάλι τη δική τους μάχη χωρίς να μπορεί κανείς από τους υπόλοιπους να τους παρακολουθήσει, πήραν δυο καταπληκτικές νίκες με ανατροπές: η Σίτυ γύρισε ένα ματς με τη Σαουθάμπτον που αναστήθηκε κι έδωσε και την ψυχή της για να κοντράρει την πρωταθλήτρια και η Λίβερπουλ γύρισε το ματς με την Αστον Βίλα με δυο γκολ στα πέντε τελευταία λεπτά – το έβλεπες και ήθελες αυθόρμητα να το χειροκροτήσεις.  Γιατί ενθουσιαζόμαστε τόσο πολύ με τις ανατροπές που γίνονται στην Πρέμιερ λιγκ για παράδειγμα, ενώ στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε με τρομερή κακοπιστία αποτελέσματα ανάλογα και ψάχνουμε τις φάσεις για να βρούμε ύποπτα λάθη; Φυσικά και ο βασικός λόγος είναι η διαιτησία και δεν αναφέρομαι σε φάσεις. Το αν ήταν πέναλτι π.χ το μαρκάρισμα του Κουρμπέλη στον Κρέσπο στην Τούμπα δεν έχει για μένα και τόσο μεγάλη σημασία. Ας πούμε ότι ήταν. Ακόμα όμως κι όποιος το λέει, δεν μπορεί την ίδια στιγμή να μην σκεφτεί ότι ένα ανάλογο πέναλτι στο έκτο λεπτό των καθυστερήσεων δεν θα το έδινε ποτέ ο διαιτητής υπέρ του Παναθηναϊκού και σε βάρος του ΠΑΟΚ. Τι θα έκανε ο διαιτητής σε αυτή την περίπτωση; Ακόμα και αν έδινε τα υπερβολικά πέντε λεπτά των καθυστερήσεων θα σφύριζε το φάουλ υπέρ του Περέα στο τελος και το παιχνίδι θα τελείωνε ήρεμα και ωραία, - χωρίς μάλιστα να γκρινιάξει και κανένας. Το ότι στον Παναθηναϊκό δεν θα δινόταν κανένα πέναλτι στις καθυστερήσεις δεν είναι θεωρια, είναι πραγματικότητα: μια εβδομάδα πριν στο ματς ΠΑΟ – ΑΕΛ υπήρχε σπρώξιμο στον Κουρμπέλη στο 94΄και έλεγχος της φάσης από το VAR. Παρότι το σπρώξιμο είναι εμφανέστατο ο ΠΑΟ το πέναλτι δεν το πήρε. Ισως να το έπαιρνε αν είχε δανεικούς τον Κάτσε και τον Γουάρντα – ποτέ δεν ξέρεις.

Τι διαφορετικό από αυτό που είδες;

Στην Ελλάδα μιλάμε διαρκώς για φάσεις και αποφάσεις. Τώρα με το VAR μάλιστα βρήκαμε τη χαρά μας και το κάνουμε ολοένα και πιο πολύ. Όμως η διαιτησία είναι κάτι άλλο: η διαιτησία είναι πρώτα από όλα εφαρμογή των κανονισμών χωρίς ο διαιτητής να σκέφτεται το ποιον έχει μπροστά του. Εδώ κυριαρχεί η αίσθηση ότι οι ομάδες αντιμετωπίζονται ολότελα διαφορετικά – το είπε κι ο Δώνης. Όμως το ακόμα χειρότερο είναι ότι η διαφορετική αντιμετώπιση είναι σχεδόν πάντα προβλέψιμη. Θα σας φέρω δυο παραδείγματα: τα ματς του ΠΑΟΚ με τον ΠΑΟ και το ματς της Ξάνθης με τον Ολυμπιακό. Επειδή η ελληνική διαιτησία είναι ένα τρενάκι με πολλά βαγόνια, όλα ξεκινούν πάντα από τα προηγούμενα. Την περασμένη αγωνιστική στο Ολυμπιακός – ΑΕΚ διαιτητής στο VAR είναι ο Φωτιάς, που κάνει το παιγνίδι κωμωδία και δεν βλέπει ούτε καν ότι ο καλός Τσιντώτας στον πανικό του βγήκε κι έπιασε τη μπάλα εκτός περιοχής. Για τις αθλιότητες του επιβραβεύεται και αντί να κάτσει καμιά εβδομάδα σπίτι παίρνει αμέσως ματς: πάει στο ΑΕΚ – Ατρόμητος. Στην Ξάνθη εμφανίζεται στο VAR ο Ζαχαριάδης, ο άνθρωπος που πάει με τα παιδιά του στην Τούμπα να πανηγυρίσει ευρωπαϊκές νίκες του ΠΑΟΚ (και καλά κάνει, μόνο που δεν μπορεί να είναι διαιτητής…) ενώ στο γήπεδο παίζει επόπτης ο Νικολακάκης, ο άνθρωπος που διέλυσε τον ΠΑΟ με τις αποφάσεις του στο πρόσφτατο ματς με την Ξάνθη (!). Παρατηρητής μπαίνει ένας Δραμινός, ο Γκαϊτατζής: άριστα σε όλους.

