<?xml version="1.0" encoding="utf-8"?><rss version="2.0"><channel><title>All Time Classic</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/Contents/Item/Display/74</link><description>All Time Classic</description><item><title>Είναι πολλά τα λεφτά Άρη...</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/einai-polla-ta-lefta-ari</link><description>&lt;p&gt;Αν ήμουν οπαδός της Αγγλίας, όπως τραγούδαγε ο Σαββόπουλος, διασκευάζοντας Lucio Dalla, θα σου έγραφα, “καλέ μου φίλε σου γράφω για να παρηγορηθώ..”.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Καλορίζικος και καλοτάξιδος στον κυβερνοχώρο, με αυτό το σκαρί.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Για τα κεράσματα, είπα να σου γράψω για κάποια νούμερα –οχι φυσικά εγχώρια του ποδοσφαίρου και της πολιτικής- που έχουν ενδιαφέρον, νομίζω.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;*του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Νούμερα του Euro 2016 όπου όλα είναι περισσότερα.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Οι ομάδες, πρώτα απ’ όλα.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Φέτος, στην τελικη φάση παίρνουν μέρος 24, δηλαδή 8 περισσότερες από ότι στις προηγούμενες διοργανώσεις. Επομένως, θα υπάρχουν και πιο πολλά παιχνίδια.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Συνολικα θα γίνουν 51 παιχνίδια, 20 περισσότερα από όσα στην προηγούμενη διοργάνωση, το 2012.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πιο πολλά παιχνίδια σημαίνει, φυσικά, περισσότερα χρήματα για τηλεοπτικά δικαιώματα που εισπράττει η ΟΥΕΦΑ. Σε σχέση με την διοργάνωση του 2012, η ΟΥΕΦΑ θα εισπράξει 25% περισσότερα. Σύνολο 1,05 δις ευρώ.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Για να έχουμε μία τάξη μεγέθους, τα δικαιώματα του Centenario που διεξάγεται τωρα στις ΗΠΑ με 16 ομάδες, πωλήθηκαν 95 εκατομμύρια ευρώ.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το γεγονός ότι η διοργάνωση, από το 1996 που έγινε στην Αγγλία, γίνεται πρώτη φορά σε μία χώρα η οικονομία της οποίας θεωρείται από τις μεγαλύτερες της Ευρώπης, οδήγησε σε αύξηση 40% τις χορηγίες. Βλέπετε, εκτός από τους επιημους χορηγούς της ΟΥΕΦΑ είναι και οι εθνικοι χορηγοί της Γαλλίας που πληρώνουν για να συνδέσουν το όνομά τους με την διοργάνωση.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Σύνολο χορηγιών για την ΟΥΕΦΑ, 450 εκατομμύρια ευρώ.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Οπως έγραψα και πιό πάνω, τα περισσότερα παιχνίδια θέλουν και πιο πολλά γήπεδα, δέκα τον αριθμό από τα οποία 4 είναι καινούργια. Συνολικό κόστος ανέγερσης των νέων και αναδιαμόρφωσης των παλιών, 1,7 δις για την Γαλλία.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Και το ποιηματάκι, συνεχίζεται.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Περισσότερα ματς, περισσότερα γήπεδα, περισσότερα εισιτήρια. Σύνολο 2,5 εκατομμύρια από τα οποία υπολογίζεται πως το 1,5 εκατομμύριο από αυτά, θα μοιραστούν σε φιλάθλους που θα ταξιδέψουν στην Γαλλία.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η ΟΥΕΦΑ υπολογίζει να εισπράξει 500 εκατομμύρια, ποσό στο οποίο περιλαμβάνονται και τα έσοδα από τις ειδικές συμφωνίες που έχει κάνει ε τουριστικά γραφεία.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Για την γαλλική οικονομία τα αναμενόμενα κέρδη, είναι σταγόνα στο ποτήρι. Το κέντρο νομοθεσίας και οικνομίας των σπορ που εδρεύει στην Λιμόζ, εκτιμά ότι τα οφέλη δεν θα ξεπεράσουν το 1,3 δις ευρώ.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τα πριμ της ΟΥΕΦΑ στις ομάδες, είναι ίδια με εκείνα του 2012.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Κάθε μία από τις 24 ομάδες της τελικής φάσης θα πάρει 8 εκατομμύρια ως πριμ συμμετοχής. Από εκεί και πέρα, η νίκη αποφέρει 1 εκατ.ευρώ και η ισοπαλία, τα μισά.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η πρόκριση στους  16 αποφέρει 1,5 εκατ.ευρώ.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η πρόκριση στους 8 αποφέρει 2,5 εκατ. ευρώ.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η πρόκριση στους ημιτελικούς δίνει 4 εκατ. ευρώ και στον τελικό, ο χαμένος παίρνει 5 εκατ. ευρώ και ο νικητής 8 εκατ. ευρώ.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αυτά, προς ώρας.  Καλή συνέχεια.&lt;/p&gt;</description><pubDate>Mon, 13 Jun 2016 10:35:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/einai-polla-ta-lefta-ari</guid></item><item><title>Η αριστοκρατία του Ρότζερ Φέντερερ</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B6%CE%B5%CF%81-%CF%86%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%81</link><description>&lt;p&gt;Δεν θα υπάρξει ποτέ μια κατάλληλη στιγμή για να πει κανείς αντίο στο Ρότζερ Φέντερερ – η αλήθεια είναι αυτή και είναι μια αλήθεια που πονάει το στόμα. Δεν έχει σημασία πόσα τουρνουά θα κερδίσει συνολικά: θα φτάσει η στιγμή  που θα τον βλέπουμε να παίζει και η καρδιά μας θα σφίγγεται καθώς θα προετοιμαζόμαστε για το μεγάλο αντίο. Ο Μεγάλος Ρότζερ, ο δάσκαλος Ρότζερ, ο Φέντερερ των θριάμβων και των συγκινήσεων, ο μεγαλύτερος παίκτης όλων των εποχών, κάποτε σαν Θεός κι αυτός θα μας αφήσει μόνους, χαρίζοντας μας τη λυτρωτική ανάμνηση των θαυμάτων του. Φυσικά θα υπάρξουν για λίγο ακόμα κι άλλα θαύματα σαν αυτό που έκανε φέτος στο Γουίμπλετον, που από τόπος μαρτυρίου μεταμορφώθηκε ξανά σε βασίλειο, αλλά στο τέλος όλοι ξέρουμε πως ο αδίστακτος χρόνος θα τον νικήσει αφήνοντας πεδίο δόξης λαμπρό για αντιπάλους που χρόνια τώρα ονειρεύονται απλώς να σταθούν αντάξιοί του. Το φινάλε θα είναι μοιραία πικρό, όχι για αυτόν, αλλά για μας που αγαπάμε το τένις που ο Ελβετός από τη Βασιλεία τίμησε όσο ποτέ κανείς. Αυτό το τένις που στη βάση του είχε πάντα την ομορφιά της αισθητικής, κόντρα στις επιταγές των καιρών που θέλουν οι νικητές να είναι κουβαλάνε την άνεση των εξολοθρευτών. Ο Φέντερερ δεν είναι απλά το νούμερο 1 του κόσμου: είναι ένα είδος προς εξαφάνιση. Μόνο που πριν μας χαρίσει τον τελευταίο άσο, το τελευταίο καθαρό μπάκχαντ, το τελευταίο ρεβέρ, το τελευταίο ντεμι βολέ, θα έχει αποδείξει ότι η εποχή του cyber τένις που ζούμε δεν νίκησε ποτέ την αισθητική. Η ομορφιά του παιγνιδιού του δεν άλλαξε την πορεία της ιστορίας, αλλά κέρδισε για πάντα την καρδιά μας κι αυτό είναι που μετράει.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τον Ιούλιο του 2001&lt;sup&gt; &lt;/sup&gt; ο Φέντερερ κέρδισε στα προημιτελικά του Γουίμπλετον τον επτά φορές κάτοχο του τίτλου Πιτ Σάμπρας. Το ματς αυτό είναι η μοναδική τους επίσημη αναμέτρηση – κατά κάποιο τρόπο η στιγμή που η μοίρα αποφάσισε την μεταξύ τους αλλαγή σκυτάλης. Ο Σάμπρας, θαμπωμένος από την άνεση του παιγνιδιού του Ελβετού, δήλωσε ότι πρώτη φορά στη ζωή του αισθάνθηκε ότι έχασε από κάποιον που έπαιζε καλύτερα από αυτόν! «Εχουμε το ίδιο φόρχαντ, το ίδιο σερβίς και την ίδια επιθετικότητα, αλλά το μπάκχαντ του πονάει» είπε κι έκτοτε φρόντισε να μην τον ξαναβρεί μπροστά του. Ενώ τα παιδάκια σε όλο τον κόσμο ξεπατίκωναν το στυλ του Αγκασι και του Τζίμπο Κούριερ, μαθαίνοντας να εκτελούν από το βάθος του γηπέδου με τα backhand και τα top spin ο Ελβετός άρχιζε να χτίζει το μύθο του θυμίζοντας σε όλους ότι η αρτιότητα στην τεχνική μπορεί να σε κάνει νούμερο ένα του κόσμου. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 2004, όταν κέρδισε τον Xίουιτ στον τελικό του US OPEN με ένα διπλό 6-0 στα τρία σετ (6-0, 7-6, 6-0), ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας (ένας από τους καλύτερους αθλητικογράφους – συγγραφέας και ενός φιλοσοφικού δοκιμίου με τίτλο «η σιωπή του Φέντερτερ») έγραψε στην USA today ότι ο Ελβετός ήρθε για να αναστήσει ένα σπορ που πέθανε, δηλαδή το τένις. «Ο θάνατος του τένις ήρθε στις 10 Ιουνίου του 1984, ακριβώς στις 19.08 το απόγευμα. Τότε ο Τζον Μακ Ενρόου, ο πιο ταλαντούχος τενίστας της εποχής, έχασε από τον μαραθωνοδρόμο Ιβάν Λεντλ στέλνοντας στο φιλέ το ντεμι βολέ του. Αυτή τη βάρβαρη στιγμή, καθώς ο συμπαθής Λεντλ πανηγύριζε το λάθος του αντίπαλου του, το τένις τελείωνε: θα ακολουθούσε μια γενιά αθλητών γεμάτη όρεξη για τρέξιμο, παθιασμένοι με την νίκη και την επιβολή, αλλά χωρίς το προαπαιτούμενο ταλέντο που καταπλήσσει τον θεατή που αγαπάει το σπορ και όχι τα αποτελέσματα του. Ο Σάμπρας υπήρξε ο προφήτης του Ελβετού που θα καταπλήξει την οικουμένη βάζοντας τις βάσεις για μια νέα θρησκεία: τη θρησκεία του ταλέντου». Ο Γουάλας υπήρξε προφητικός και ταυτόχρονα άστοχος όπως όλοι όσοι ειδικευόμαστε στην έκφραση του θαυμασμού μας: ο Φέντερερ έγινε το νούμερο 1, κράτησε την κορυφή για δεκάδες εβδομάδες, έσβησε τα ρεκόρ του Σάμπρας, αλλά παρέμεινε μια χαρισματική μοναχική φιγούρα σε ένα κόσμο στον οποίο η δύναμη και η αντοχή καθορίζουν την επιτυχία. Ο Φέντερερ υπήρξε νούμερο 1 (και ξανάγινε νούμερο 1) κόντρα στην κυρίαρχη τάση για τον απλούστατο λόγο ότι είναι αδύνατο να τον αντιγράψει κανείς.