Πολύς κόσμος – κι όχι μόνο οπαδοί της ΑΕΚ – αναρωτιούνται τι έχει πάθει φέτος ο Μάρκο Νίκολιτς. Μου λένε πως δεν καταλαβαίνουν πολλές από τις επιλογές του, και αναρωτιούνται γιατί δεν απαίτησε μια μεγαλύτερη ενίσχυση της ΑΕΚ πέρυσι το καλοκαίρι όταν μάλιστα ήταν σχεδόν βέβαιο ότι η πρωταθλήτρια θα αγωνιστεί στο Τσάμπιονς λιγκ. Εχω μερικές εξηγήσεις. Και πρέπει να πω ότι δεν μου μοιάζει πολύ διαφορετικός ο Νίκολιτς. Είναι πάντα ο ίδιος έξυπνος προπονητής που δεν του αρέσει να χάνει κι όταν χάνει του φταίνε τα πάντα.
Αλλά ας τα πάρουμε με την σειρά.
Αλήθεια και οφθαλμαπάτη
Ο Νίκολιτς είδε την Κυριακή την ΑΕΚ του να χάνει στο ελληνικό πρωτάθλημα μετά από ένα ολόκληρο χρόνο. Η ΑΕΚ έτρεξε ένα σπουδαίο αήττητο σερί 31 αγωνιστικών. Αλλά αυτό, όσο κι αν είναι αλήθεια, είναι και συγχρόνως λίγο οφθαλμαπάτη. Διότι μέσα σ’ αυτό το σερί υπάρχει ένας αποκλεισμός στο κύπελλο από τον ΟΦΗ, μια οδυνηρή ήττα αποκλεισμός από τον ημιτελικό του Conference League από την Ράγιο Ραγιεκάνο και μόνο τον τελευταίο μήνα (πριν το ντέρμπι με τον ΠΑΟ) τρεις ήττες οι οποίες αποκλείεται να μην προβλημάτισαν τον προπονητή της. Η Ενωση έχασε δύο ματς στο Τσάμπιονς λιγκ εκτός έδρας από τη Σαχτάρ και τη Μάντσεστερ Σίτι έχοντας δεχτεί συνολικά οκτώ γκολ. Και μόλις την περασμένη Τετάρτη ηττήθηκε στο κύπελλο από τον ΠΑΟΚ με 3-1. Η ήττα από τον Παναθηναϊκό δεν ήταν η πρώτη μετά από ένα χρόνο: ήταν μία ακόμα ήττα που ήρθε να προστεθεί σε ένα σερί κακών εμφανίσουν και κακών αποτελεσμάτων εκτός έδρας από την αρχή της σεζόν. Ο Νίκολιτς είχε την Κυριακή τα νεύρα του γιατί αισθάνεται ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα πρόβλημα το οποίο δεν μπορεί να λύσει. Και επειδή δεν αντέχει καμία ήττα, αντιδρά και λίγο σπασμωδικά.

Αρτίστες πιο πολύ από μαχητές
Το ότι η ΑΕΚ δεν παίζει εκτός έδρας όσο καλά αγωνίζεται στη Νέα Φιλαδέλφεια το βλέπουμε καιρό τώρα. Αυτό συμβαίνει κατά τη γνώμη μου για δύο πολύ απλούς λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει, όπως πάντα, κυρίως με την απόδοση των παικτών. Οι πιο πολλοί είναι λίγο πριμαντόνες που δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό μπροστά στο κοινό τους: ισχύει όχι μόνο για τον Γιόβιτς και τον Βάργκα αλλά και για τον Μάριν, τον Κοϊτά, τον Ζοάο Μάριο, τον Μάγερ. Κανείς τους δεν μοιάζει πολεμιστής και όλοι αισθάνονται λίγο αρτίστες, που παίζουν για το χειροκρότημα της εξέδρας το οποίο και φανερά απολαμβάνουν. Ετσι οι χωρίς μεγάλους μαχητές ΑΕΚ έχασε από τον Παναθηναϊκό χωρίς να έχει ούτε έναν διακριθέντα, ενώ από την άλλη πλευρά υπήρχε μια ομάδα που μπήκε συγκεντρωμένη στο γήπεδο να παίξει ένα ματς που το έβλεπε σαν τελικό.