Στην Τούμπα το πράγμα έχει ακόμα μεγαλύτερη πλάκα. Εμφανίζεται ένας διαιτητής, ο Σλοβένος Σλάβκο Βίντσιτς, που έχει ξαναπαίξει (!) ματς του ΠΑΟΚ στην Τούμπα – το 2016 είχε παίξει το Φιορεντίνα – ΠΑΟΚ. Από όλους τους Ευρωπαίους διαιτητές που μπορεί να ρθούν προκύπτει κατά σατανική σύμπτωση ένας που τον ΠΑΟΚ τον έχει ξαναπαίξει κι έχει φέρει μαζί του και αποτέλεσμα. Στο VAR δε, μπαίνει ο Τζήλος, διαιτητής στην περσινή φιέστα του ΠΑΟΚ με τον Λεβαδειακό – ένας διαιτητής που εκείνη τη μέρα αποθεώθηκε από το λαό του ΠΑΟΚ σαν να είχε συμμευοχή στην κατάκτηση του πρωταθλήματος. Πήγαν μόνοι στο γήπεδο οι διαιτητές; Με αυτές τις επιλογές, τι διαφορετικό μπορεί να περιμένεις σε αυτά τα παιγνίδια από αυτό που είδες;

Παρακολουθείς το υπερθέαμα

Οι διαιτητικές αποφάσεις μπορεί να είναι σωστές ή λάθος – δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το πρόβλημα της ελληνικής διαιτησίας είναι ότι όλα είναι τόσο ωραία στημένα από πριν, ώστε αν κάτι χρειαστεί να γίνει, θα γίνει. Είναι η πρώτη φορά που αυτό συμβαίνει; Όχι φυσικά. Από το 2003 μέχρι το 2011 δημοσίευα στη Sportday μια στήλη που την έλεγα ProZone, ως φόρο τιμής στην εταιρία παρακολούθησης διαιτητικών αποφάσεων που ήθελε ο Γιάννης Βαρδινογιάννης για ένα καλύτερο έλεγχο της απόδοσης των διαιτητών. Η στήλη έκανε διαιτητικές προβλέψεις και είχε τεράστιο σουξέ, γιατί είχε πλάκα αλλά και γιατί είχε κι ένα μεγάλο ποσοστό επιτυχημένων προβλέψεων. Αλλά ακόμα και σε εκείνα τα χρόνια, στα οποία πρωταγωνιστούσαν άνθρωποι στο διαιτητικό παρασκήνιο που κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να φύγουν και με την εξυγίανση επέστρεψαν, υπήρχαν και τρεις – τέσσερις διαιτητές που δεν ήξερες τι θα κάνουν και που έπαιρναν και δύσκολα ματς: οι αρχιδιαιτητές κρατούσαν κάπως τα προσχήματα. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Στο 70% των ματς οι διαιτητές που επιλέγονται, επιλέγονται για συγκεκριμένους λόγους και το ξέρουν. Κι αν τους λόγους τους ξέρεις κι εσύ κάθεσαι και παρακολουθείς το υπερθέαμα.         

Παντού στον κόσμο οι μεγάλες ομάδες μπορεί να πάρουν ένα σφύριγμα: δεν είναι κάτι που με σκανδαλίζει, αλλά μπορεί να το πάρουν όλες, γιατί είναι μεγάλες κι όχι γιατί έχουν τοποθετήσει τους ανθρώπους τους στην ομοσπονδία ή έχουν ασχοληθεί με τις εκλογές της. Αυτά στην Αγγλία δεν γίνονται. Και για αυτό εκεί με τις ανατροπές χαίρεσαι. Κι ασχολείσαι με τους προπονητές και τους ποδοσφαιριστές και το πείσμα τους. Όπως θα πρεπε να συμβαίνει κι εδώ και το ότι δεν συμβαίνει είναι πραγματικά κρίμα. Εδώ απλά θα πρεπε στο τελετουργικό της έναρξης των αγώνων να βγαίνει ο Περέιρα και να τραγουδάει το «Αγωνία με λαχτάρα να σε νοιάζομαι», σαν να είναι ο ύμνος του Τσάμπιονς λιγκ ένα πράγμα…