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Θα ήταν εύκολο να γράψω τα δεκάδες ρεκόρ του που προκαλούν κατάπληξη, αλλά ο άνθρωπος από τη Βασιλεία δεν είναι τα ρεκόρ του: είναι κάτι περισσότερο, δηλαδή σύμβολο αισθητικής και αθλητικού μεγαλείου. Ο Φέντερερ διέλυσε τους πάντες για μια τετραετία (από το 2004 έως και το 2008), καταπλήσσοντας με την απόλυτη υπεροχή του παιγνιδιού του. Για πολλούς το παιγνίδι του υπήρξε ο περφεξιονισμός της μανιέρας των μεγάλων τεχνητών, του Κόνορς και του Μακ Ενροου, του μοναχικού επιθετικού σολίστα Στέφαν Εντμπεργκ, φυσικά του Σάμπρας. Ο Φέντερερ παίζει τένις με μια αίσθηση ιστορίας – είναι σαν να γνωρίζει την ευγενική καταγωγή του σπορ και να την υπερασπίζεται απέναντι σε παίκτες με κομπιούτερ στο μυαλό τους ή αδάμαστούς ψυχωμένους μαχητές σαν το Ναδάλ. Το τένις του είναι αριστοκρατικό και γοητευτικό, δεν κουβαλάει την αρρώστια που λέγεται νοσταλγία, αλλά μαγεύει. Η επιστροφή του στο νούμερο 1 του κόσμου λίγο πριν πατήσει τα τριάντα ένα (ο Αρθουρ Ας το 1975 ήταν ο τελευταίος που το πέτυχε σε αυτή την ηλικία) είναι μια γοητευτική ιστορία: ο θρίαμβος του καλού κόντρα στη δύναμη. Μετά το 2008 ο Φέντερερ βρήκε στο πρόσωπο του Ναδάλ τη νέμεση. Ηταν πολύ γοητευτικός, πολύ αριστοκράτης, πολύ νικητής για να τον αφήσουν οι μοίρες στην ησυχία του: ο αριστερόχειρας νεαρός Ναδαλ, με τη μεγάλη καρδιά και το άσβηστο πάθος, ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να του προκύψει ως αντίπαλος. Το ισοπεδωτικό τένις του Ναδάλ, γεμάτο δύναμη και αδιαφορία για την καλλιγραφία, τον έριξε από την κορυφή, του στέρησε τίτλο στο δικό του Γουιμπλετον, τον οδήγησε στο να αλλάζει προπονητές, ποτέ όμως στρατηγική και τρόπους. Όταν αργότερα εμφανίστηκε κι ο Τζόκοβιτς, ο μεγάλος αυτός Σέρβος σκηνοθέτης στιγμών και αγώνων, ο μόνος παίκτης που σου δημιουργεί την εντύπωση ότι παίζει τένις σαν σκακιστής που βλέπει τις επόμενες κινήσεις, ο συναγωνισμός έγινε για το Φέντερερ αδυσώπητος: οι δυο νέοι αντίπαλοι τον κυνηγούσαν όχι απλά για να του πάρουν τίτλους και εβδομάδες στην κορυφή, αλλά για να βάλουν τέλος στον κανόνα της αισθητικής του. Το αριστοκρατικό του τένις κινδύνεψε να φανεί παρωχημένο, ένα παιγνίδι χωρίς κυνική λογική στον καιρό που η δύναμη του ορθολογισμού είναι ο μόνος δρόμος προς την ευτυχία.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Όμως ο Θεός δεν θα ήταν Θεός αν δεν νικούσε κάθε δοκιμασία. Την Κυριακή το απόγευμα στο Γουίμπλετον κόντρα στο Μάρει ο Φέντερερ δεν έπαιξε το καλύτερο τένις της ζωής του, αλλά ο Σκοτσέζος στάθηκε αδύνατο να αντέξει το βάρος της δοκιμασίας, ενώ αυτός τις δοκιμασίες τις θεωρεί υποχρεώσεις του. Η επιστροφή του στην κορυφή, απλή, υπέροχη, θαυμαστή και αξιοζήλευτη είναι η δικαίωση του ταλέντου, της χαρισματικότητας, της ποιότητας. Κάποια στιγμή ο κόσμος του τένις θα χάσει τον Φέντερερ και μαζί όλη τη σαγηνευτική ομορφιά του. Το ωραίο κατακτά κι ο κατακτημένος παραμένει για πάντα αιχμάλωτος. Ο κόσμος του τένις είναι αιχμάλωτος του μεγάλου Ρότζερ και δεν θα ελευθερωθεί ποτέ του.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;(Για το Sport.gr Ιούλιος του 2012)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 26 May 2016 10:15:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B6%CE%B5%CF%81-%CF%86%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%81</guid></item><item><title>Από το Φως στο Φως</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CE%B1%CF%80%CE%BF-%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82</link><description>&lt;p&gt;Επιτρέψτε μου έναν πιο προσωπικό τόνο, αφού θα πρέπει να γράψω για τη βιωματική σχέση μου με ένα αμερικανικό σίριαλ, δηλαδή το «Lost», σχέση που κράτησε έξι χρόνια και είναι από τις μεγαλύτερες μη ποδοσφαιρικές της ζωής μου. Τηλεόραση σήμαινε για μένα δύο πράγματα: αθλητικά γεγονότα και ξένες σειρές. Στα παιδικά μου χρόνια στην τηλεόραση δεν γινόταν ενημέρωση, αλλά προπαγάνδα: στο σπίτι έλεγαν να διαβάζω εφημερίδες. Τα αθλητικά ήταν ψυχαγωγία. Οι ξένες σειρές η ευχαρίστηση της ανακάλυψης. Μεγάλωσα με τη «Λάση», το «Μάτλοκ», το «Χιλ Στριτ», τους «Ντιουκς», το «Μάγκνουμ», αλλά και τη «Μάχη», τις «Χαμένες Αυτοκρατορίες», το «Σταρ Τρεκ» φυσικά. Είχα ραντεβού με το «Lost», αλλά δεν το ήξερα.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ερωτας&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το «Lost» ήταν ένας κεραυνοβόλος έρωτας που δεν κατάφερα προσωπικά να διαχειριστώ γιατί με παρέσυρε. Το ανακάλυψε ο αδερφός μου, εγώ κόλλησα στο τέταρτο επεισόδιο του πρώτου κύκλου βλέποντας ένα και μόνο πλάνο. Οπως με τις ωραίες γυναίκες, το μάτι έπεσε σε κάτι που μυστηριακά ερωτεύεσαι και μετά σε στοιχειώνει. Το εβδομαδιαίο ραντεβού δεν μου έφτανε. Στο τέλος του δεύτερου κύκλου είχα βάλει πολύ κόσμο στο τριπάκι, σαν ερωτευμένος που ψάχνει κατανόηση για την καψούρα του: κάθε καψούρα αποκτά διάσταση δράματος αν τη συζητάς. Κάπου εκεί έκανα και την πρώτη (ακατανόητη για πολλούς) ραδιοφωνική εκπομπή για το Lost στην οποία αποκαλύφθηκε ότι ο ιός είχε αρχίσει να κυκλοφορεί.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Εξηγήσεις&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ακούω πολλούς να λένε ότι έχουν απορίες μετά το φινάλε: για μένα εξηγήθηκαν σχεδόν όλα. Το νησί είναι η Πηγή του Φωτός και το Φως, για το σύνολο των Θρησκειών (αλλά και της επιστήμης, θυμηθείτε το «big bang») είναι η αρχή του κόσμου. Το Φως είναι η θεϊκή παρέμβαση. Για να δεχτείς την ύπαρξή της χρειάζεται πίστη: «A leap of faith», όπως έλεγε ο Λοκ. Η Πηγή χρειάζεται φύλαξη και αυτόν τον ρόλο παίζει η Μητέρα (επίσης σταθερή θρησκευτική παρουσία) που μεγαλώνει δύο παιδιά, τον Τζέικομπ και τον άνθρωπο με τα μαύρα. Ο δεύτερος έπρεπε να είναι διάδοχός της, αλλά δεν είναι άνθρωπος της Πίστης: θέλει να βρει εξηγήσεις στα μυστικά του νησιού και θέλει να ζήσει πέρα από το νησί. Τιμωρείται, όπως περίπου συμβαίνει στις αρχαίες τραγωδίες, για την αλαζονεία του και μεταβάλλεται σε ένα φυλακισμένο Κακό, που επιθυμεί να δραπετεύσει. Ο Τζέικομπ γίνεται φύλακας του νησιού και δεσμοφύλακας, όμως δεν αντέχει την αιωνιότητά του και θέλει κι αυτός να πεθάνει «γιατί όλοι πεθαίνουν». Ψάχνοντας τον διάδοχό του φέρνει κόσμο στο νησί και παρεμβαίνει στις ζωές των ναυαγών παρακολουθώντας. Επειδή φοβάται ότι αν ένα παιδί γεννηθεί στο νησί θα αναπτύξει την ίδια διάθεση Υβρης απέναντι στο Θείο Φως, όπως ο αδερφός του, με τη βοήθεια μιας Αιγυπτιακής Θεάς απαγορεύει τη γονιμότητα: στο νησί πρέπει να έρχονται μόνο όσοι έχουν γνώση του κόσμου, ώστε να μην μπουν στον πειρασμό να φύγουν εξαιτίας της ανάγκης τους να τον γνωρίσουν. Οι πιστοί του Τζέικομπ γνωρίζουν πολλά, νομίζουν ότι τα γνωρίζουν όλα. Αλλά δεν είναι έτσι.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;DHARMA&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Χρόνια αργότερα το νησί ανακαλύπτει ο αμερικανικός στρατός. Ανακαλύπτει ένα ενεργειακό πεδίο που δεν συμπεριλαμβάνεται σε χάρτες κι έχει ένα μυστηριακό χαρακτήρα, ανάλογο με αυτό του Τρίγωνου των Βερμούδων π.χ. Οταν ο ΟΗΕ εντέλει την οργάνωση DHARMA, τον καιρό την κρίσης της Κούβας, να βρει ένα πυρηνικό καταφύγιο με βάση το θεώρημα του Βανζέτι (οι αριθμοί…), επιστήμονες το ανακαλύπτουν και ερευνούν την ενέργειά του. Το νησί όμως γυαλίζει και σε δύο που ποθούν να το κατακτήσουν: ο Μπεν και ο Γουίντμορ μαγεύονται από δύο του ιδιότητες: την ίαση (ναός) και την αθανασία (Ρίτσαρντ). Ο Μπεν θα ξεπαστρέψει την DHARMA (που ελέγχει σιγά σιγά την ενέργεια χρησιμοποιώντας στον κεντρικό σταθμό ως κωδικό τους αριθμούς του Βανζέτι). Ο Γουίντμορ θέλει να του πάρει το παιχνιδάκι. Ο Μπεν καθοδηγούμενος από τον Τζέικομπ, (και το πιόνι του τον Ρίτσαρντ), και παρά τις παρεμβάσεις του Κακού, (που παίζει το παιχνίδι του χωρίς πιέσεις χρόνου), βλέπει ότι το νησί μπορεί να γίνει ο Παράδεισός του, αλλά υπάρχει μια λεπτομέρεια: οι γυναίκες δεν γεννούν! Δεν ξέρει ότι αυτό οφείλεται στον Τζέικομπ και πειραματίζεται στα παιδιά και στις έγκυες, φέρνοντας και την Τζουλιέτ. Και τότε φτάνουν οι δικοί μας ήρωες.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ηρωες&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ολο αυτό που σας περιέγραψα είναι το περίβλημα: οι ήρωές μας είναι αυτοί της πτήσης της Oceanic. Το Κακό, ο άνθρωπος με τα μαύρα, λέει στον Τζέικομπ, στο τέλος ενός κύκλου, ότι η ιστορία διαρκώς επαναλαμβάνεται: «Κάποιοι έρχονται, διαφθείρονται, τσακώνονται μεταξύ τους, πεθαίνουν». Αλλά οι ήρωές μας δεν είναι όμοιοι με τους προηγούμενους, ίσως γιατί είναι «χαμένοι», δηλαδή μόνοι στη ζωή, αλλά την ίδια στιγμή και δεμένοι από συμπτώσεις της μοίρας, που δημιουργεί μεταξύ τους δεσμούς πριν από την πτώση του αεροπλάνου. Κάποιοι βρίσκουν προορισμό, άλλοι την αγάπη, άλλοι φεύγουν και ξαναγυρνάνε -όλοι λυτρώνονται. Ο Τζακ σώζει το νησί και το παραδίδει στον Χέρλεϊ που ξέρει να βοηθά τους ανθρώπους και τους νεκρούς που το στοιχειώνουν. Κάποιοι θα πεθάνουν, κάποιοι θα φύγουν: όλοι όμως δεμένοι από την κοινή περιπέτεια θα ξανασυναντηθούν. Κανείς δεν μπορεί και δεν θέλει να γλιτώσει από τον άλλον: άλλωστε όταν στον τέταρτο κύκλο κάποιοι φεύγουν, και πάλι όντας «χαμένοι», δηλαδή μη λυτρωμένοι, θέλουν να γυρίσουν. Οσοι δεν έφυγαν μυούνται από το νησί στην ιστορία του με τα ταξίδια στο παρελθόν του. Δεν παρεμβαίνουν στον χρόνο του, αλλά ζουν πάντα τον δικό τους χρόνο. Είναι θεατές κι όχι ταξιδιώτες. Δεν γίνονται ένα με το νησί, αλλά το κουβαλάνε μέσα τους. Και μαζί του και όσους εκεί γνώρισαν.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Δέσιμο&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η σχέση των ηρώων με το νησί δημιουργεί ένα ψυχικό δέσιμο που μεταφέρεται και σε αυτό που λέμε «άλλη ζωή». Μετά τον θάνατό τους, στον τελευταίο κύκλο, ζουν μαζί σε ένα σύμπαν δημιουργημένο για τις ψυχές τους που δέθηκαν στο νησί αποκτώντας μια μυστηριακή επαφή με το Θείο. Ο καθένας, στο μεταθανάτιο σύμπαν του, μεταφέρει στη νιρβάνα του έναν ιδιότυπο κανόνα ευτυχίας που τον κοιμίζει: ο Τζακ έχει τον γιο που δεν είχε, οι Κορεάτες είναι ερωτευμένοι, η Κλερ βρίσκει μια οικογένεια, ο Σόγερ είναι άνθρωπος του νόμου κ.λπ. Μέχρι που ο Ντέσμοντ («είσαι παπάς;», τον ρωτάνε, «κάτι τέτοιο», απαντάει) που έχει γνώση της «άλλης ζωής», όταν παραλίγο να πεθάνει μετά την ανατίναξη της καταπακτής στον τρίτο κύκλο, αρχίζει να θυμάται. Και τότε το ποίμνιο των Χαμένων ξαναβρίσκει τη μνήμη της πραγματικής ζωής, όλοι βρίσκονται ξανά σε μια εκκλησία με όλα τα θρησκευτικά σύμβολα και κάνουν όλοι μαζί το βήμα προς το Φως.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Φως&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Από το Φως στο Φως. Ενα μάτι που ανοίγει να δει το Φως και ένα άλλο που κλείνει για να δει το Φως. Δεν υπάρχουν απορίες. Μόνο Φως.