<?xml version="1.0" encoding="utf-8"?><rss version="2.0"><channel><title>Read Here</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/Contents/Item/Display/1933</link><description>Read Here</description><item><title>Μια φορά κι ένα καιρό ένας ζηλιάρης Θεός...</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/mia-fora-ki-ena-kairo-enas-ziliaris-theos</link><description>&lt;p&gt;Εφτασαν στον τελικό του Open της Αυστραλίας ο καθένας από το δρόμο που ξέρει. Ο Φέντερερ παίζει κόντρα στον Βαβρίνκα για δυο σετ ένα τένις αψεγάδιαστο, που ξέρει μόνο αυτός. Στη συνέχεια κουράζεται, μοιάζει έτοιμος να καταρρεύσει μπροστά στον ψύχραιμο αντίπαλο που έχει το χρόνο σύμμαχο, αλλά στο πέμπτο σετ η ποιότητα του ισοπεδώνει τον Stanimal, που μοιάζει τυφλωμένος κι αρχίζει να κάνει λάθη στο σερβίς του. Ο Ναδάλ, κόντρα στον Ντιμιτρόφ, χάνει 4-3 και 14-40 στο πέμπτο σετ, αλλά αρπάζεται από την τελευταία του αναπνοή και γλυτώνει το νοκ άουτ. Νοιώθεις ότι αιμορραγεί, αλλά καμία από τις μαχαιριές δεν έχει τρυπήσει την καρδιά του που παραμένει από σίδερο. Ο Ντιμιτρόφ βλέπει ξαφνικά κάποιον που αρνείται να χάσει και ενώ μέσα του έχει αρχίσει να πανηγυρίζει νομίζοντας ότι κέρδισε, προσπαθεί να βρει δυο λεπτά για να χτίσει μια νέα στρατηγική. Ο Ναδάλ δεν δίνει δεύτερες ευκαιρίες: όταν γυρνάει, τιμωρεί. Αλλωστε ήξερε ότι τον περιμένει ο Ρότζερ. &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Δεκατρία χρόνια μετά την πρώτη φορά&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Δεκατρία χρόνια πέρασαν από την πρώτη τους αναμέτρησή σε ένα τελικό, έντεκα μετά το πρώτο τους ραντεβού σε τελικό Γκραν Σλαμ, τρία  μετά τον ημιτελικό στη Μελβούρνη, όταν και πάλι είχαν βρεθεί ο ένας απέναντι απο τον άλλο. Στον τελικό είχαν ένα ραντεβού οι δυο τους - κανείς άλλος δεν το πίστευε: ο Φέντερερ τους τελευταίους έξι μήνες απουσίαζε από τα γήπεδα καθώς ετοιμαζόταν στα 35 του για το μεγάλο αντίο, ο Ναδάλ τον τελευταίο χρόνο είχε ν αντιμετωπίσει πάλι τραυματισμούς. Ο τελικός είναι η επιβράβευση μιας θεαματικής επιμονής. Ο Φέντερερ δεν εγκατέλειψε, παρόλο που, από το 2010 και μετά, στα τουρνουά του Γκραν Σλαμ αδυνατούσε να φτάσει μέχρι το τέλος, συλλέγοντας ήττες που θάμπωσαν την λαμπερή καριέρα του. Ο πέντε χρόνια μικρότερος, αλλά πολύ πιο ταλαιπωρημένος από τραυματισμούς Ναδάλ το 2015 έφτασε πολύ κοντά στο να πει δεν αντέχω άλλο. Ο Ρότζερ είναι ένας απόστολος του τένις: κάθε εμφάνισή του ακόμα και τώρα στέλνει στα γήπεδα χιλιάδες παιδιά. Ο Ναδάλ ένας Χριστός που συνεχώς ανασταίνεται για να κάνει κι άλλα θαύματα.      &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;img alt="" src="/Media/Default/Post%20Images/Fe%20-%20na.jpg" width="3500" height="2439" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η αληθινή υπόσταση&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Υπάρχει κάτι εξαιρετικά παράξενο στη μεταξύ τους μονομαχία μέσα στα χρόνια: τα αποτελέσματα των παιγνιδιών δεν κάνουν κατανοητό σε κάποιον που δεν τους ξέρει την αληθινή της υπόσταση. Εχουν αγωνιστεί μέχρι τώρα 34 φορές, ο Ναδάλ έχει 23 νίκες και ο Φέντερερ 11. Ο τελευταίος τους τελικός ήταν στο Ρολάντ Γκαρός το 2011 – είχε κερδίσει ο Ναδάλ που μετρά 6 νίκες σε 8 τελικούς σε τουρνουά Γκραν Σλαμ. Το μεταξύ τους ματς στο Γουϊμπλετον, το 2008, που ο Ναδάλ κέρδισε σε 4 ώρες και 