Η πανοπλία του άντρα…

Η πανοπλία του άντρα…

Από μικρός δεν γούσταρα τα καλοκαιρινά πουκάμισα με τα κοντά μανίκια και προτιμούσα να σηκώνω τα μανίκια στα χειμωνιάτικα. Η έκφραση «σήκωσε τα μανίκια», ως περιγραφή μιας προσπάθειας που πρέπει υποχρεωτικά να γίνει, μου άρεσε πολύ – ήθελα να δημιουργούσα την εντύπωση πως δουλεύω και πίστευα πως τα μαζεμένα μανίκια αρκούσαν ως απόδειξη της εργατικότητάς μου: ήμουν παιδί περίεργο. Τα καλοκαιρινά πουκάμισα, που ήταν σχεδόν πάντα πολύχρωμα, νόμιζα πως με έκαναν να φαίνομαι σαν ανόητο αμερικανάκι – ο συνδυασμός με κοντό παντελόνι μου φαινόταν παράταιρος. Τα κοντά παντελονάκια από την άλλη ήταν το επίσημο ένδυμα του καλοκαιριού – το μπλέιζερ του πιτσιρίκου.Ένα πράγμα που δεν αλλάζει με το πέρασμα των χρόνων είναι ότι στα αγοράκια ο ερχομός του καλοκαιριού επέβαλε πάντα μια διαφοροποίηση του ντυσίματός τους – τα κοριτσάκια απλά ντυνόντουσαν πιο ελαφρά.

Τα κοντά παντελονάκια εμφανίζονταν ξαφνικά. Ποτέ δεν έμαθα που διάβολο ήταν κρυμμένα το χειμώνα, αλλά θυμάμαι πως με την πρώτη ζέστη ήταν υποχρεωτικά. Περισσότερο ίσως και από τα σανδάλια, τα πάνινα παπούτσια, τα φανελάκια χωρίς μανίκι, τα καπέλα, τα μαγιό κι άλλα καλοκαιρινά αξεσουάρ. Όταν ήμουν μικρός, τα κοντά τα παντελόνια τα δικά μου και των φίλων μου, συνδυασμένα με γρατσουνιές στο γόνατο, μου έμοιαζαν πάντα υπέροχα, αντίθετα από τα αντίστοιχα που φορούσαν οι μεγάλοι και τα οποία ήταν κατά βάση φρικτά και γελοία.

Ο μεγάλος σε ηλικία άνδρας που τα παλιά χρόνια φορούσε καλοκαιριάτικα κοντό παντελόνι ήταν ένας κανονικός μασκαράς – τουλάχιστον στα μάτια μου. Δεν έφταιγε αυτός: έφταιγαν τα παντελόνια που φορούσε. Κάποια ήταν άσπρα και στενά κι έκαναν τις γάμπες των μπαμπάδων να λαμποκοπούν στον ήλιο μέχρι να μαυρίσουν και κάπως η ασπρίλα να σβήσει. Κάποια άλλα ήταν φαρδιά με λάστιχο, οι μπαμπάδες τα φορούσαν και σαν μαγιό και κάποια άλλα, πιο σκούρα, θύμιζαν τα σορτάκια της Εθνικής Ιταλίας – όποιος πάνω από σαράντα χρονών είχε την τόλμη να τα φορέσει αντιμετώπιζε το χλευασμό των φίλων του γιατί καλοκαιριάτικα κυκλοφορούσε με το σώβρακο: δείτε το Λάμπρο Κωνσταντάρα στις παλιές ταινίες!

Όταν ήμουν μικρός δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι η ενηλικίωση των ανδρών σταματά όταν αφήνουν κατά μέρους τα κοντά παντελονάκια: θυμάμαι ότι για κάτι καλοκαίρια φορούσα μόνο τζιν γιατί πλέον ήμουν μεγάλος – ειδικά το σκισμένο τζιν πίστευα πως  προσθέτει σε όποιον το φορά λίγο μυστήριο. Ναι, ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς που βλακωδώς ταλαιπωρούσαν τα τζιν τους ρίχνοντας τα στη θάλασσα για να ξεβάψουν ομοιόμορφα – δεν θυμάμαι ποιος πλάσαρε αυτό τον αστικό μύθο. Όπως δεν θυμάμαι και πότε ακριβώς μπήκαν στη ζωή μας οι βερμούδες. Που έσωσαν τα καλοκαίρια μας. Και κυρίως τα καλοκαίρια των μπαμπάδων, των θείων και των παππούδων μας.

Η βερμούδα πήρε το όνομα της από τα νησιά Βερμούδες, το γνωστό τουριστικότατο σήμερα σύμπλεγμα νησιών του Ατλαντικού. Στα χρόνια της αποικιοκρατίας το βρετανικό ναυτικό έκανε του κόσμου τις επιδρομές σε νησιά με τροπικό κλίμα. Οι στολές όμως τον βρετανών ναυτών και στρατιωτών δεν ήταν φτιαγμένες για ζέστη και υγρασία. Οι ναύτες ζητούσαν την άδεια από τους ανωτέρους τους να γυρίσουν τα παντελόνια τους για να μπουν στο νερό. Οι αγγλικές ναυτικές παραδόσεις αναφέρουν πως οι ναύτες απέκτησαν το δικαίωμα να το κάνουν με την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσουν να φορούν σακάκι και στρατιωτικό πουκάμισο και φυσικά κάλτσες σηκωμένες ως το γόνατο.