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ζήλεψα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Δεν είναι σωστό να πω ότι μου άρεσε το τέλος, ότι με συγκίνησε κ.λπ. Δεν θα ήταν αλήθεια: η αλήθεια είναι ότι ζήλεψα! Ζήλεψα πάρα πολύ την ιδέα των σεναριογράφων και τον εξαιρετικό χειρισμό των κανόνων της επιστημονικής φαντασίας και της μεταφυσικής. Αυτό που είδαμε αυτά τα έξι χρόνια υπήρξε ένα σεναριακό κομψοτέχνημα, μια Pop Saga, στην οποία οι εξαιρετικά εμπνευσμένοι αυτοί άνθρωποι έβαλαν χιλιάδες στοιχεία της εποχής μας με ένα περίβλημα μυθοπλασίας που, ενώ ήταν εύκολο να κατρακυλήσει στο ρεντίκολο, το χειρίστηκαν τόσο εντυπωσιακά, ώστε προκάλεσαν ακόμα και συγκίνηση!&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το μυστικό ήταν φυσικά η ανθρωποκεντρικότητα, δηλαδή η μαεστρική παρουσίαση και ανάλυση των χαρακτήρων με τα πολλά flash back στην αρχή: σε ένα σίριαλ στημένο πάνω στο μεταφυσικό, αυτό που κυριάρχησε ήταν οι άνθρωποι και οι περιπέτειές τους, μερικές από τις οποίες ήταν συναρπαστικά αποτελέσματα συμπτώσεων ή λανθασμένων επιλογών. Οι τύποι χειρίστηκαν τόσο σωστά το σενάριο, ώστε έσπειραν δεκάδες άλλες ιστορίες που θα μπορούσαν να αναπτύξουν, αν και εφόσον ήθελαν.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Στο φινάλε επιχειρήθηκε η παρουσίαση του απώτερου μυστήριου, που είναι το τι συμβαίνει μετά τον θάνατο. Η θεολογική πλατφόρμα στην οποία οι σεναριογράφοι στηρίχτηκαν είναι ένα μοναδικό εύρημα –ένα είδος προσφοράς σε όσους παρακολούθησαν τη σειρά έξι χρόνια: μας έδειξαν μια μεταθανάτια ζωή τόσο όμορφα δομημένη, που θα τη ζήλευαν και οι θεμελιωτές των θρησκειών. Νομίζω ότι ο Σαούλ και ο Μωάμεθ π.χ. θα τους έσφιγγαν το χέρι! Δεν μιλάμε για ένα σίριαλ, αλλά για τη βάση μιας νέας θρησκείας. Οταν τελείωσε ήθελα να πω: «Τζακ, Σόγερ, Λοκ, Τσάρλι, Χέρλι κ.ά., θα ξαναβρεθούμε. Είμαστε πλέον στο ίδιο ψυχικό σύμπαν».&lt;br /&gt;(Sportday Ιούνιος του 2010)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 26 May 2016 11:56:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CE%B1%CF%80%CE%BF-%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82</guid></item><item><title>Το «εγω είμαι εδώ» του Ζιντάν</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%B3%CF%89-%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%B4%CF%89-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B6%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD</link><description>&lt;p&gt;Γιατί αποφάσισε να κόψει το ποδόσφαιρο μετά το μουντιάλ ο Ζινεντίν Ζιντάν; Η φετινή χρονιά του σίγουρα δεν ήταν η καλύτερη, η Ρεάλ Μαδρίτης δεν χωράει αμφιβολία ότι δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται σε αυτόν, όμως υπάρχουν δεκάδες ομάδες στην Ευρώπη που ευχαρίστως θα τον ήθελαν στις τάξεις τους για δύο τρία χρόνια. Πιθανότατα ο Ζιντάν ακολούθησε τα χνάρια του Μισέλ Πλατινί ακόμα και σ’ αυτό: θέλει να φύγει νωρίς, πριν η εικόνα του φθαρεί, όπως νωρίς και μάλιστα μετά από ένα παγκόσμιο κύπελλο είχε αποχωρήσει από την ενεργό δράση και ο Μισέλ. Μόνο που ο Ζιντάν τελικά τον ξεπέρασε τον Πλατινί – δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Κόλαση&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Θυμάμαι το ξεκίνημα του Ζιντάν στη Γιουβέντους: μια κόλαση. Ο Ζιζού έπρεπε να κουβαλήσει το σταυρό του μαρτυρίου της διαδοχής του Πλατινί στην ιστορία της Μεγάλης Κυρίας. Επρεπε να αντέξει τα καρφιά του Τζιάνι Ανιέλι που θεωρούσε ιεροσυλία τη σύγκριση του με το Μισέλ. Ενοιωθε τα πόδια ακόμα βαριά από την επέμβαση στους χιαστούς που του είχε στοιχίσει ένα χρόνο απουσίας από τα ματς της Μπορντο κι έπρεπε να ξορκίσει τις κακές εμφανίσεις του στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα στην Αγγλία που μόλις είχε τελειώσει. Θυμάμαι ακόμα μια επίθεση που του είχε κάνει ο μακαρίτης Ομαρ Σίβορι στην τηλεόραση: «έλεγαν ότι είναι χορευτής με τη μπάλα, αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο ας του δώσουν ένα ζευγάρι γόβες να εμφανιστεί με αυτές στο γήπεδο! Ισως αυτό που δούμε έχει πιο μεγάλο ενδιαφέρον από τις εμφανίσεις του!».&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Στερεότυπο&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ακόμα πιο δύσκολο και από το να κάνεις καριέρα είναι να αλλάξεις τον τρόπο που μια χώρα αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο. Η Ιταλία έμοιαζε λάθος χώρα: οι Ιταλοί δυσκολεύτηκαν πολύ να εκτιμήσουν το παιχνίδι του. Μέχρι την εποχή του Ζιντάν, ο παίκτης που κάνει τη διάφορα, έπρεπε να ήταν κάποιος που έπαιζε λίγο! Ο μεγάλος παίκτης έπρεπε με τα ψήγματα της κλάσης του να ομορφαίνει το παιχνίδι κι όχι να σκοτώνεται στο τρέξιμο για να πάρει δύο μπάλες παραπάνω. Οι Ιταλοί λατρεύουν την εξαιρετικότητα της μιας ενέργειας. Για αυτούς μεγάλος ήταν ο Μαραντόνα, ο Πλατινί, ο Γκούλιτ, ο Ρόσσι, ο Μπάτζιο, ο Φαλκάο, ο Σαβίσεβιτς, ο Βαν Μπάστεν: οι αναλαμπές όλων αυτών, το χάρισμά τους να διαμορφώνουν το αποτέλεσμα με δύο καθοριστικές ενέργειες ξετρέλαιναν. Μην τους κακίζετε. Κι εμείς έτσι σκεφτόμαστε. Κι όλοι οι μεσόγειοι.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ψηφιδωτό&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ο Ζιντάν είχε και αναλαμπές: εξάρσεις κι εκρήξεις ταλέντου. Το γκολ εναντίον της Λεβερκούζεν στον τελικό του Τσάμπιονς λιγκ, το γκολ εναντίον της Μπάρτσα στον ημιτελικό της ίδιας χρονιάς, το χτύπημα φάουλ στο ματς με την Αγγλία στο Euro του 2004, η μπαλιά στον Ανρί στον τελικό του Εuro του 2000, ένα γκολ με τη Γιούβε εναντίον του Αγιαξ το 1997 όταν μετέτρεψε την άμυνα των Ολλανδών σε πίστα συγκρουόμενων αυτοκινήτων: όλα αυτά είναι εντυπωσιακά χάι λάιτς καριέρας, μόνο που η καριέρα του Ζιντάν δεν ήταν ένα ψηφιδωτό από φινέτσες, αλλά η εικόνα μιας φανέλας μούσκεμα στον ιδρώτα. Δε θυμάμαι κανένα παίκτη τέτοιας κλάσης που να έχει τρέξει τόσο πολύ όσο ο Γάλλος. Και δεν νομίζω ότι θα υπάρξει άλλος τέτοιος τύπου κουμανταδόρος που να συνδυάζει την ευφυΐα του καλλιτέχνη με την αίσθηση του χρέους που χαρακτηρίζει κάθε «εργάτη προλετάριο».&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πολλά&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τα μεγάλα παιχνίδια του Ζιζού ήταν όλα παιχνίδια ποσότητας, προσφοράς. Η καθοριστικότητά του δεν είχε να κάνει με τα τεχνικά του χαρίσματα, αλλά με την αποδοτικότητα του: ο Ζιντάν δεν μπορούσε να κάνει λίγα για να βοηθήσει την ομάδα του να κερδίσει: όφειλε να κάνει πολλά! Εκανε πολλά – πέρα από τα γκολ στον τελικό του Μουντιάλ του 1998. Εκανε πολλά στους τελικούς του Τσάμπιονς λιγκ που έχασε ή κέρδισε. Εκανε πολλά με τη φανέλα της Εθνικής και δεν είναι παράξενο ότι του ζήτησαν να επιστρέψει πριν το μουντιάλ της Γερμανίας: ήταν εύκολο στη Γαλλία να βρεθεί κάποιος να δώσει τρεις καταπληκτικές πάσες, αλλά αδύνατο να υπάρξει παίκτης σαν το Ζιζού που θα κουβαλήσει τους Τρικολόρ στις πλάτες του ζητώντας πάντα την μπάλα.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Φάση&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Προσπαθήστε να θυμηθείτε μια φάση του Ζιντάν και θα το καταλάβετε: ακόμα και τα πιο όμορφα γκολ του (το σπαγγάτο-σουτ με τη Λεβερκούζεν π.χ) δεν είναι ενδεικτικά της προσφοράς του. Το παιχνίδι του Ζιντάν ήταν πιο σπουδαίο από τις μεμονωμένες ενέργειές του. Δε χρειάζονταν να σκοράρει ο Ζιζού για να διακριθεί, ούτε χρειάζονταν ντρίπλες ή καταπληκτικές μπαλιές. Ο τρόπος που φιλτράριζε το παιχνίδι, η ικανότητά του να ανοίγει το ρυθμό του ματς, το κράτημα της μπάλας όποτε η περίσταση το απαιτούσε, οι κεφαλιές του στα κόρνερ, τα στημένα του, ακόμα και τα τάκλιν του δεν είναι χάι λάιτς: είναι ιδρώτας, τρέξιμο, πάθος, κι εν τέλη ποδόσφαιρο. Ο Ζιντάν έπαιξε ποδόσφαιρο γεμάτο ιδρώτα, κόντρα στο ρεύμα: ζούμε την εποχή που οι μεγάλοι απλώς επιδιώκουν την επίδειξη της εξαιρετικότητας τους. Σας το λέω εγώ που τους παράξενους τους λατρεύω.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ιδιοτυπία&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πρόσφατα διάβαζα ένα βιβλίο του Μαουρίτσιο Κροζέτι, ενός σχολιογράφου της ιταλικής Repubblica. O Κροζέτι παρουσίαζε το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό κάθε μεγάλου άσου που έχει δει. Εγραφε για τα φάουλ του Πλατινί, το «τούβλο» του Κούμαν, τις επιταχύνσεις του Μαραντόνα, το αριστερό του Ρομπέρτο Κάρλος, τις σέντρες του Μπέκαμ, τις ντρίπλες του Γκαρίντσα, την περιστροφική κίνηση του Ρουμενίγκε, τα άλματα του Πελέ, θυμόνταν ακόμα και την κυβίστηση του Εσθονού Κρίστο Καάλαζέ που χτυπούσε τα πλάγια άουτ κάνοντας προηγουμένως μια τούμπα! Προσπαθούσα να καταλάβω ποια ήταν η ιδιοτυπία του Ζιντάν. Δεν υπήρχε. Το κεφάλαιο που ήταν αφιερωμένο στον Ζιζού είχε τίτλο «το εγώ είμαι εδώ του Ζινεντίν Ζιντάν». Με τρεις μόνο λέξεις, η φωτογραφία μιας υπέροχης καριέρας.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Για πάντα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Για αυτό σταματά νωρίς ο Ζιζού. Κουράστηκε. Δεν μπορεί να στηρίξει την αγωνιστική μοναδικότητα του. Δεν του ταιριάζει να προδώσει για πέντε τηλεοπτικά χάι λάιτς τον ιδρώτα του. Στο τελευταίο του ματς θα φύγει από το γήπεδο μούσκεμα έχοντας παίξει πολύ και για όλους. Όπως την πρώτη μέρα που έβαλε παπούτσια, όπως πάντα.