Κάθε νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη είναι μια σοβαρή είδηση στην φτωχή μας ελληνική κινηματογραφική πραγματικότητα. Γιατί ο Οικονομίδης είναι από τους λίγους αληθινούς δημιουργούς που έχουμε, αλλά και γιατί κάθε νέα του ταινία είναι απόδειξη της εξέλιξής του. Κάθε μια είναι ένα βήμα μπροστά, άλλοτε μεγάλο κι άλλοτε μικρό. Η «Σπασμένη Φλέβα» δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση.
Ιδέα, σχέδιο και εκτέλεση
Οι ταινίες του Οικονομίδη σου επιτρέπουν να καταλάβεις πως γεννήθηκαν και πως προέκυψαν. Δεν είναι αποτελέσματα συγκυριών και προτάσεων, αλλά μηχανισμού. Ο Οικονομίδης δεν κάνει μια ταινία το χρόνο: κάνει μια ταινία όταν αισθάνεται έτοιμος. Πάντα υπάρχει μια βασική ιδέα πάνω στην οποία η ταινία θα στηριχτεί. Ακολουθεί η μυθοπλασία της, που είναι κάτι πιο σημαντικό από το σενάριο – εδώ έχει σε αυτό δίπλα του κάποιον που αντιλαμβάνεται τις ιστορίες όπως αυτός, δηλαδή τον Βαγγέλη Μουρίκη, παλιότερο πρωταγωνιστή του. Στην συνέχεια στήνονται ωραία τα κουτάκια: βρίσκονται οι ηθοποιοί (σε μερικές περιπτώσεις και οι φάτσες) για τους κατάλληλους ρόλους, και ξεκαθαρίζουν οι προθέσεις. Και μετά αναλαμβάνει ο ίδιος ο Οικονομίδης να στήσει τις εικόνες εντός ενός πλαισίου που είναι εξίσου σημαντικό με την ιστορία και τους πρωταγωνιστές της.

Οι ταινίες του Οικονομίδη είναι νεορεαλιστικές γιατί έρχονται αυτούσιες και καθόλου φτιασιδωμένες από την ίδια μας την πραγματικότητα. Είναι ιστορίες που ο Οικονομίδης θέλει να τις διηγηθεί: θα το έκανε απλά αν έπινες καφέ μαζί του. Κι όταν άρχιζε να τις διηγείται δεν θα τολμούσες να τον διακόψεις για να μην χάσεις κάποια από τις λεπτομέρειες της αφήγησης: γιατί όσο απλή κι αν είναι η ιστορία, τόσο βαθιά επεξηγηματική, δηλαδή ζωντανή και γεμάτη από εύστοχες παρατηρήσεις, είναι η αφήγησή της.
Φάση και αντίφαση
Στην «Σπασμένη Φλέβα» υπάρχει μια απλή αρχική ιδέα – απλή βέβαια για όποιον δεν έχει ζήσει μια τέτοιου τύπου περιπέτεια. Ενας επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης μιας οικογενειακής επιχείρησης που ακόμα κι ο πατέρας του έχει μετανιώσει που του την κληρονόμησε, έχει ελάχιστες μέρες για να βρει κοντά 330 χιλιάδες ευρώ για να σώσει το σπίτι του, αν όχι και την ζωή του την ίδια. Οδηγεί Mercedes, που όμως δεν αξίζει τίποτα, παριστάνει τον γόη ενώ έχει αφήσει πίσω του τα πενήντα και είναι ένας πρώην ωραίος, γυμνάζεται αλλά χωρίς κανένα ορατό αποτέλεσμα, είναι πατέρας αν και η οικογένεια του δεν μοιάζει αυτό να το εκτιμά και πολύ – εξαίρεση (γιατί πάντα πρέπει να υπάρχει μια εξαίρεση) οι κόρες του. Φάση και αντίφαση. Πρόσωπο και προσωπείο.