Στις Βερμούδες τα πλοία του αγγλικού ναυτικού σταματούσαν πάντα για ανεφοδιασμό, γιατί οι όρμοι και τα φυσικά λιμάνια των Νήσων το επέτρεπαν. Ετσι δημιουργήθηκε μια ειδική στολή ανεφοδιασμού με κοντό παντελόνι ως το γόνατο που πήρε την ονομασία «βερμούδα» γιατί οι ναύτες τη φορούσαν πάντα στις Βερμούδες. Με τον καιρό η στολή υιοθετήθηκε και  στους βρετανικούς αριστοκρατικούς κύκλους κι έτσι η βερμούδα άρχισε να φοριέται πάντα καλοκαιριάτικα σε δείπνα, εκδρομές, παιγνίδια και σιγά σιγά στις νυχτερινές εξόδους. Το σύνολο «βερμούδα-σακάκι-κάλτσες-γραβάτα» έγινε ένα είδος βρετανικής παράδοσης – η απαραίτητη αμφίεση για το καλοκαιριάτικο κυνήγι της αλεπούς π.χ. Κι όταν η αγγλική pop κουλτούρα άρχισε να κατακτά την Ευρώπη τη δεκαετία του ’60 τα αγγλάκια άρχισαν να περιφέρονται στην Ευρώπη καλοκαιριάτικα φορώντας αυτό το περίεργο μακρύ κοντό παντελόνι που θύμιζε αμφίεση προσκόπων. Και κάποια στιγμή έγινε το απόλυτο καλοκαιρινό ανδρικό ρούχο, το πρώτο που σταμάτησε τη διάκριση των ρούχων των μικρών και των ρούχων των μεγάλων. Τώρα πλέον γιοί, μπαμπάδες και παππούδες μπορούν καλοκαιριάτικα να ντύνονται το ίδιο: με τις πρακτικές, μαλακές, ωραίες βερμούδες τους, που ταιριάζουν σε όλους.

 

Η βερμούδα είναι το συνώνυμο της ανδρικής στιλιστικής απελευθέρωσης. Οι άντρες καλοκαιριάτικα, όπως σας έλεγα, με τα στενά ή φαρδιά κοντά παντελονάκια τους, ήταν σαν να ζουν ένα παρατεταμένο καρναβάλι: προσπαθούσαν να δείξουν ότι παραμένουν νέοι φορώντας ρούχα για παιδιά και το μόνο που κατάφερναν ήταν να δίνουν ραντεβού με την γελιοποίηση τους. Η βερμούδα, με την πρακτικότητα της, τους βοηθά να δείχνουν πως αισθάνονται νέοι χωρίς να χρειάζεται να διαπράττουν το στυλιστικά ποινικό αδίκημα του παλιμπαιδισμού. Μπορούν να είναι μπαμπάδες, θείοι και παππούδες στην καλοκαιρινή τους εκδοχή, δηλαδή ανάλαφροι και αγαπητοί. Και με ένα περίεργο και ανεξήγητο τρόπο καλοντυμένοι.

Έπινα τον καφέ μου στην πλατεία της Νέας Σμύρνης πριν λίγες μέρες και το πρόσεξα: φορούσαν όλοι βερμούδες! Όλοι όμως! Το καταπληκτικό ήταν ότι κανείς δεν έδειχνε παράταιρος: ίσα ίσα. Οι πιτσιρικάδες φορούσαν βερμούδες πολύχρωμες με κορδόνια που κρεμόντουσαν στο πλάι. Οι εικοσάρηδες στρατιωτικές. Οι λίγο μεγαλύτεροι πιο μακριές και μονόχρωμες με χρώματα καλοκαιρινά – πορτοκάλι, κόκκινα, λαδί. Οι μπαμπάδες που κουβαλούσαν καροτσάκια φορούσαν μπλε μονόχρωμες και οι μεγαλύτεροι γκρίζες κατά βάση. Ολοι φορούσαν μια βερμούδα που τους ταίριαζε σαν κάπου να υπάρχει ένα και μόνο μαγαζί με πωλητές και πωλήτριες που σε σκανάρουν και σου λένε ποια βερμούδα να πάρεις. Ευλογημένος όποιος έφερε αυτή τη μόδα: βοήθησε τους Ελληνες να ενηλικιωθούν παραμένοντας παιδιά – η βερμούδα είναι η ιδανική στολή τους, η πανοπλία του σύγχρονου άνδρα: κι ο Κολοκοτρώνης με τον Καραϊσκάκη, αν ζούσαν σήμερα, θα φορούσαν βερμούδες.

Αντίθετα από τα κοντά μου παντελόνια που δεν ήξερα που ήταν κρυμμένα οι βερμούδες μου ξέρω που βρίσκονται όλο το χρόνο. Τις λαχταρώ και νιώθω απέναντί τους υποχρέωση γιατί δεν θα φορέσω άσπρο στενό σορτς. Χωρίς γρατσουνισμένα γόνατα είναι για γέλια…