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;(Sportday Ιούνιος του 2006)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 26 May 2016 11:48:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%B3%CF%89-%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%B4%CF%89-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B6%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD</guid></item><item><title>Σ αναζητώ ήδη ξημερώματα…</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CF%83-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%B7%CF%84%CF%89-%CE%B7%CE%B4%CE%B7-%CE%BE%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1</link><description>&lt;p&gt;Ο Δημήτρης Μητροπάνος ήταν ένας από τους αγαπημένους τραγουδιστές του πατέρα μου και ομολογώ ότι για αυτό τον αντιμετώπισα για χρόνια με δυσπιστία. Δεν έφταιγε ούτε αυτός φυσικά, ούτε ο πατέρας μου, αλλά εγώ και η σχέση μου με τους τραγουδιστές, τους οποίους βλέπω περισσότερο ως καθοδηγητές και συνοδοιπόρους και λιγότερο ως καλλιτέχνες. Στο μυαλό μου ο καλλιτέχνης πλάθει, συνθέτει, δημιουργεί από το τίποτα. Ο τραγουδιστής είναι ερμηνευτής, δίνει φόρμα και ζωή σε δημιουργήματα, αλλά στο μυαλό μου ήταν πάντοτε ένας χαρισματικός μεσάζοντας – αυτός που θα σου ψιθυρίσει, θα σε νουθετήσει, θα εκφράσει έρωτες και πόνους. Ο πατέρας μου, σχεδόν άθελά του μου έμαθε ν αγαπάω τους λαϊκούς τραγουδιστές, χωρίς ποτέ να μου εξηγήσει το γιατί, όμως αντιμετώπιζα πάντοτε τα δικά του ακούσματα με καχυποψία: οι τραγουδιστές του, όπως και η ζωή του, οι φίλοι του και οι επιλογές του ανήκαν σε αυτόν – μπορούσα να τους παρακολουθώ και να τους σέβομαι, όμως όφειλα να βρω τους δικούς μου. Ο Μητροπάνος ήταν του μπαμπά μου για χρόνια – υπήρχε όμως κάτι περίεργο στη σχέση τους: ήταν από τον πατέρα μου πολύ μικρότερος. Ενώ π.χ ο Καζαντζίδης και ο Σερ Μπιθή ή ο Ζαμπέτας κι ο Τσιτσάνης ήταν είδωλα, ο Μητροπάνος ήταν ο εκκολαπτόμενος μικρός, που μπήκε στην παρέα του πατέρα μου σαν να τον βρήκαν ορφανό στο δρόμο. Πως μπορούσε ο σχεδόν σαραντάχρονος πατέρας μου να συγκινείται από τον εικοσιπεντάχρονο Μητροπάνο όταν αυτός τραγουδούσε για τον Αγιο Φεβρουάριο; Και πως στα πενήντα του μπορούσε ν ακούει τα Συναξάρια του Χατζηνάσιου, τα σβησμένα και παλιά; Και γιατί ένα ερωτικό τραγούδι όπως το «κάνε κάτι λοιπόν να χάσω το τρένο» μπορούσε να του αρέσει, όταν δεν το σιγοτραγούδησε στα 25 ή στα 30 του; Ο Μητροπάνος υπήρξε από τα μυστήρια της εφηβείας μου κι ομολογώ ότι την αξία του μου πήρε καιρό για να την διαπιστώσω: έπρεπε να πει με το Λάκη Παπαδόπουλο το «Για να σε εκδικηθώ», το 1988, για να καταλάβω ότι ο τύπος ανήκε σε μια σπάνια κατηγορία τραγουδιστών που καθορίζουν την εποχή τους, υπερβαίνοντας το δυνάστη χρόνο. Ο πατέρας μου άκουγε ένα λαϊκό τραγουδιστή, που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στον Καζαντζίδη – κάποιον που κουβαλούσε στη φωνή του όλη τη δεκαετία του 60 κι ας ήταν γεννημένος μόλις το 1948. Κι εγώ, δίπλα στο Λάκη με τα ψηλά ρεβέρ, άκουγα ένα ροκά σαν τον Τομ Γουέιτς που δεν μπορείς να τοποθετήσεις σε καμία δεκαετία γιατί ίσως ανήκει στην επόμενη. &lt;iframe width="480" height="360" src="https://www.youtube.com/embed/MXXJVwUufvo" frameborder="0" allowfullscreen="allowfullscreen"&gt;&lt;/iframe&gt; Πιο πολύ από το να τον αγαπάω το Μητροπάνο ή να τον θεωρώ «δικό μου» έμαθα να τον σέβομαι. Η φωνή του κι ο τρόπος που προσέγγιζε τα τραγούδια του διακρίνονται από μια παράξενη ελληνικότητα – μη δίνετε στον όρο κάποιου τύπου εθνικιστική προσέγγιση. Ο Μητροπάνος δεν είχε τίποτα το δυτικό, αλλά και τίποτα το ανατολίτικο – δεν υπήρχε στη φωνή του ούτε η ρυθμικότητα της Εσπερίας, ούτε οι ανατολικές περικοκλάδες: η φωνή του έχει μια ακαθόριστη δωρικότητα – είναι αυστηρή όπως αυτή του ψάλτη και συγχρόνως επιθετική, αλλά την ίδια στιγμή γεμάτη από ένα καθάριο τρέμουλο, ένα φαλτσλακι. Δεν είναι μια εύκολη φωνή. Πολλές φορές ο Μητροπάνος μου δημιουργούσε την εντύπωση ότι ήταν ο τραγουδιστής του τέλους της μέρας, κάποιος που καταθέτει ανακούφιση, καταγγελία, δυσκολία. Άλλες φορές πάλι τον άκουγα σαν ένα ντελάλη της βαριάς νύχτας, που σου ζητάει συμμετοχή στην αποστολή του. Αυτή η εξωστρεφής αντρική φωνή του Μητροπάνου έδεσε με το ζεϊμπέκικο, όσο ίσως καμία άλλη: η στιγμή που στα κέντρα ο Μητροπάνος έπαιρνε τις στροφές του ήταν πάντα μια από τις ωραιότερες της αθηναϊκής νύχτας γιατί τραγουδιστής, κίνηση και ερμηνεία γίνονταν ένα. Ο Μητροπάνος ήταν ο Ζορμπάς του Ζεϊμπέκικου γιατί το προσέγγιζε χωρίς μαγκιά, αλλά με μια μυστήρια ιερατικότητα: όχι τυχαία, όταν ο Θάνος Μικρούτσικος συνεργάστηκε μαζί του το 1996, υπερβαίνοντας τις διαχωριστικές γραμμές του λαϊκού και του έντεχνου στις οποίες τόσο πιστεύει, του έγραψε μερικά ωραία ζεϊμπέκικο με πρώτο και καλύτερο τη θρυλική «Ρόζα». Νομίζω κάθε συνθέτης ονειρεύονταν να γράψει ένα ζεϊμπέκικο για αυτόν για να τον δει να περνάει τη δοκιμασία με άριστα, όμως ο Μητροπάνος αυτά ειδικά τα σφράγιζε τόσο πολύ που όλοι ξεχνούσαμε τους συνθέτες τους: ποιος θυμάται π,χ ότι το υπέροχο «Σβήσε το Φεγγάρι» είναι του Στέφανου Κορκολή; Ο Μητροπάνος δεν είχε ηλικία γιατί η φωνή του κούμπωνε στις μελωδίες μετατρέποντας κάθε τραγούδι που έχει πει σε μια μικρή πράξη αθανασίας: λίγοι, ελάχιστοι τραγουδιστές έχουν καταφέρει να συλλάβουν την εσωτερική ένταση των τραγουδιών του και να την πλησιάσουν – οι πιο πολλοί που έχουν επιχειρήσει να πουν τραγούδια του «τρώνε» τα μούτρα τους. Το πιο ωραίο στην περίπτωσή του είναι ότι η σπάνια Τέχνη του δεν τον έκανε δυσπρόσιτο ή δύσκολο ή δήθεν: ο Μητροπάνος μεγαλούργησε ως άνθρωπος της πίστας και των κέντρων, συνεργάστηκε σχεδόν με όλους με απλότητα και καλή διάθεση, τίμησε το κοινό του με το οποίο συμπορεύτηκε για σαράντα χρόνια χωρίς να παριστάνει τον εστέτ, χωρίς να ψάχνει καταφύγιο στα Μέγαρα Μουσικής, χωρίς να παριστάνει κάτι που δεν είναι. Τον έχω δει να καίει το πάλκο με τον κουμπάρο του Πασχάλη Τερζή, «πνιγμένοι» στα λουλούδια στη Σαλονίκη, αλλά και να αποθεώνεται από το κοινό με τον Αδαμαντίδη και το Μπάση, πριν με το Λάκη Παπαδόπουλο κάψει της «νύχτας τα ηχεία». Ακόμα κι όταν εμφανίζονταν σε γήπεδα, θέατρα και Ηρώδεια ο Μητροπάνος τραγουδούσε για το κοινό του, μετατρέποντας κάθε χώρο σε τόπο λατρείας: για το κοινό του γύρισε δυο φορές από το θάνατο και ποτέ του δεν το εγκατέλειψε. Ακόμα και τον εφετινό δύσκολο χειμώνα αυτός βγήκε στο μετερίζι του πάλκου, λαϊκός και έντεχνος, ελεγειακός και πονεμένος, Κύριος αλλά και έτοιμος να καταπραΰνει τη χειρότερη καψούρα μας, δηλώνοντας ότι λυπάται αυτούς που δεν αγάπησαν και για τους οποίους το δικό του αλίμονο ισοδυναμεί πάντα με μαχαιριά. &lt;iframe width="480" height="360" src="https://www.youtube.com/embed/qBmWAvXnkF8" frameborder="0" allowfullscreen="allowfullscreen"&gt;&lt;/iframe&gt; Δεν μπόρεσα ποτέ να πάω στο Μητροπάνο με τον πατέρα μου και από σήμερα το μεσημέρι αυτό με πονάει πολύ. Γιατί ήθελα να του πω ότι τελικά τους τραγουδιστές τους διαλέγει η καρδιά μας κι όλα τα υπόλοιπα δεν μετράνε. Ήθελα να το πω και στο μπαμπά μου και στο μεγάλο τραγουδιστή. Αυτοί φυσικά το ήξεραν δεν θα τους μάθαινα κάτι: απλά θα έπινα κάτι μαζί τους. Ο κυρ Μανώλης θα μουρμούριζε και ο Μητροπάνος σα Θεός στην πίστα θα τα ριχνε…. (Για το Sport.gr, Απρίλιος του 2012)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 26 May 2016 12:01:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CF%83-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%B7%CF%84%CF%89-%CE%B7%CE%B4%CE%B7-%CE%BE%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1</guid></item><item><title>Ενας αλανιάρης Θεός</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%82</link><description>&lt;p&gt;Αν έμενε η κάμερα πάνω του πέντε λεπτά ακόμα ο Θοδωρής Ζαγοράκης θα δυσκολεύονταν να κρατήσει τα δάκρυά του. Η κάμερα είναι αποκαλυπτική και η δημοσιότητα δε σε σώζει από την σκληρότητά της: ο Ζαγοράκης δεν έχει τηλεοπτικούς τρόπους. Στις τηλεοπτικές εμφανίσεις του μετά τα ματς της Εθνικής προσπαθούσε να παίξει το ρόλο του ηγέτη. Παιδεύονταν να είναι βαρύς, απέφευγε να απαντήσει ευθέως για να μην παρεξηγηθεί, ήθελε να είναι διπλωμάτης και κατέληγε να κάνει παραινέσεις προς όλους μας. Δεν έπαιξε ποτέ σωστά αυτό το ρόλο – η κάμερα δεν του ταίριαζε, παρόλο που πάντα τον κολάκευε. Την Τετάρτη το βράδυ σαν τον ηθοποιό που βλέπει την αυλαία να πέφτει παραλίγο να βάλει τα κλάματα και να τον δούμε όπως στ αλήθεια είναι.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Μετά&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Όταν μετά το θαύμα της Πορτογαλίας ο κόσμος αναζητούσε ερμηνείες για κάτι που έμοιαζε ανεξήγητο προέκυψαν ήρωες παραμυθένιοι. Ο Οττο Ρεχάγκελ έγινε ο δάσκαλος που αρνήθηκε τη γερμανικότητά του για να γίνει εν τη σοφία του Ελληνας. Ο Γιάννης Τοπαλίδης προβλήθηκε ως η διάνοια που λύνει κάθε πρόβλημα για χάρη του προπονητή. Ο Κώστας Κατσουράνης (γράφω ένα όνομα στην τύχη) έγινε περιζήτητος στην Ευρώπη. Στους θριάμβους, οι υπερβολές γίνονται κανόνας. Η αλήθεια είναι ότι ο Γερμανός πέτυχε όσα πέτυχε γιατί Ελληνας δεν έγινε ποτέ: παρέμεινα αποστασιοποιημένος και μακριά μας. Ο Τοπαλίδης δεν είναι μια παρεξηγημένη προπονητική ιδιοφυΐα και ο Κατσουράνης – όπως και όλοι σχεδόν οι Ελληνες παίκτες – απασχόλησε ελάχιστες ομάδες του εξωτερικού – τουλάχιστον πήγε στη Μπενφίκα. Ο παραμορφωτικός καθρέφτης της ευτυχίας ωραιοποίησε την πραγματικότητα: όπως συμβαίνει και στις σχέσεις, όταν τον αρχικό ενθουσιασμό διαδέχτηκε η ρουτίνα της καθημερινότητας, όλα έγιναν λιγότερο αψεγάδιαστα. Όλα; Όχι ακριβώς! Ο Ζαγοράκης συνέχισε να ζει στη διάσταση του δικού του παραμυθιού που δεν έλεγε να τελειώσει.