Ο ήρωας του Οικονομίδη δεν είναι ήρωας: δεν κάνει τίποτα εντελώς καλά, δεν καταλαβαίνεις όμως (επίτηδες…) και τι είναι αυτό που τον οδήγησε ένα βήμα από την καταστροφή. Δεν τον συμπαθείς, γιατί η πρόθεση του Οικονομίδη δεν είναι να ωραιοποιήσει την απόγνωσή του, δεν τον σιχαίνεσαι, γιατί αισθάνεσαι ότι τον έχεις δει. Δεν τον ξέρεις, αλλά δεν σου είναι κι εντελώς άγνωστος. Κυρίως όμως αυτό που θες να μάθεις είναι να δεις τι θα κάνει: αυτό άλλωστε είναι και η βάση της αφήγησης κάθε ενδιαφέρουσας ιστορίας. Τα περιφερειακά πρόσωπα, μέλη της οικογένειας, μπράβοι και τοκογλύφοι, δικηγόροι και γιατροί, φίλοι που τόσο φίλοι δεν είναι, είναι απαραίτητα γιατί σε καμία κόλαση δεν είσαι μόνος: ο πειρασμός ότι ξέρεις τι πρέπει να κάνεις σε στοιχειώνει και εξαιτίας τους.

Φωτεινότητα και σκοτεινιά
Βέβαια ο πρωταγωνιστής είναι ένας. Ο Οικονομίδης βάζει στο κέντρο του κάδρου του αυτό τον τύπο και σε κάνει ηδονοβλεψία κάθε μεταβολής του: της ταραχής του και της παράδοξης άνεσής του, της ικανότητας να λέει ψέματα και της προσπάθειάς του να βγει από ένα αδιέξοδο με κάθε τρόπο. Οι τρόποι, δηλαδή οι πράξεις του, κινούν την ιστορία. Ο Οικονομίδης έχει ξανασχοληθεί με το θέμα και παλιότερα («Η ψυχή στο στόμα» έχει ένα τέτοιο αντιήρωα), αλλά εδώ το πλαίσιο είναι διαφορετικό και στον Οικονομίδη το πλαίσιο μετράει πάντα πολύ γιατί είναι κινηματογραφιστής (δηλαδή δημιουργός εικόνων) και όχι μυθιστορηματογράφος, δηλαδή παραμυθάς.
Το όλο εξελίσσεται σε μια Αθήνα φωτεινή – η φωτεινότητα των χώρων είναι κάτι σαν προβολέας στην σκοτεινιά. Εδώ η δυσκολία δεν έχει να κάνει με την ανάγκη επιβίωσης σε ένα κόσμο περίπου περιθωριακό και σίγουρα χωρίς κανόνες (όπως στο «Μικρό Ψάρι» πχ) και δεν αφορά μια παρέα που πνίγεται από το γελοίο life style (όπως στην πολύ γλυκιά και ειρωνική «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς»). Τώρα όλα σχεδόν είναι απολύτως καθημερινά: η ιστορία θα μπορούσε να είχε πρωταγωνιστές τους καλούς γείτονές σου – άλλωστε δεν ξέρεις το λούκι που περνά ο καθένας από δαύτους.
Αυτό το «λούκι» είναι που εμπνέει τον Οικονομίδη, ένα λούκι σαν λαβύρινθος στον οποίο αν μπεις δεν βγαίνεις. Κι αυτό το λούκι δεν είναι απλά η ιστορία του Αλεξόπουλου, του πρωταγωνιστή της αφήγησης, αλλά είναι ένα λούκι γενικότερο που έχει να κάνει με αξίες, εκτιμήσεις κι επιλογές. Οι αξίες είναι φθαρμένες και εν τέλει ανύπαρκτες. Οι εκτιμήσεις είναι όλες λάθος γιατί γίνονται χωρίς εναλλακτικό σχέδιο. Το χειρότερο είναι οι επιλογές: ένας χορός που πρέπει αν χορέψεις νομίζοντας ότι ξέρεις τα βήματα. Ενώ δεν ξέρεις τίποτα. Εντελώς.