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει καθαρά με το τακτικό κομμάτι. Η ΑΕΚ δεν παίζει απλά 4-4-2: παίζει πάρα πολύ για τους δύο κυνηγούς της που περιμένουν την μπάλα στην αντίπαλη περιοχή. Ο Βάργκα κι ο Γιόβιτς χρειάζονται μια ομάδα (για να το σχηματοποιήσω τουλάχιστον πέντε παίκτες) που να παίζει για χάρη τους. Όταν η ΑΕΚ αγωνίζεται εντός έδρας ανεβαίνει ψηλά και τους δυο κυνηγούς τους υποστηρίζει κλείνοντας τον αντίπαλο. Όταν το παιχνίδι να παίζεται πάρα πολύ στα πέριξ της περιοχής των αντιπάλων παίκτες όπως ο Κοϊτά, ο Μάγερ, ο Βιτάλις, και ο Μάριν, αλλά και οι ακραίοι μπακ είναι χρήσιμοι γιατί «ταΐζουν» τους δύο κυνηγούς. Εκτός έδρας όμως, όταν η ΑΕΚ είναι υποχρεωμένη να ξεκινήσει τις προσπάθειές της από πιο πίσω και το πράγμα δυσκολεύει ειδικά όταν ο αντίπαλος δεν κλείνεται αλλά την πιέζει ψηλά: ο δρόμος προς την αντίπαλη περιοχή γίνεται δύσκολος γιατί πέφτει και λίγο «ξύλο» παραπάνω. Ένας πολύ βασικός λόγος που η ΑΕΚ δεν απαντάει σε αυτό είναι ότι δεν έχει αυτόν που πέρσι ήταν ο MVP του πρωταθλήματος δηλαφή o πολυδιάστατος Πινέδα που «έκοβε και έραβε».

Τρεις αλλά κανείς
Είναι δυνατόν ένας παίκτης να αλλάζει τόσο την συμπεριφορά μιας ομάδας; Λογικά όχι. Αλλά στην πραγματικότητα όταν δεν υπάρχει αντικαταστάτης κάποιου που είναι ένα εξαιρετικό γρανάζι σε ένα σπουδαίο μηχανισμό, μια ζημιά γίνεται. Ο Ριμπάλτα το καλοκαίρι πήρε τρεις παίκτες για την θέση του Πινέδα, δηλαδή τον Καϊρίνεν, τον Βιτάλις και τον Αριάγκα. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα: δεν γίνεται να παίζουν και οι τρεις μαζί. Κι όποιος παίζει, ειδικά στα εκτός έδρας ματς, θυμίζει ότι δεν έχει όλα τα στοιχεία του Πινέδα. Χωρίς τον Μεξικανό η μεσαία γραμμή της ΑΕΚ είναι αρκετά soft όταν χρησιμοποιείται πχ ο Βιτάλις που αισθάνεται «δεκάρι στην καρδιά». Και δεν είναι όσο παραγωγική πρέπει όταν αγωνίζονται ο Κάιρινεν ή ο Αριάγκα που δεν παίρνουν επιθετικές πρωτοβουλίες. Η δυσκολία στη λύση αυτού του προβλήματος οδηγεί το Νίκολιτς σε μια επιλογή συνεχών αλλαγών στη μεσαία γραμμή που για την ώρα δεν του βγαίνει. Και γιατί στο μεταξύ ήρθε κι ο Μάγερ που απαιτεί τον δικό του τρόπο χρησιμοποίησης: ο Κροάτης ξεκινώντας στο πλάι και καταλήγοντας στον άξονα δημιουργεί ωραία νέα δεδομένα επιθετικά (ειδικά εντός έδρας) όμως δεν καλύπτει τον πλάγιο μπακ. Όλα αυτά απαιτούν στην μεσαία γραμμή μια δουλειά συνολικά τελείως διαφορετική από πέρυσι.