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αλανιάρης&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τη στιγμή που ο αρχηγός σήκωσε στη Λισσαβόνα την κούπα ο καλός παίκτης έγινε ο τελευταίος έλληνας Θεός - ένας Θεός αλανιάρης. Ουδεμία έκπληξη: πάντα οι Ελληνες δημιουργούσαν Θεούς κατ εικόνα και ομοίωση. Ο Ζαγοράκης έγινε ο αρχηγός – σύμβολο μιας Ελλάδας που θριαμβεύει με τον τρόπο της. Ο ηγέτης που βάζει τις φωνές στ’ αποδυτήρια και όλοι στέκονται σούζα. Ο μάγκας που η ζωή του γίνεται εξώφυλλο στα περιοδικά. Ο αυριανός σωτήρας του ΠΑΟΚ. Η ασπίδα του Οττο Ρεχάγκελ. Ο Έλληνας που ζηλεύουν οι ξένοι. Ο σκληρός που δεν κωλώνει. Ο κοσμοπολίτης που έζησε σε δύο χώρες, αλλά επειδή τους έχει γραμμένους δεν έμαθε ούτε ιταλικά, ούτε αγγλικά. Ο σούπερ σταρ, που όταν έμπαινε σε μαγαζί νόμιζες ότι σταματούσε το πρόγραμμα. Ο γυναικάς που κάνει τα κοριτσάκια να λιώνουν και τις κυρίες να τον παρακαλάνε. Κάποτε μια φίλη μου είπε ότι της αρέσει γιατί είναι ψηλός! Η ίδια ήταν γύρω στο 1.80, όταν ένα βράδυ της τον έδειξα απογοητεύτηκε, αλλά μετά πρόσθεσε ότι έχει ένα κάτι της στο βλέμμα. Όντως είχε κάτι: είχε το κρεμασμένο μάτι των μεθυσμένων. Ηταν καλοκαίρι και είχε πιει ένα ποτό παραπάνω…&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Γλύτωσε&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Οσοι τον ήξεραν καλά και πριν το θρίαμβο στο Euro, ορκίζονται ότι ο Θοδωρής άλλαξε. Κάποιοι φίλοι του γκρινιάζουν κιόλας γιατί το κινητό του είναι συχνά απενεργοποιημένο, γιατί χάθηκε, γιατί πήγε στη Σαλονίκη με την Ιωάννα και στον αρραβώνα του κάλεσε μόνο τριάντα άτομα. Άκουγα πάντα όλες αυτές τις ενστάσεις – αντρικές κουβέντες γύρω από καφέδες κι αναμμένα τσιγάρα – και η εκτίμησή μου στο Ζαγόρ μεγάλωνε. Πιθανότατα είναι ο μόνος από τους μεγάλους πρωταγωνιστές της απίστευτης επιτυχίας που κατάφερε να τη διαχειρισθεί. Όχι γιατί χάρη σε αυτή άλλαξε την δημόσια εικόνα του, αλλά γιατί δεν τρελάθηκε τελείως. Δεν ξέρω πόσοι άλλοι στη θέση του θα τη γλύτωναν.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πάθη&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τώρα που η αυλαία έπεσε μπορώ να σας πω ότι ο Ζαγοράκης δεν είναι ένας γεννημένος ηγέτης, αλλά απλά ένας μεγάλος μαχητής. Τον άκουγαν οι συμπάικτες του γιατί ήταν ένας από όλους χωρίς να παριστάνει, όπως άλλοι, ότι είναι κάτι ξεχωριστό. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι στο Euro αγωνίστηκε γιατί ευτυχώς ήταν πλήρης ο ιατρικός φάκελός του: λίγο πριν την έναρξη των αγώνων η συμμετοχή του ήταν αμφίβολη και τον είχε φάει η αγωνία. Γνωρίζω ότι είναι γοητευτικά ανασφαλής, κυκλοθυμικός, μεγάλος χαβαλές, αλλά θα θελε να μιλάει ξένες γλώσσες. Ότι όταν μπαίνει στα μπουζούκια νοιώθει λίγη ενοχή, γιατί στην Καβάλα κάποτε, ακριβώς πριν το Euro, του την είχαν πέσει γιατί ξενυχτούσε ενώ η ΑΕΚ έχει προβλήματα. Σας διαβεβαιώνω ότι αγαπάει τρελά τον ΠΑΟΚ και θα ήθελα να τον σώσει, αλλά δεν ξέρει πως. Ξέρω ότι το βράδυ του Σαββάτου επειδή δεν έπαιξε εναντίον των Νορβηγών, τον μπαμπά Ρεχάγκελ δεν ήθελε να τον δει: είναι ατσαλάκωτος και ψυχρός, αλλά γεμάτος πάθη. Και ότι στις γκόμενες όντως την πέφτει εύκολα, αλλά πιο πολύ τον κυνηγάνε αυτές σε σημείο που μερικές φορές να το χει βάλει και στα πόδια για να γλυτώσει. Ασε που μερικές γκρίνιαζαν και γιατί δεν τις κυκλοφορούσε…&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ευτυχία&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ποτέ ένας τόσο απλός άνθρωπος δεν πιέστηκε τόσο για να γίνει Θεός. Ο Ζαγοράκης που σήκωσε το κύπελλο του πρωταθλητή Ευρώπης κόντρα στη λογική, που σκόραρε το πρώτο του γκολ στην Εθνική τη νύχτα που συμπλήρωσε 100 συμμετοχές, που στη βιογραφία του θα διαβάζει κανείς ότι κατηγορήθηκε για ντόπινγκ λίγο πριν γίνει ο πολυτιμότερος παίκτης τελικών πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος, είναι μια περίπτωση ανθρώπου που κλείνει ένα κεφάλαιο της ζωής του χωρίς να αναρωτιέται πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα, αν οι επιλογές του ήταν άλλες. Αν και ομολογώ ότι θα μου λείψει – κάτι μέσα μου λέει ότι τώρα, μετά τη δόξα, τον περιμένει η ευτυχία του. Σε λίγο θα μπορεί να γκαζώνει το τζιπ έχοντας τέρμα το Βασίλη Καρρά χωρίς να σκέφτεται τα απορημένα βλέμματα εκείνων που τον λάτρεψαν χωρίς να τον καταλαβαίνουν.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ποτάμι&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ο Ηράκλειτος έλεγε ότι δεν μπορείς να κολυμπήσεις δύο φορές στα ίδια νερά του ποταμού. Ο Θοδωρής σταματάει με την ικανοποίηση που νοιώθει όποιος το ποτάμι το χει κολυμπήσει και κανονικά κι ανάποδα…&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;(Sportday Ioύνιος του 2006)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 26 May 2016 12:16:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%82</guid></item><item><title>Δεν υπάρχει hall of fame που να χωράει τον Γκάλη</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9-hall-of-fame-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%B1-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B7</link><description>&lt;p&gt;Χθες ενώ διάβαζα για την τιμή που γίνεται στο Νίκο Γκάλη να είναι υποψήφιος για μια θέση στο Hall of fame του παγκόσμιου μπάσκετ, συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν πλέον Ελληνες εικοσιπέντε χρονών που δεν τον θυμούνται, γιατί πιθανότατα να μην τον έχουν δει ποτέ ν αγωνίζεται. Από την κατάκτηση του Πανευρωπαϊκού του 1987 – από τον απόλυτο και αξεπέραστο δηλαδή θρίαμβο του – έχουν περάσει πλέον πάνω από εικοσιπέντε χρόνια. Από την αποφράδα μέρα που έφυγε από τον Αρη, που υπήρξε το βασίλειο του, πέρασαν πάνω από είκοσι και από το πικρό και άδοξο αντίο του στο μπάσκετ ως αθλητής του Παναθηναϊκού, πάνω από δεκαεπτά. Λυπάμαι πραγματικά όσους δεν είδαν το Νικ και όσους δεν έζησαν τα κατορθώματα του. Πίστευα και πιστεύω πάντα πως η δική μου γενιά είναι μια τυχερή γενιά γιατί έζησε πολλούς και μεγάλους αθλητικούς θρύλους, όμως κανένας από όλους όσους ζήσαμε δεν συγκρίνεται με την εποποιία του Γκάλη. Αθλητές μεγάλους είδαμε πολλούς και θα δούμε κι άλλους. Όμως ποτέ δεν θα μας ξανατύχει να βρούμε ένα μπροστάρη, ένα άνθρωπο που με τα θαύματα του δημιούργησε ένα ολόκληρο κίνημα, ένα ηγέτη που άλλαξε το γούστο και την αισθητική μας, την αντίληψή μας για το τι είναι τα σπορ, τη στάση μας απέναντι στο ωραίο εν τέλει. Γιατί ο Γκάλης δεν ήταν ένας απλός αθλητής – ήταν πολύ περισσότερο ο μόνος που στην Ελλάδα δημιούργησε μια πολιτιστική επανάσταση: μας μύησε στα μυστικά ενός σπορ, μας αποκάλυψε την ομορφιά του, μας οδήγησε στο να κατανοήσουμε την στρατηγική του ακριβώς γιατί την καταργούσε και τη δυσκολία του ακριβώς γιατί την αποθέωσε. Το μπάσκετ δε γεννήθηκε στην Ελλάδα από τον Γκάλη – όπως συμβαίνει με κάθε θεάνθρωπο είχαν προηγηθεί οι προφήτες του. Ομως μόνο αυτός το μετέτρεψε σε θρησκεία μιας χώρας, μόνο αυτός το γιγάντωσε όσο τίποτα άλλο ποτέ, μόνο αυτός το έβαλε στη ζωή όλων – κρατώντας συγχρόνως τη δική του ζωή μακριά από όλα. Το μπάσκετ, χάρη στο Γκάλη έγινε η άγνωστη γλώσσα που κατορθώσαμε να μιλήσουμε, η άγνωστη Τέχνη που τελικώς μας συγκίνησε, η άγνωστη θρησκεία που απέκτησε πιστούς κι όμως ο ίδιος δεν είπε ποτέ για όλα αυτά το παραμικρό. Ειλικρινά δεν ξέρω αν αυτά τα κατορθώματα που διαδραματίστηκαν αποκλειστικά στην Ελλάδα της δεκαετίας του 80 και του 90 θα γίνουν κατανοητά από τους κριτές της υποψηφιότητας του: αυτοί στο τέλος θα κληθούν να διαλέξουν από τη σχετική λίστα μόνο τρεις απλούς αθλητές. &lt;iframe width="480" height="360" src="https://www.youtube.com/embed/a9dBn72HRn8" frameborder="0" allowfullscreen="allowfullscreen"&gt;&lt;/iframe&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Κάποιος θα πει ότι κι αν απλώς περιοριστούν στα κατορθώματα του δύσκολα θα βρουν κάποιον που ν αξίζει την τιμή περισσότερο. Οι αριθμοί του Γκάλη ακόμα και σήμερα μαρτυρούν ένα έπος. Σκόραρε σε όλα τα πρωταθλήματα που πήρε μέρος με τη μαγική φανέλα του Αρη κατά μέσο όρο πάνω από 30 πόντους. Εκλεισε με τον ίδιο μέσο όρο καριέρας την παρουσία του στην Εθνική. Ηταν πρώτος σκόρερ σε όλες σχεδόν τις διοργανώσεις που πήρε μέρος. Το μεγαλύτερο ματς της ζωής του ήταν κόντρα στους Σοβιετικούς στον τελικό του 1987 και το αμέσως επόμενο που ξεπέρασε το τέλειο, κόντρα στο Σαμπόνις δυο χρόνια αργότερα όταν, με τηλεπάθεια, έστειλε το τρίποντο του Χριστοδούλου στο καλάθι, πανηγυρίζοντας μόνος αυτός πριν καν ο Φάνης σουτάρει. Όλα αυτά είναι ο Γκάλης και μπορούμε να βρούμε δεκάδες θαύματα του, αλλά όλα αυτά τα θαύματα και πάλι δεν αρκούν για να τον περιγράψουν. Γιατί ο Γκάλης δεν ήταν οι πόντοι και οι νίκες του, αλλά ήταν η απόδειξη ότι μπορεί στην Ελλάδα να καταφέρουμε να κάνουμε κάτι που θα το θαυμάζει και θα το ζηλεύει όλος ο υπόλοιπος κόσμος για τη σπανιότητα του και την ομορφιά του. Οι επιτυχίες του Γκάλη δεν είχαν να κάνουν με τις γνωστές αρετές της ελληνικής φυλής, δηλαδή την άμυνα, την αντοχή, την πονηριά, την ικανότητα να ξεπερνάς τις ήττες, όσο σκληρές κι αν είναι. Ο Γκάλης δεν ήταν ο χαρισματικός φτωχοδιάβολος που στο τέλος κερδίζει γιατί επιβιώνει, ούτε ο καλοπροαίρετος ανθρωπάκος που προκαλεί συγκίνηση για την προσπάθεια του, ούτε ο πονηρός Οδυσσέας που κατακτά την Τροία με ένα τρικ: ήταν ένας τρομερός επαγγελματίας που είχε ως όπλο του τον περφεξιονισμό, που βελτίωσε καταπληκτικά το παιγνίδι του, που χρησιμοποιούσε όσο κανείς το μυαλό του, που πίστευε στην αξία της προπόνησης, στην ανάγκη να γίνεσαι καλύτερος δουλεύοντας, στην ατομική βελτίωση. Ο Γκάλης δεν κατηχούσε την ομάδα, δεν έπιανε το συμπαίκτη για να του εξηγήσει τα προφανή, δεν ήθελε να δίνει οδηγίες ή να συντάσσει εγχειρίδια επιτυχίας. Ανάγκαζε όποιον δούλευε μαζί του να προσαρμόζεται στους δικούς του επαγγελματικούς ρυθμούς για να αντέχει στις συγκρίσεις, υποχρέωνε όποιον ήθελε να λέγεται συμπαίκτης του να αποδέχεται το δικό του κανόνα που ήταν δουλειά και μόνο δουλειά. Όλα αυτά τα έκανε στην Ελλάδα του 80 στην οποία το Δημόσιο ήταν το νέο Ελντοράντο, η επιδότηση η συνταγή της επιτυχίας, το άκοπο και χωρίς ιδρώτα εδώ και τώρα κοινωνική κατάκτηση. Για αυτό αγαπήσαμε παράφορα τον κρύο, αγέλαστο, σκληρό, περφεξιονιστή Νικ: γιατί δεν είχε τα ελαττώματα μας, γιατί ποτέ δεν θα γινόμασταν σαν αυτόν, γιατί ο επαγγελματισμός του ήταν παράταιρος με τον δικό μας κομφορμισμό. Ο Γκάλης – κι αυτό φαίνεται ακόμα περισσότερο σήμερα – ήταν ο πρώτος πολίτης σε μια Ελλάδα την οποία ποτέ δεν είδαμε, ο μεγάλος ξένος που μας έδειξε το δύσκολο δρόμο. Τον χειροκροτήσαμε γιατί τον περπάτησε το δύσκολο δρόμο με επιτυχία, τον αποθεώσαμε γιατί μας έδειξε πως μόνο αυτός οδηγεί στην αληθινή επιτυχία, τον λατρέψαμε γιατί μας έπεισε πως ο δρόμος αυτός υπάρχει και μετά γυρίσαμε στα δικά μας, αφού