Η Ευνοούμενη, μια υπέροχη περιπλάνηση...

Η Ευνοούμενη, μια υπέροχη περιπλάνηση...

Παρακολουθώντας χρόνια τώρα τις ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου με διασκέδαζαν πολύ οι αντιδράσεις του κόσμου, όταν τελείωναν. Στον «Κυνόδοντα» (που εμένα δεν μου άρεσε…) οι μισοί χειροκροτούσαν και οι μισοί έβριζαν. Στις Αλπεις είμασταν ελάχιστοι. Στον «Αστακό» (που εμένα μου άρεσε…) οι πιο πολλοί ήταν αμήχανοι – όσοι είχαμε περάσει καλά κοιταζόμασταν με τρόμο. Στο «Ελάφι», αυτοί που έβγαιναν από το σινεμά, αποκαλούσαν «κορόιδα» εμάς που μπαίναμε – σημειωτέων εμένα στα τρία τέταρτά της η ταινία με είχε ενθουσιάσει. Χθες στο τέλος της προβολής της «Ευνοούμενης» είδα μόνο χαρούμενους θεατές – και κάθε ηλικίας. Ανθρώπους που πέρασαν ωραία – ίσως κάποιοι θυμήθηκαν και τι μαγική Τέχνη είναι το σινεμά.

Νερό στο κρασί

Λένε ότι ο Λάνθιμος διχάζει – πιθανότατα. Έτσι συμβαίνει συνήθως με όσους έχουν όραμα, όσους αποφεύγουν τις εύκολες λύσεις, όσους δουλεύουν με την αφήγηση, παίζοντας και λίγο με τον θεατή ή συνωμοτώντας μαζί του. Το σινεμά του Λάνθιμου είναι έτσι κι αλλιώς συνωμοτικό: σου κλείνει το μάτι ζητώντας προσοχή, έχει κώδικες που πρέπει να ξέρεις, απαιτεί να μπεις στην ταινία κι όχι να δεις την ταινία. Όταν πήγα να δω την «Ευνοούμενη» ανησυχούσα με αυτά που άκουγα και διάβαζα. Κυρίως φοβόμουν ότι ο Λάνθιμος για να φτάσει στα Όσκαρ έχει βάλει πολύ νερό στο κρασί του, συνθηκολόγησε με το mainstream, έγινε στην προκειμένη περίπτωση ένας ακόμα καλός διεκπεραιωτής, θυσιάζοντας το στυλ του για μια επιτυχία που θα του επέτρεπε να πετάξει ακόμα πιο ψηλά: ποιος άλλωστε μπορεί να αρνηθεί τόση παγκόσμια αναγνώριση; Όταν βγήκα από το σινεμά, όλα αυτά δεν υπήρχαν ως προβληματισμοί: υπήρχε μόνο η χαρά μου γιατί  η «Ευνοούμενη» είναι μια εξαιρετική ταινία. Και μάλιστα μια εξαιρετική ταινία του Λάνθιμου.

 

Βλέποντας την «Ευνοούμενη» καταλαβαίνεις γιατί ο ιδιοφυής αυτός σκηνοθέτης ήταν δεδομένο ότι θα έκανε παγκόσμια καριέρα: πρώτα από όλα ξέρει το μέσο, δηλαδή τους φακούς που χρησιμοποιεί για να γράψει, όσο λίγοι. Στην «Ευνοούμενη» το 70% των πλάνων είναι σχεδιασμένα, φορτωμένα όχι μόνο με εικαστικές λεπτομέρειες, αλλά με κινηματογραφική έμπνευση. Ο Λάνθιμος αλλάζει φακούς για να δώσει στα πλάνα του στρογγυλάδες που σε κάνουν να πιστεύεις πως παρακολουθείς από μια κλειδαρότρυπα κάτι που διαδραματίζεται σε ένα παλάτι.  Σκηνοθετεί (φυσικά άψογα) όχι μόνο τους ηθοποιούς του, αλλά και τον θεατή της ταινίας του: τον κάνει να αισθάνεται πότε παρείσακτος, πότε ακάλεστος, πότε ηδονοβλεψίας και πότε ένας μικρός Θεός που παρακολουθεί τα πάντα, διαλέγοντας που θα εστιάσει. Σε κάνει να γελάς, αλλά και να βουβαίνεσαι – κυρίως σε παίρνει από το χέρι και σου λέει ότι θα πάτε μια βόλτα στα μονοπάτια της γυναικείας ψυχής. Κι αυτή η καταπληκτική περιπλάνηση, που γίνεται σε ένα σκηνικό μεγαλοπρέπειας, αλλά και παρακμής, είναι τελικά η ταινία του. Κανείς άλλος, με το ίδιο ακριβώς σενάριο, δεν θα την έκανε έτσι.