Μια σταθερή απόφαση
Γιατί ο Νίκολιτς δεν απαίτησε μια μεγαλύτερη μεταγραφική ενίσχυση; Η ΑΕΚ στη θέση του Πινέδα είχε εντοπίσει τον Κάνγκουα αλλά άργησε. Πήρε όμως τέσσερα χαφ. Η ερώτηση που γίνεται είναι γιατί δεν πήρε παίκτες στην άμυνα – όλοι τονίζουν πως πίσω από τον Ρότα πχ δεν υπάρχει κανείς. Νομίζω πως το γιατί είναι απλό. Ο Νίκολιτς πήρε στην αρχή της σεζόν μια απόφαση στην οποία είναι πιστός: δεν αλλάζει ποτέ τους τέσσερις της άμυνας και αλλάζει σπανιότατα τον Γιόβιτς και τον Βάργκα στην επίθεση. Πιστεύει πως σε μια τέτοια σεζόν η ομοιογένεια στην άμυνα θα δώσει στην ομάδα την απαραίτητη σιγουριά. Και πως η καλή συνύπαρξη των δύο κυνηγών θα φέρει τα γκολ που είναι απαραίτητα. Ως εκ τούτου δεν μοιάζει να ήθελε αμυντικούς με απαιτήσεις, αλλά ούτε και κυνηγούς που να ζητάνε λεπτά συμμετοχής. Πίστευε ότι στα λίγα ματς που θα χρειαζόταν να αναπληρωθεί ο Ρότα υπάρχουν παίκτες για να κάνουν την δουλειά – από τον Γκεοργκίεφ μέχρι τον Γκατσίνοβιτς. Ετσι κι αλλιώς ο Λάζαρος θα είναι πάντα ο βασικός του.

Με δεδομένες επιλογές στην άμυνα και στην επίθεση ο Νίκολιτς για να κάνει την ομάδα του λιγότερο προβλέψιμη πειράζει διαρκώς την τετράδα της μεσαίας γραμμής. Όμως αυτό έχει ως αποτέλεσμα παίκτες να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται (Κουτέσα, Ζοάο Μάριο, Μάνταλος, Γκατσίνοβιτς κτλ). Από την άλλη γίνονται επιλογές που μοιάζουν χωρίς λογική, και προκαλούν συζητήσεις - πράγμα που είναι και το χειρότερο. Είδαμε πχ τον Αριάνγκα να αγωνίζεται βασικός κόντρα στην Μάντσεστερ Σίτι, ενώ δεν έχει αγωνιστεί βασικός σε παιχνίδια πολύ πιο εύκολα και την Κυριακή είδαμε και τον Ζούμπκοφ να επιλέγετε στο βασικό σχήμα χωρίς κανείς να το περιμένει. Αυτά γίνονται γιατί ο προπονητής αναζητά συχνά ένα παίκτη με τον οποίο θα αιφνιδιάσει τον αντίπαλο κόουτς. Αλλά οι απροσδόκητες και απρόβλεπτες επιλογές δεν σημαίνουν και ότι η μεσαία γραμμή της ΑΕΚ θα είναι λειτουργική. Καλοί είναι οι πειραματισμοί, αλλά δε φέρνουν πάντοτε το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.
Εγινε ξαφνικά σημαντικό
Με αυτά και μ’ αυτά το παιχνίδι με την Ρεάλ Μαδρίτης έγινε ξαφνικά πάρα πολύ σημαντικό όχι τόσο για το Τσάμπιονς λιγκ όσο για το ελληνικό πρωτάθλημα. Αν η ΑΕΚ καταφέρει να έχει καλή απόδοση, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, θα ξαναβρεί τις χαμένες τις βεβαιότητες κι αυτό θα το εισπράξει στη συνέχεια στο ελληνικό πρωτάθλημα. Αν όμως χάσει εύκολα, όπως έχει χάσει δηλαδή πρόσφατα απ’ τη Μάντσεστερ Σίτι, την Σαχτάρ, τον ΠΑΟΚ και τον Παναθηναϊκό, το μεγαλύτερο πρόβλημά της θα είναι η δυσκολία του προπονητή της να διαχειριστεί τα νεύρα του. Γιατί με την ήττα ο Νίκολιτς είναι ασυμβίβαστος. Σταθερά. Όλα τα άλλα μπορεί και να αλλάζουν. Αυτό όχι.