το μάθημα του Γκάλη ήταν πολύ σκληρό για μας. Στην εποχή των θαυμάτων του υπήρξαν ελάχιστες οι συνεντεύξεις του. Ο Γκάλης δεν πούλησε ποτέ την εικόνα του. Η διασημότερη ατάκα του είναι ότι η νίκη επι των Ιταλών κατά τη διάρκεια του Ευρωμπάσκετ του 87 είναι «η μεγαλύτερη της καριέρας του πριν την επόμενη». Ο Βασίλης Σκουντής - ρωτώντας τον – μας έδειξε ότι ο Γκάλης ήταν και ατακαδόρος: δεν νομίζω πως τον ενδιέφερε να το ξέρουμε. Ο Γκάλης ήταν δύσκολος με τις συνεντεύξεις, δεν πίστευε ότι υπάρχει τίποτα σημαντικότερο από τη δουλειά και την Τέχνη του, δεν ήθελε να τον αγαπάς γιατί ήταν καλό παιδί, ή γιατί ήταν καταφερτζής, ή ρήτορας, ή επιτυχημένος, ή έξυπνος, ή διασκεδαστικός ή λωποδύτης. Ποτέ δεν μας είπε μεγάλα λόγια, ποτέ δεν τον ενδιέφερε να δούμε κάτι πέρα από την Τέχνη του. Δεν χρειάζονταν να μας διαβεβαιώσει για τίποτα: όλοι ξέραμε ότι θα βάλει τη μπάλα στο καλάθι με κάθε δυνατό και αδύνατο τρόπο, γιατί αυτό ήταν η δουλειά του, μια δουλειά που πίσω της είχε τόνους ιδρώτα. Αναρωτιέμαι ποιο hall of fame μπορεί να στεγάσει ένα αθλητή του οποίου τα κατορθώματα υπήρξαν μαθήματα ζωής σε μια χώρα που τα χειροκρότησε χωρίς να καταφέρει ποτέ να τα υιοθετήσει… &lt;iframe width="640" height="360" src="https://www.youtube.com/embed/8W2ykXGvEFQ" frameborder="0" allowfullscreen="allowfullscreen"&gt;&lt;/iframe&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;(Για το Sport.gr, Mαρτιος του 2012)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 26 May 2016 11:44:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9-hall-of-fame-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%B1-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B7</guid></item><item><title>Αντιστρέφοντας την πυραμίδα</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%86%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B4%CE%B1</link><description>&lt;p&gt;Τo 1993 είχα γράψει στο Φίλαθλο ένα κομμάτι για τις διαφορές της Μίλαν του Φάμπιο Καπέλο, που έφτασε τα 53 ματς αήττητη στο Καμπιονάτο έχοντας πετύχει ένα μόνο γκολ από πέναλτι, σε σύγκριση με τη Μίλαν του Αρίγκο Σάκι που είχε κερδίσει δυο φορές στη σειρά το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Σε εκείνο το κείμενο είχα χρησιμοποιήσει τους όρους «rotation και turnover» που είναι δανεισμένοι από το αγγλικό ποδόσφαιρο, τις εκφράσεις «πρεσάρω χαμηλά και πρεσάρω ψηλά» που πέρασαν σιγά σιγά στο ποδοσφαιρικό μας λεξιλόγιο, τη φράση «κίνηση χωρίς τη μπάλα», τον όρο «σχηματοποιημένη ανάπτυξη» που ταπεινά δηλώνω ότι είναι μια δική προσφορά στη γλώσσα του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ενας συνάδερφος που είχε διαβάσει το κείμενο μου είπε ότι υπερβάλω γιατί οι δυο ομάδες έπαιζαν με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή 4-4-2. Τον ρώτησα γιατί τότε παίζουν διαφορετικό ποδόσφαιρο και μου απάντησε γιατί έχουν διαφορετικούς παίκτες. Ελα όμως που δεν είχαν: οι εννέα στους έντεκα ήταν ίδιοι κι ο ένας από τους δυο που χε αλλάξει ήταν ο τερματοφύλακας! Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι άλλο είναι η διάταξη και άλλο η στρατηγική, άλλο ο τρόπος παιγνιδιού κι άλλο η τοποθέτηση των παικτών στις τρεις γραμμές. «Καρπετόπουλε έχεις ένα πρόβλημα» μου είπε. «Αγαπάς το σινεμά πιο πολύ από το ποδόσφαιρο κι αντί να βλέπεις ένα ματς, βλέπεις σκηνοθεσίες, ερμηνείες και χορογραφίες, πράγματα που αμφιβάλω αν υπάρχουν».  Δεν του κράτησα κακία για την κατηγορία, μπορεί να είχε και δίκιο: το UFO της ιστορίας ήμουν εγώ. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα όλοι μιλάνε για συστήματα. Ομολογώ ότι πάλι νοιώθω UFO: είχα μια μικρή συμβολή στο να δημιουργηθεί μια μόδα. Άλλο όμως είναι η μόδα κι άλλο η ουσία. Η ουσία είναι το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Οι άνθρωποι που αγαπούν το ποδόσφαιρο δεν είναι υποχρεωμένοι ούτε να κατανοούν τα συστήματά του, ούτε όταν πηγαίνουν στο γήπεδο και να σπάνε το κεφάλι τους για να καταλάβουν πως αμύνεται και πως επιτίθεται μια ομάδα. Αυτό το είδος της απόλαυσης (;) δεν είναι για τους πολλούς, είναι για τους τρελούς. Οι συγκεκριμένοι τρελοί έχουν περάσει στην παιδική τους ηλικία φάσεις αναζήτησης της ουσίας του ποδοσφαίρου πριν καν καταλάβουν τη δυσκολία του. Οι πιο πολλοί πιστεύουν ότι οι καλύτεροι παίκτες είναι αυτοί που είδαν να πρωταγωνιστούν στα κόμιξ (ο Ρόι Ρέις, π.χ ή ο Ερικ Καστέλ…): αυτό είναι απαραίτητο γιατί μειώνει στα μάτια τους την αξία των μεγάλων παικτών – οι δικοί τους παιδικοί προβληματισμοί δεν είναι αν ο Πλατινί χτυπάει καλύτερα φάουλ από τον Μαραντόνα, αλλά πως θα βρω την καλύτερη διάταξη στο Subbuteo. Αποφεύγοντας προβληματισμούς περί τεχνικής και ατομικής δημιουργίας,  (κανείς άγγλος ποδοσφαιριστής δεν έκανε ποτέ «ψαλίδια» καλύτερα από το Ρόι Ρέις..), αναρωτιούνται τι υπάρχει μετά το προφανές και ποια είναι η αληθινή δυσκολία.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πριν να δω μπροστά μου το φως του Θεού που λέγεται σύστημα έχω κάνει άλλου είδους τρέλες. Στην Ιταλία είχα ένα καθηγητή που μας δίδασκε την τακτική παρατήρηση. Είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας και προπονητής και λέγεται Μικέλε Πλάστινο. Είχαμε πάνω από είκοσι χρόνια διαφορά κι όμως και οι δυο είχαμε γεμίσει αλεύρι την τσόχα του Subbuteo για να δούμε πως πρέπει να στήσουμε την ομάδα, σε συνθήκες χιονιού (!) - η μπάλα τσουλάει δυσκολότερα: μόνη μας διαφορά ότι η μάνα του Μικέλε του ριξε ένα χέρι ξύλο ενώ η δική μου με συμπόνεσε. Κατά βάθος πίστευε ότι το παιδί της δεν ήταν καλά. Δεν της δίνω άδικο.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Είναι όμως ο κόσμος των συστημάτων ένας μη αληθινός κόσμος ή μήπως είναι ο πιο αληθινός; Κάποιος θα πει ότι η συστηματολατρεία δεν είναι παρά μια υπερβολή και ως εκ τούτου είναι κάτι σαν φαντασίωση. Δε συμφωνώ και το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας είναι ένα είδος ευαγγελίου πίστης. Κυρίως είναι η απόδειξη ότι η ίδια η εξέλιξη του ποδοσφαίρου βασίστηκε στη συστηματοποίησή του, είναι δηλαδή αποτέλεσμα σκέψεων και εφαρμογών που διάφοροι εφάρμοσαν προσπαθώντας, όχι να το κάνουν καλύτερο, αλλά να του δώσουν υπόσταση: ένα ποδόσφαιρο χωρίς συστήματα είναι ένα ποδόσφαιρο που δεν υπάρχει. Δεν υπερβάλω: τι άραγε απεικονίζει καλύτερα τη φύση των μεγάλων ποδοσφαιρικών σχολών αν όχι το σύστημα που παίζουν; Ποιος δεν έχει δει  στους τρόπους που παίζει η Εθνική Γερμανίας μια δημιουργική αλαζονεία που χαρακτηρίζει τη μεγάλη χώρα; Ποιος δεν έχει ταυτίσει τις σέντρες με τους Αγγλους; Ποιος δεν έχει δει στο ποδόσφαιρο των Σοβιετικών του Λομπανόφσκι την εικόνα μιας Ανατολικής Ευρώπης που ισορροπούσε μεταξύ παραγωγής και μανιοκατάθλιψης; Και ποιος δεν έχει προβληματιστεί για το πώς γίνεται η Ιντερ χωρίς κανένα Ιταλό ποδοσφαιριστή και με προπονητή ένα Πορτογάλο να αποκλείει τη Μπαρτσελόνα παίζοντας κατενάτσιο; Θέλω να πω ότι τα συστήματα, η εφαρμογή τους, η εξέλιξή τους είναι κάτι πολύ παραπάνω από το βίτσιο κάποιων τύπων που θέλουν να βάλουν στους ποδοσφαιριστές χαλινάρι και ονομάζονται προπονητές. Στις πιο πολλές των περιπτώσεων η σχηματοποίηση βασίζεται σε ανθρωπολογικές παρατηρήσεις, εμπεριέχει μυστικά ζωής. Ο Τζιάνι Μπρέρα, δημοσιογράφος και θεωρητικός του Καμπιονάτο, έλεγε ότι το κατενάτσιο ήταν ο μόνος τρόπος που είχαν οι κοντοπίθαροι Ιταλοί, που πνίγονταν στη λάσπη όταν ξεχείλιζε ο Πάδος, για να αντιμετωπίσουν γιγαντόσωμους λαούς όπως οι Γερμανοί, οι Σουηδοί, οι Αγγλοι και οι Σκοτσέζοι. Δύσκολο να του δώσεις άδικο.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Στο βιβλίο που έχετε στα χέρια σας θα διαβάσετε την πορεία της εξέλιξης και πολλά άγια «εγώ»: πολλοί από τους προπονητές που εξέλιξαν το ποδόσφαιρο πίστευαν ότι το ανακάλυψαν, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά οι άγιοι απόστολοι μιας αληθινής θρησκείας. Φυσικά και το 4-4-2 δεν προϋπήρξε του ποδοσφαίρου, όμως ποια πίστη επιβίωσε στο πέρασμα των χρόνων χωρίς κανόνες, εντολές και αρκετή θεολογία; Καμία απολύτως.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Δεν θέλω να σας αποκαλύψω τα μυστικά του βιβλίου γιατί το βιβλίο είναι η απάντηση σε πολλά μυστικά. Θέλω απλά να σας διαβεβαιώσω ότι μετά την ανάγνωσή του πολλές απορίες θα απαντηθούν και αρκετές νέες ίσως προκύψουν. Ο Τζόναθαν Γουίλσον έκανε την έρευνα με αρκετή αγάπη κι ο Χρήστος Χαραλαμπόπυλος το μετέφρασε με σεβασμό: έτσι πρέπει να γίνεται με τα θεολογικά κείμενα. Μετά την ανάγνωσή του το ποδόσφαιρο δεν θα σας μοιάζει ίδιο αφού θα χετε δει το φως του Θεού που λέγεται σύστημα κι εσείς. Ισως μάλιστα να ψάξετε και μια τσόχα, δυο ομάδες Subbuteo και πολύ αλεύρι για να δείτε ποια διάταξη αποδίδει σε ένα βαρύ γήπεδο…&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;(Eισαγωγή για την ελληνική έκδοση του Inverting the Pyramid, του Τζόναθαν Γουίλσον, Σεπτέμβριος του 2010)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 26 May 2016 11:35:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%86%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B4%CE%B1</guid></item><item><title>Τρέχοντας προς το Θεό με τον Σένα</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%B8%CE%B5%CE%BF-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B1</link><description>&lt;p&gt;Η τελευταία μου ανακάλυψη χάρη στις «Νύχτες Πρεμιέρας», το κινηματογραφικό φεστιβάλ του περιοδικού Σινεμά που έγινε θεσμός, είναι το ντοκιμαντέρ «Ayrton Senna, Beyond the Speed of Sound». Ακόμα κι αν δεν έχετε δει ποτέ  Φόρμουλα 1 ή δεν έχετε ιδέα από αυτοκίνητο μην το χάσετε, και προσπαθήστε να το βρείτε και να το δείτε. Το υπογράφει ο άγνωστος σε μένα βρετανός Ασίφ Καπάντια και το σενάριο του έχει επιμεληθεί ο Μανίς Πάντεϊ. Είναι μια παραγωγή του 2010 που κυκλοφορεί μάλιστα σε δυο εκδόσεις: η μία, η κινηματογραφική, έχει διάρκεια γύρω στις δυο ώρες, η δεύτερη που προορίζεται για τα dvd και τα βίντεο κλαμπ (και κυκλοφορεί και στο διαδύκτιο), έχει διάρκεια τρεις. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ συναρπαστικό. Στρατευμένο, αφού ο Σένα αρχικά αγιογραφείται και στη συνέχεια σχεδόν μυθοποιείται, αλλά συναρπαστικό.&lt;br /&gt;Μεταφυσικό&lt;br /&gt;Ομολογώ ότι δεν είμαι από αυτούς που λατρεύουν γενικά το είδος του ντοκιμαντέρ. Μερικά αληθινά αριστουργήματα του είδους, είτε πολιτικά όπως το «Τhe Company»  είτε επιστημονικά όπως το «An Inconvenient Truth» ή ο «Μικρόκοσμος»  εμένα ελάχιστα με άγγιξαν – ειδικά από τη στιγμή που ξεπέρασα ένα αρχικό εντυπωσιασμό.   Όμως τα ντοκιμαντέρ που έχουν γυριστεί είτε για αθλητικά γεγονότα, είτε με θέμα κάποιον σταρ της αθλητικής μας παγκόσμιας πραγματικότητας, με καταγοητεύουν. Οσο μάλιστα πιο υπερβολικά είναι, όσο περισσότερο απομακρύνονται από την πραγματικότητα μπλέκοντας ποικιλοτρόπως το μεταφυσικό, τόσο πιο πολύ με μαγεύουν.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Λέον Γκαστ&lt;br /&gt;Το απόλυτο αριστούργημα της κατηγορίας είναι το «When we are Kings», ένα ντοκιμαντέρ του 1996 στηριγμένο σε ένα βιβλίο του Νόρμαν Μέιλερ που ήταν και ένας εκ των αφηγητών. Η ταινία γυρισμένη από ένα δεξιοτέχνη του είδους, τον Λέον Γκαστ, αφηγείται τη μάχη του Φόρεμαν με τον Μοχάμεντ Αλι στην Κινσάσα του Ζαϊρ το 1974 για τον τίτλο του βασιλιά του μποξ. Ξεκινά ως μια προσπάθεια εξερεύνησης του κόσμου του μποξ και της εποχής και καταλήγει ποιητικά σε ένα είδος αποθέωσης του Αλι, υπέρ του οποίου, σύμφωνα με το Νόρμαν Μέιλερ και τον σκηνοθέτη, συνηγορούν ακόμα και οι τοπικοί Θεοί της Αφρικής. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο ντοκιμαντέρ για τον Σένα. Ξεκινά για να μας μιλήσει για το πάθος ενός μικρού βραζιλιάνου που έρχεται στην Ευρώπη για να γίνει οδηγός αγώνων στα καρτ και καταλήγει καταγράφοντας την αποθέωσή του. Ο Σένα μιλά για το Θεό και ο θεατής μένει με τη βεβαιότητα ότι αν γίναμε κατ εικόνα και ομοίωση του, τότε πρέπει να τον βρούμε μέσα μας. Κάποιοι, όπως ο μοναδικός βραζιλιάνος πιλότος, μπορούν να συνομιλούν και μαζί του.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ιστορία&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μου Βασίλης Τσακίρογλου έγραψε για το Σένα ένα δίτομο έργο: πρόκειται για το ωραιότερο βιβλίο που έχει γραφτεί από έλληνα δημοσιογράφο που διηγείται μια αθλητική ιστορία. Και στο βιβλίο του Τσακίρογλου και στο ντοκιμαντέρ για τον Σένα το ζήτημα της μοίρας, ως ένα είδος πορείας προς το θείο, επανέρχεται διαρκώς σαν ρεφρέν ενός τραγουδιού που σου κολλάει. Ισως τελικά η θεϊκή φύση του Σένα, η περιγραφή του ως άτομο τόσο χαρισματικό που σε κάνει να ξεχνάς το ανθρώπινο του χαρακτήρα του, δεν είναι απόρροια της ιερότητας με την οποία οι λάτρεις του προσεγγίζουν την ιστορία του, αλλά χαρακτηριστικό του. Ο οδηγός Σένα μαγνήτιζε δημιουργώντας οπαδούς με το αδέσποτο τρέξιμό του: η σκηνή του καυγά με τον Τζάκι Στιούαρτ είναι ενδεικτική. Ο νεκρός Σένα, ο Σένα της μνήμης και της αναψηλάφησης, είναι πραγματικός Θεός γιατί μεταβάλει την πίστη ή τον θαυμασμό σου για αυτόν, σε ένα είδος ιερής προσήλωσης: στην αναφορά του ονόματός του οφείλεις να νοιώθεις ένα είδος δέους, που τελικά μεταβάλει κάθε απόπειρα νεκρολογίας σε&lt;br /&gt;αγιογραφία και αποθέωση.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Υπερβολή&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η αθλητικογραφία, δηλαδή η καταγραφή και η επισήμανση όλων των στιγμών που δημιουργούν μύθους δεν είναι ποτέ όσο εκφραστική απαιτούν οι περιστάσεις: δίνει μάχη συχνά για να ξεχωρίσει το σημαντικό από το ασήμαντο . Από την ωραιότερη δημοσιογραφική επισήμανση λείπει πάντα η δύναμη της εικόνας που δημιουργεί το μοντάζ. Η τέχνη του σινεμά, μασκαρεμένη ως ντοκιμαντέρ, όταν καταπιάνεται με αθλητικές ιστορίες αποδίδει όχι το μύθο του αθλητή, αλλά την αχνάδα της υπερβολή του. Ο Κουστορίτσα στο άτυχο ντοκιμαντέρ για το Μαραντόνα δείχνει ένα ζευγάρι που παντρεύεται στην εκκλησία του αγίου Ντιέγκο που υπάρχει στο Μπουένος Άιρες: η σκηνή στην αφήγησή της έχει μια φαιδρότητα – η εικόνα της όμως, χάρη στο σινεμά, αποκτά μια μυστηριώδη ειλικρίνεια– μια παραμυθένια γοητεία. Η αθλητικογραφία κάνει εκ των πραγμάτων μια οριζόντια περιγραφή των κατορθωμάτων του ήρωα. Η κινηματογραφία μοντάροντας τις στιγμές, κόβοντας και ράβοντας δηλαδή, πάει πέρα από το κατόρθωμα και δημιουργεί μια νέα αφήγηση. Ετσι το εξαιρετικό δεν είναι απλά ο ήρωας αλλά τα&lt;br /&gt;συναισθήματα που προκάλεσε σε ένα ολόκληρο κόσμο κάθε κατόρθωμά του. Το να δίνεις εικόνα στο συναίσθημα είναι Τέχνη.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Οδηγός&lt;br /&gt;Δείτε το ντοκιμαντέρ για το Σένα. Στην περιγραφή της ζωής του θα νοιώσετε δίπλα του, έτοιμοι να πατήσετε το γκάζι. Στην ανεμοζάλη των συναισθημάτων που αυτό περιγράφει θα θυμηθείτε όχι γιατί ο Σένα υπήρξε ένας τεράστιος οδηγός, αλλά γιατί εσείς οι ίδιοι αγαπάτε τα σπορ, τους ήρωες τους και το δράμα τους: η πρωτομαγιά σας δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια. Δείτε το για να νοιώσετε καλύτερα. Ως άνθρωποι…&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;(Sportday Mάιος του 2011)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 26 May 2016 10:55:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%B8%CE%B5%CE%BF-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B1</guid></item><item><title>Σε έχω κάνει Θεό…</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CF%83%CE%B5-%CE%B5%CF%87%CF%89-%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9-%CE%B8%CE%B5%CE%BF</link><description>&lt;p&gt;Ο αποχαιρετισμός του Ζιοβάνι από τον κόσμο του Ολυμπιακού θα ήταν συγκινητικός, όποτε κι αν συνέβαινε. Δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί ο Ολυμπιακός δεν του ανανέωσε το συμβόλαιο για ένα ακόμα χρόνο από τη στιγμή που μάλιστα δεν υπήρχε τεχνική εισήγηση αποδέσμευσής του. Η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου τον θέλει και η διοίκηση του Ολυμπιακού τον κόσμο αυτό έχει μάθει να τον ακούει. Άλλωστε για την «υπόθεση Ζιοβάνι» έχει λόγο ο οπαδός του Ολυμπιακού και κανείς άλλος.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Μια φορά&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η φυγή του Ζιοβάνι σηματοδοτεί την έναρξη της ιστορίας του μύθου του, είναι το «μια φορά κι ένα καιρό» του παραμυθιού. Όποιος πρόλαβε να κριτικάρει τον Βραζιλιάνο το έκανε, από εδώ και πέρα κανείς δε θα μπορεί να τον αγγίξει πλέον: τη νύχτα που ο Ζιοβάνι θα φύγει από την Ελλάδα το συμβόλαιο αγάπης με τον κόσμο του Ολυμπιακού θα γίνει ισόβιο. Και η αγάπη δε σηκώνει κριτική, ούτε εκτίμηση- όταν υπάρχει φτάνει.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αναρχικός&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η λατρεία προς το Ζιοβάνι από ένα μέρος της εξέδρας του Ολυμπιακού – ασυζητητί το μεγαλύτερο – εξηγείται όπως όλα τα πάθη μόνο ψυχαναλυτικά. Ο Ζιοβάνι δεν λατρεύτηκε γιατί ήταν καλός παίκτης, ή γιατί ήταν ένας μεγάλος αναρχικός μέσα στο γήπεδο, ή γιατί του συνέβησαν πράγματα σκληρά που προκαλούν έτσι κι αλλιώς μια πιο αγαπησιάρικα αντιμετώπιση, όπως ήταν για παράδειγμα ο τραυματισμός του από το Σέμο. Όλα αυτά συνέβησαν και θα συμβούν και με άλλους: η περίπτωση του Ζιοβάνι είναι πολύ πιο ειδική.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Προσωπολατρεία&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Στη μυθολογία του οπαδού του Ολυμπιακού – όχι αυτού που πήγαινε στο Καραϊσκάκη για να βρίσει τον «ΠΑΟ και τη Λεωφόρο» και που είναι ίδιος με αυτόν που πήγαινε στη Λεωφόρο για να βρίσει το «Θρύλο και τον Πειραιά» αλλά εκείνου που σκαρφάλωνε τα κάγκελα για να αλλάξει θύρα και να βλέπει το ματς καλύτερα- ο Ζιοβάνι προϋπήρξε στο ρόστερ του Ολυμπιακού πριν έρθει στην Ελλάδα: ήταν παίκτης του Ολυμπιακού αλλά δεν το ξερε. Το ξέρω ότι ακούγεται παρανοϊκό και δυσνόητο αυτό που λέω αλλά έτσι είναι. Στην παιδική ψυχοσύνθεση του οπαδού του Ολυμπιακού (που ανάθεμα κι αν μεγαλώνει ποτέ του…) ο μεγάλος παίκτης έχει μια παράξενη ιερότητα. Αυτοί που πάνε στο γήπεδο βασικά για να βρίσουν λένε ότι ο οπαδός του Ολυμπιακού δεν είναι προσωπολάτρης: λάθος ασυγχώρητο. Ο οπαδός του Ολυμπιακού λάτρευε πάντα τους παίκτες και το δέος που οι ιστορίες τους προκαλούσαν. Ο οπαδός του ΠΑΟ που είναι πιο μεγάλο παιδί καταλάβαινε την αξία της διοικητικής οργάνωσης (το «Παύλο Θεέ πάρε την ΠΑΕ» π.χ είναι ένα σύνθημα διοικητικής παρεμβατικότητας που στην εξέδρα του Ολυμπιακού ποτέ δεν υπήρξε ακόμα κι όταν υπήρχε διοικητικά χάλι απερίγραπτο), ενώ ο οπαδός της ΑΕΚ αγαπούσε πάντοτε και διέκρινε το ωραίο ομαδικό ποδόσφαιρο: ο «γαύρος» –αν και δε μ αρέσει η λέξη – αυτά δεν τα καταλάβαινε.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Μεσσίας&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Στο αιώνιο παιδικό υποσυνείδητο ο Ζιο προϋπήρχε – στο Καραϊσκάκη τον περίμεναν. Θα έρχονταν από τη Βραζιλία, θα είχε μακριά μαλλιά, θα έκανε ντρίπλες, τακουνάκια, λόμπες, μαγικά και απίστευτα πράγματα, θα κέρδιζε το θαυμασμό των άλλων και θα φορούσε τη φανέλα με το δέκα! Όταν ο Ζιοβάνι ήρθε τον Ιούλιο του ΄99 και έκανε μάγια στα καλοκαιρινά φιλικά, έπαιξε μόνος του και στα ίσια την άμυνα της Ρεάλ Μαδρίτης, κι έβαλε στον ΠΑΟΚ ένα γκολ κάνοντας τον κόσμο να αναρωτιέται αν αυτό που είδε συνέβη πραγματικά, η εξέδρα είδε τον προφήτη που περίμενε: ο Ζίο είναι ο πρώτος αληθινός μεσσίας του κόσμου Ολυμπιακού που ήταν μπουχτισμένος από ψευτοπροφήτες που είτε αποδεικνύονταν κατώτεροι των περιστάσεων, είτε έφευγαν πάνω στο καλύτερο.