Γυναίκες, γυναίκες και γυναίκες

Ο Λάνθιμος έχει τρεις γυναίκες πρωταγωνίστριες, που νομίζεις ότι έχεις συναντήσει σε προηγούμενες ταινίες του κι απλά εδώ έδωσαν ραντεβού για μια μονομαχία χωρίς προηγούμενο. Οι γυναικείες κόντρες συχνά δίνουν καλές ταινίες: η γυναίκα μπορεί να είναι πονηρή, ραδιούργα, εκδικητική και κυρίως υπέροχα αποτελεσματική. Όμως εδώ υπάρχει ένα εύρημα εξαιρετικό: καμία από τις τρεις πρωταγωνίστριες δεν μοιάζει σε κάτι στην άλλη και καμία δεν ανταποκρίνεται στα γνωστά στερεότυπα που συνοδεύουν τις γυναίκες. Δεν υπάρχουν ούτε μάνες, ούτε κόρες, ούτε πριγκίπισσες των παραμυθιών, ούτε σέξι γατούλες, ούτε αθώα πλάσματα. Υπάρχει η Βασίλισσα Αννα – τσαλακωμένη, αλλά σκληρή, άσχημη σαν ασβός (όπως ακούγεται κάποια στιγμή) αλλά γεμάτη πόθους, ανίκανη να διοικήσει, αλλά γαντζωμένη στο θρόνο της. Υπάρχει η Λαίδη Σάρα, που συμπεριφέρεται σαν διευθύντρια πολυεθνικής, σαν αντράκι που συμβαίνει να είναι γυναίκα. Κι υπάρχει και η Αμπιγκέλ, με καταγωγή αριστοκρατική αλλά και μεγάλη διαδρομή στο πεζοδρόμιο, έτοιμη να υποδυθεί κάθε ρόλο για να κερδίσει. Αλλά τι να κερδίσει; Αυτή είναι η τελική μεγάλη ερώτηση.

Ο Λάνθιμος στήνει την ιστορία στο 1700 – σε μια εποχή που πιθανότατα όλα ήταν πιο ωμά. Αφαιρεί από την ιστορία τους άντρες που είναι ασήμαντες μαριονέτες, χωρίς γοητεία – η γοητεία, λέει, είναι γένους θηλυκού, ακόμα κι αν είναι η γοητεία της φρίκης ή της παρακμής. Κρατά το πλαίσιο της εποχής, (δηλαδή τα κουστούμια, τα φτιασιδώματα, τα παλάτια, τις πολιτικές ίντριγκες που είχαν να κάνουν με μάταιους πολέμους που ποτέ δεν σταματούσαν), και μέσα σε αυτό εικονογραφεί ένα σπουδαίο δοκίμιο, που αφορά την εξουσία και την εύνοια, ως συνέπειά της.

Και οι τρεις πρωταγωνίστριες είναι ευνοούμενες για λόγους διαφορετικούς. Η βασίλισσα γιατί είναι βασίλισσα – αν τέτοια δεν ήταν, θα υπέφερε μόνη από κατάθλιψη και γηρατειά. Η Λαίδη Σάρα διοικεί, χωρίς από πουθενά να έχει ένα τέτοιο δικαίωμα: τονώνει με την πολυπραγμοσύνη της τον κυριαρχικό ρόλο που τόσο της αρέσει. Η Αμπιγκελ κερδίζει την εύνοια από την πρώτη στιγμή – θρέφεται από αυτή, είναι έτοιμη να παίξει τα χειρότερα παιγνίδια. Αλλά, λέει ο Λάνθιμος, ας μην μπερδεύομε την εύνοια με την εξουσία: η πρώτη μπορεί να χαθεί «αν απλά φυσήξει ένα αέρας», η εξουσία είναι κάτι πολύ πολύ σοβαρότερο και δεν μοιράζεται – επιβάλλεται. Όλα αυτά λέγονται με χιούμορ, με μια παράξενη βιτριολική και σαρκαστική γλώσσα που παραπέμπει στο σήμερα: οι τρεις πρωταγωνίστριες θα μπορούσαν να δουλεύουν σε μια Τράπεζα, να είναι τραγουδίστριες που μοιράζονται το ίδιο πάλκο, να έχουν συναντηθεί όχι σε ένα παλάτι, αλλά σε ένα μεγάλο μπαρ – τίποτα δεν θα άλλαζε από την ώρα που θα ξεσπούσε η θύελλα του ανταγωνισμού τους. Και έχει απόλυτο δίκιο.

Πολλά πολλά Οσκαρ

Αν αγαπάς τις γυναίκες και το σύνθετο της φύσης τους, θα λατρέψεις την ταινία. Βέβαια υπάρχουν και τρεις λόγοι που μπορεί να μην σου αρέσει. Ο πρώτος είναι να μην σου αρέσουν οι ταινίες εποχής – να σε κουράζει ο πλούτος των σκηνικών π.χ. Ο δεύτερος λόγος είναι να θυμώσεις με την ανυπαρξία των αντρών – σύντομα βέβαια θα καταλάβεις ότι η ταινία δεν είναι ιδιαιτέρως κολακευτική ούτε για τις γυναίκες: τις φωτίζει, δεν τις εξαγνίζει. Ο τρίτος είναι να σε ενοχλήσει η μη ρεαλιστική αναπαράσταση της εποχής και να μην δεχτείς τις μυθοπλαστικές υπερβάσεις – σίγουρα αυτό που παρακολουθείς δεν είναι ακριβώς η ζωή σε ένα παλάτι στο 1700. Όλα αυτά είναι κατανοητά, αλλά για μένα είναι και η δύναμη του Λάνθιμου: ο σκηνοθέτης φτιάχνει πάντα το δικό του σύμπαν μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωές του – ο ρεαλισμός ήταν πάντα το τελευταίο που τον ενδιέφερε. Ο Λάνθιμος αποφεύγει την παγίδα της απλότητας γιατί μένει γαντζωμένος στις αρχές του: σκηνοθετεί και πάλι ένα κόσμο και μας βάζει μέσα σε αυτόν. Περιττό να πω ότι οι ερμηνείες των ηθοποιιών είναι άψογες: δεν θα μπορούσαν να μην είναι δεδομένου ότι η κίνηση της μηχανής, η φωτογραφία, το μοντάζ σβήνουν κάθε πιθανό ψεγάδι.

Λογικά θα πάρει πολλά Οσκαρ: πάνω από πέντε. Και να μην πάρει, όμως, από καρδιάς το λέω: «ευχαριστώ που υπάρχεις Γιώργο Λάνθιμε…».