Αυτή η άγνοια διατρέχει την ταινία από το πρώτο λεπτό. Άγνοια κινδύνου, άγνοια κανόνων, άγνοια δυσκολιών, άγνοια εν τέλει των ίδιων των ανθρώπων. Δεν είναι ωστόσο μια άγνοια που μπορείς να επικαλεστείς ως άλλοθι – ίσα ίσα. Είναι μια άγνοια που σε στέλνει όλο και πιο βαθιά στην καταιγίδα: ο Αλεξόπουλος νομίζει από την αρχή πως έχει μια λύση που όμως δεν βασίζεται παρά σε εικασίες, ελπίδες, ευκολίες, ανοησίες, αυταπάτες. Όπως συμβαίνει στην πραγματική ζωή εντός του σπιράλ της απόγνωσης η κατηφόρα δεν έχει τέλος.

Ρεσιτάλ ερμηνειών
Μια τέτοια ιστορία απαιτεί καλούς ηθοποιούς: κόσμο που να σε πείσει πως ότι βλέπεις είναι μια αλήθεια και ότι τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο. Στην αναζήτηση και στην αξιοποίηση των ηθοποιών ο Οικονομίδης είναι αληθινός μάστορας και είναι άτυχος που δουλεύει εδώ: αν δούλευε κάπου που υπάρχει κινηματογραφική βιομηχανία ένα πλήθος από μεγάλους ηθοποιούς θα έψαχναν τρόπο να δουλέψουν μαζί του. Η ικανότητα του να παίρνει τις καλύτερες δυνατές ερμηνείες είναι το μυστικό που του επιτρέπει να αξιοποιεί ιδανικά ακόμα και μη ηθοποιούς: αν κάνεις για τον ρόλο που έχει στο μυαλό του θα σε φτιάξει. Αυτό συμβαίνει κι εδώ. Και μπορεί η εικόνα ενός καταπληκτικού Βασίλη Μπισμπίκη να είναι κυρίαρχη – υποχρεωτικά άλλωστε – αλλά όλοι νομίζεις πως υπάρχουν για να σου δείξουν την ζωή τους. Η Σπασμένη Φλέβα είναι ένα κολάζ από ερμηνευτικά ρεσιτάλ – όλοι πραγματικά, ανεξάρτητα από τον χρόνο εμφάνισής τους, είναι στα καλύτερά τους. Ανώτεροι, σε κάποιες περιπτώσεις, και από τις σκηνές στις οποίες πρωταγωνιστούν. Ο Νιάρρος, η Μπέτυ Αρβανίτη, ο Σταμουλακάτος, η Κεχαγιόγλου μαγνητίζουν.
Αν δούλευε αλλού
Ο Οικονομίδης είναι άτυχος. Αν δούλευε στην Ιταλία θα αποθέωναν την γλώσσα των ταινιών του: ο νεορεαλισμός του θα δημιουργούσε σχολή. Αν δούλευε στην Ισπανία θα σάρωνε τα διεθνή βραβεία και όλοι θα μιλούσαν για την πιστότητα της αφήγησης. Αν δούλευε στην Γαλλία θα είχε στρατούς από φανατικούς – θα αναλυόταν κάθε πλάνο των ταινιών του και οι ηθοποιοί του θα κατέληγαν να παίζουν σε blog buster, όχι απαραίτητα ευρωπαϊκά. Δουλεύει όμως στην Ελλάδα και είναι υποχρεωμένος να ψάχνει το κοινό του, να μοχθεί για να το κατακτήσει, να πρέπει κάθε φορά να το πείσει πως αξίζει να του χαρίσουμε την προσοχή του για ένα δίωρο. Οποιος το κάνει βγαίνει κερδισμένος. Καταλαβαίνει τι ωραίο είναι το σινεμά όταν υπάρχουν δημιουργοί που συνεχώς προσπαθούν να γίνουν καλύτεροι με μοναδικό αληθινό κριτή τον απαιτητικό εαυτό τους.
Η Σπασμένη Φλέβα είναι αληθινό σινεμά σε μια εποχή που αυτό, εμένα τουλάχιστον, μου λείπει.