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ονειρα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η περίπτωση του Ζιοβάνι δεν είναι μια ποδοσφαιρική ιστορία, είναι μια μυθιστορηματική πράξη αφήγησης των δικαιωμένων ονείρων μιας παιδικότητας. Ο Βραζιλιάνος θα μπορούσε να μην έχει παίξει ποτέ του στον Ολυμπιακό: πάλι η προσδοκία ενός τέτοιου τύπου παίκτη θα στοίχειωνε τα όνειρα των οπαδών του πρωταθλητή. Στην πραγματικότητα δεν είχε ανάγκη ο Ζιοβάνι τον Ολυμπιακό αλλά ο κόσμος του Ολυμπιακού το Ζιοβάνι για αυτό και προέκυψε ο παράξενος αυτός έρωτας, που παρά τις ουκ ολίγες τρέλες του Βραζιλιάνου δεν κλονίστηκε ποτέ. Η παρουσία του στο λιμάνι ήταν η απόδειξη ότι τα οράματα δικαιώνονται.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Απάντηση&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ο Ζιοβάνι πιθανολογώ ότι δεν θα καταλάβαινε ποτέ του τίποτα απ' όλα αυτά. Δεν θα άλλαζε και κάτι: οι παράφορα ερωτευμένοι ξέρουν ότι δεν υπάρχει απάντηση στην ερώτηση γιατί μ’ αγαπάς. Απλά σαν μεγάλος λαοπλάνος και δημαγωγός της μπάλας ο Βραζιλιάνος φρόντιζε πάντοτε αυτή τη τρέλα των οπαδών να την εξιτάρει ακόμα πιο πολύ προσπαθώντας πράγματα απίθανα – το τι πέτυχε και το τι δεν πέτυχε από όλα αυτά που προσπάθησε ελάχιστη σημασία έχει, άλλωστε η καθοριστηκότητά του δεν υπήρξε το φόρτε του: στην καλύτερη χρονιά του ο Ολυμπιακός δεν κέρδισε τίποτα και στη χειρότερή του έκανε νταμπλ, αλλά θα ήταν λάθος να έβλεπε κανείς το πράγμα έτσι. Ο Ζιοβάνι δεν αγαπήθηκε για όσα πέτυχε - αγαπήθηκε για όσα μπορούσε και όλοι - μα όλοι - στον Ολυμπιακό πιστεύουν πως μπορούσε τα πάντα.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Λιμάνι&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Οσοι τον αμφισβήτησαν θα πονέσουν περισσότερο, όσοι τον αρνήθηκαν θα ζητήσουν συγχώρεση, όσοι τον πίστεψαν θα τον εξιδανικεύσουν. Ηρθε από τη μυθολογία και σε αυτή επιστρέφει όπως όλοι οι Θεοί. Κάθε οπαδός του Ολυμπιακού από εδώ και πέρα θα είναι ο Απόστολος της Παρουσίας του, δεύτερη δεν θα υπάρξει γιατί στην περίπτωσή του έφτανε μόνο μια. Το σύνθημα «Ζιοβάνι Ζιοβάνι για πάντα στο λιμάνι» δεν είναι απαίτηση είναι σύμβολο πίστης, κάτι σαν το «Πιστεύω». Ο Ζίο ήταν και θα είναι για πάντα στο λιμάνι. Σε ένα λιμάνι, που χθες, όταν ο κόσμος αποθέωσε το μάγο για τελευταία φορά γέμισε δάκρια…&lt;br /&gt;(Sportime Ιούνιος του 2005)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 26 May 2016 11:54:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CF%83%CE%B5-%CE%B5%CF%87%CF%89-%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9-%CE%B8%CE%B5%CE%BF</guid></item><item><title>Στην υπηρεσία της παράνοιας</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%85%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1%CF%82</link><description>&lt;p&gt;Σε ποια θέση παίζει ο Ροναλντίνιο; Στη Μπαρτσελόνα παίζει κάτι σαν μέσα αριστερά. Για να είμαι ακριβής ξεκινάει από εκεί και συνεχώς συγκλίνει, αλλά δεν μπορείς να πεις ότι είναι επιθετικός (γιατί πιο πολύ ψάχνει την πάσα παρά το σουτ) αλλά ούτε κι μέσος (γιατί σπανίως επιστρέφει). Οι λάτρεις της αποκωδικοποίησης των πάντων κι όσοι αρέσκονται να βάζουν τα πράγματα σε μια σειρά θα απαντούσαν ότι ο Βραζιλιάνος είναι «δεκάρι» και θα είχαν τη συνείδησή τους ήσυχη. Στο ποδόσφαιρο οι παράξενοι, οι εκτός λογικής, οι μη προβλέψιμοι και όσοι προτιμούν το να εκπλήσσουν από το να υπακούν σε εντολές χαρακτηρίζονται ως «δεκάρια». Δεν είναι παράξενο.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Δέκα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το «δέκα» είναι ο συνηθέστερος αριθμητικός συμβολισμός του άριστα και το «δεκάρι» στο ποδόσφαιρο πρέπει να είναι όσο πιο κοντά στο άριστα γίνεται. Η παραγωγικότητα ή  η απόδοση στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν σημασία: το δεκάρι πρέπει να έχει κυρίως ποιότητα.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Λεπτομέρεια&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ο μεγαλύτερος εχθρός όσων πιστεύουν στην τάξη είναι η επιπλέον λεπτομέρεια. Για να κάνω το πράγμα δυσκολότερο θα ήθελα να προσθέσω μια τέτοια: ο Ροναλντίνιο είναι ίσως ο πιο ποιοτικός ποδοσφαιριστής του κόσμου, τόσο ποιοτικός ώστε σε κάνει να ξεχνάς ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα στο ποδόσφαιρο εξίσου απαραίτητα, δηλαδή τρέξιμο, αυτοθυσία, πάθος, φυσική κατάσταση κλπ κλπ. Αυτή η δυσαρμονία που χαρακτηρίζει το παιχνίδι του τον κάνει τόσο παρά φύση ποιοτικό, ώστε θα έλεγα παραδοξολογώντας ότι είναι πολύ ποιοτικός για να είναι «δεκάρι»! Το δεκάρι προσπαθεί εκ φύσεως και χαρακτήρα να κάνει το παιχνίδι όλων καλύτερο: θέτει την ποιότητά του στην υπηρεσία της ομάδας. Ο Ρόναλντίνιο  συνεχώς προσπαθεί να πάει το παιχνίδι του πέρα από το άριστα, επιχειρώντας πράγματα που λίγοι φαντάζονται και πλέον κανένας δεν επιχειρεί.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Θέαμα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αυτή η ανεξάντλητη προσπάθειά του να ξεπεράσει το άριστα αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι ο Βραζιλιάνος δεν έχει το σημαντικότερο χαρακτηριστικό που έχει ένα δεκάρι, δηλαδή το ηγετικό παράστημα. Τα μεγάλα δεκάρια ήταν συνήθως άνθρωποι της λογικής, του «εγώ είμαι εδώ», όπως ο Ζιζού. Η ηγετικές τους ικανότητες έκαναν την ποιότητά τους ωφέλιμη: χωρίς αυτές το πράγμα θα κατρακυλούσε προς τη φιγούρα που είναι το αντίθετο του ποδοσφαίρου. Γιατί το ποδόσφαιρο μολονότι είναι και θέαμα εν τούτοις παραμένει κυρίως ένα άγριο παιχνίδι ικανοτήτων και στρατηγικής.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Στρατηγός&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το Δομάζο τον αποκαλούσαν «Στρατηγό» για το ηγετικό της παρουσίας του, χωρίς αυτό το χαρακτηριστικό η ποιότητά του θα ήταν χωρίς αντίκρισμα. Ο Μαραντόνα, χωρίς τη σχεδόν μανιακή ανάληψη πρωτοβουλιών στα δύσκολα θα ήταν ένας μεγάλος επιδειξίας. Ο Πελέ, αν κρύβονταν πίσω από επιδείξεις τεχνικής χωρίς να ζητάει τη μπάλα στους τελικούς των Μουντιάλ, θα ήταν ακατανόητος αρτίστας. Η σύγκριση με τέτοια ιερά τέρατα δε γίνεται για να μειωθεί η αξία του Ρόναλντίνιο, αλλά για να φανεί ότι δεν είναι δεκάρι. Δεκάρι είναι ο Ντέκο. Δεκάρι είναι ο Ριβάλντο. Δεκάρι είναι ο Κακά. Ο Ροναλντίνιο με όλους αυτούς συνυπήρξε στο γήπεδο άνετα. Γιατί δεν είναι δεκάρι.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Καρατερίστας&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τι είναι ο Βραζιλιάνος της Μπαρτσελόνα; Εδώ σε θέλω! Όλα αυτά τα χρόνια που τον παρακολουθώ δυσκολεύομαι να καταλάβω, όχι τη μεγαλομανία του ή την φιλοδοξία του να ψυχαγωγήσει το κοινό, αλλά την καθοριστικότητά του. Στο περσινό καλύτερο παιχνίδι του, αυτό στο Στάντφορντ Μπριτζ εναντίον της Τσέλσι, ο ίδιος πέτυχε το ωραιότερο γκολ του αγώνα, αλλά η Μπαρτσελόνα αποκλείστηκε: το αριστούργημά του δεν έσωσε την ομάδα του και τα συγχαρητήρια που ο ίδιος μάζεψε δεν απάλυναν τον πόνο τον φίλων των Καταλανών. Λογικό. Μια αποτυχημένη παράσταση δεν σώζεται από μια καλή ερμηνεία. Πόσο μάλλον όταν αυτός που την κάνει δεν είναι ο πρωταγωνιστής, αλλά ο καρατερίστας με τον αβανταδόρικο ρόλο.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Χτύπημα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Με τον καιρό κατέληξα ότι κάθε εμφάνιση του Ρόναλντίνιο αποτελεί τρομοκρατικό χτύπημα σε βάρος του ποδοσφαίρου – τουλάχιστον σε βάρος του ποδοσφαίρου που ξέρουμε. Ο ποδοσφαιρόφιλος ξεχνάει βλέποντάς τον ότι στη βάση της επιτυχίας είναι η ομαδική δουλειά και βλέπει το ματς ως ατομική παράσταση  – one man show. Ο συμπαίκτης του υποφέρει γιατί έχει μπλέξει με κάποιον που καταστρατηγεί το λογικό για να φτάσει δια του παραλόγου σε κάτι που προκαλεί θαυμασμό. Ο προπονητής του δεν ξέρει τι να περιμένει: η αστάθεια του συγκεκριμένου παίκτη δεν είναι θέμα μέρας ή ώρας αλλά θέμα παλκοσένικου. Το «παίζω όποτε γουστάρω» γίνεται αποδεκτό από τους φάνς (που μαγεμένοι του συγχωρούν τα πάντα) αλλά δεν μπορεί να γίνει κανόνας. Το χειρότερο είναι η προσμονή του μαγικού: οτιδήποτε δε συνοδεύεται από επιφωνήματα θαυμασμού δεν έχει αξία – μόνο που το ποδόσφαιρο δεν είναι σόου ενός ταχυδακτυλουργού αλλά κάτι πιο σύνθετο.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τσίρκο&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αν η νοοτροπία του Ροναλντίνιο γίνονταν κανόνας το ποδόσφαιρο θα γίνονταν ένα τεράστιο τσίρκο. Κάπου διάβασα ότι το τσίρκο ως θέαμα περνάει τρομερή κρίση - δε μου κάνει εντύπωση αφού τους επαναλαμβανόμενους εντυπωσιασμούς δεν τους αντέχει πλέον κανένας. Το ποδόσφαιρο – τσίρκο του Ροναλντίνιο θα ήταν αρκετό για να καταστρέψει το ποδόσφαιρο που ξέρουμε, ή για την ακρίβεια θα ήταν αρκετό για να το φθίνει – πράγμα που είναι και χειρότερο. Ένα κοινό που περιμένει Ροναλντίνιους δεν είναι ένα κοινό ποδοσφαιρόφιλων αλλά κάτι άλλο. Πριν μεταλλαχτούμε, ας τον αντιμετωπίσουμε με δυσπιστία. Με τη δυσπιστία που γεννά κάθε είδους γεγονός που φαίνεται εξωπραγματικό στα μάτια μας.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Παράδοξα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Όποιος γουστάρει το Ροναλντίνιο πιστεύει ότι υπάρχουν UFO που παρακολουθούν τη γη. Ότι έχει φύλακα άγγελο που τον προσέχει. Ότι οι κατάρες του είναι τρομερές. Ότι ζει ο Πρίσλεϊ κι έχει φαστφουντάδικο μαζί με το Λένον. Ότι η θεία του όταν πέθανε στοίχειωσε το εξοχικό. Ότι την 11&lt;sup&gt;η&lt;/sup&gt; Σεπτεμβρίου την οργάνωσε ο Κουφοντίνας και για αυτό μετά οι Αμερικάνοι τον πιάσανε. Οποιος γουστάρει το Ρόναλντίνιο φλερτάρει με την παράνοια κι απλά το κρύβει επιμελώς για να μην τρομάξει τους τριγύρω του.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Κανένας&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Χαμογελάτε ε; Δε μου κάνει εντύπωση. Το ξέρω ότι κατά βάθος δεν είναι καλά κανένας σας…&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;(Sportime, Απρίλιος του 2004)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 26 May 2016 12:19:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%85%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1%CF%82</guid></item></channel></rss>