40 λεπτά θεωρείται ίσως το μεγαλύτερο ματς στην ιστορία, αλλά ο Ισπανός έχει πολλές ακόμα νίκες να θυμάται. Ισως η μοναδική αληθινά μεγάλη νίκη του Φέντερερ είναι η δεύτερη νίκη του κόντρα στον Ναδάλ: τον είχε κερδίσει με 3-2 στο γρασίδι του Λονδίνου το 2007 στραπατσάροντάς τον με 6-2 στο πέμπτο σετ. Ο Φέντερερ δεν έχει κερδίσει ποτέ το Ναδάλ στο Ρολάν Γκαρός και ποτέ στην Αυστραλία: στο American Open δεν έχουν παίξει ποτέ αντίπαλοι. Ο Ισπανός από τη  Μαγιόρκα κερδίζει 9-2 τον Φέντερερ στα ματς, που έχουν δώσει σε τουρνουά Γκραν Σλαμ και είναι αυτός που τον έριξε από το θρόνο του το 2008 για να γίνει ο ίδιος το νούμερο 1 του κόσμου στην παγκόσμια κατάταξη. Την ίδια χρονιά, κερδίζοντας τον στον τελικό του Γουίμπλετον, του στέρησε τη δυνατότητα να κατακτήσει το 6&lt;sup&gt;ο&lt;/sup&gt; του Γουίμπλετον στη σειρά και του χάλασε το σερί νικών στο χόρτο: ο Φέντερερ δεν είχε χάσει κανένα από τα προηγούμενα 64 ματς σε αυτή την επιφάνεια! Ο Ναδάλ κέρδισε το πρώτο του τουρνουά ΑΤP στα 17 του, ενώ ο Φέντερερ στα 20. Ο Ισπανός κέρδισε το πρώτο του τουρνουά Γκραν Σλαμ στα 19 του, ενώ ο Ελβετός στα 22 του. Ο Ναδάλ έγινε νουμ 1 στα 22 του, ενώ ο Φέντερερ ήταν σχεδόν 23, όταν το κατάφερε. Ο Ισπανός στα 24 του είχε κερδίσει τουλάχιστον μια φορά και τα τέσσερα τουρνουά του Γκραν Σλαμ, ενώ ο Φέντερερ το κατάφερε όταν έγινε 27 χρονών. Οι αριθμοί λένε ότι οι περίφημες μονομαχίες του Ναδάλ με τον Φέντερερ τελειώνουν σχεδόν πάντα με νίκες του Ισπανού – ακόμα και την τριετία (2004-07) της απόλυτης κυριαρχίας του πέντε χρόνια μεγαλύτερου Φέντερερ ο πιτσιρικάς Ναδάλ έχει κερδίσει 8 από τα 14 μεταξύ τους ματς. Αλλά, το είπα και στην αρχή: αν δεν έχεις παρακολουθήσει βήμα βήμα τις μάχες τους δεν μπορείς να καταλάβεις γιατί αυτές είναι η ιστορία του τένις. Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται το πιο μεγάλο ίσως αθλητικό παράδοξο: ο, σχεδόν πάντα χαμένος στις μάχες του με το Ναδάλ, Ελβετός παραμένει ο μεγαλύτερος παίκτης στην ιστορία του τένις! Κάθε νίκη του Ναδάλ αντιμετωπιζόταν με θαυμασμό, μολονότι καμία από αυτές δεν ήταν έκπληξη. Το μαγικό παράδοξο της ιστορίας είναι ότι ο Φέντερερ χρειαζόταν τις ήττες από τον  Ναδάλ για να επιβεβαιώνει την υπεροχή του αντέχοντας: κάθε φορά μετά από μια τέτοια ήττα γυρνούσε δυνατότερος, ανθεκτικότερος, έτοιμος να σπείρει τον πανικό. Οι  ήττες του αναλύονταν, προκαλούσαν θαυμασμό, γίνονταν αντικείμενο απορίας. Ο Ναδάλ κέρδιζε κι ο κόσμος αναρωτιόταν πως τα κατάφερε, ενώ τα κατάφερνε σχεδόν πάντα! Ισως μάλιστα να αναρωτιόταν κι ο ίδιος για το πως.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;img alt="" src="/Media/Default/Post%20Images/na%20-%20fe.jpg" width="2048" height="1341" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Σούπερμαν και κρυπτονίτης&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Στην απίστευτη ιστορία των δυο, της οποίας πιθανότατα την τελευταία πράξη θα δούμε αύριο, υπάρχει κάτι απλό: ο καταπληκτικός Ναδάλ, (που προσωπικά λατρεύω γιατί το παιγνίδι του είχε πάντα περισσότερη καρδιά από τεχνική), ήταν ο κρυπτονίτης του Σούπερμαν Φέντερερ. Αριστερόχειρας, με ένα ντράιβ που σκότωνε, ακούραστος μαραθωνοδρόμος και με μια καρδιά από σίδερο, ο Ναδάλ ήταν η Νέμεσις του Φέντερερ – αυτός που ο Θεός έστειλε για να τιμωρήσει τον περφεξιονισμό του Ελβετού. Αν ο Θεός έπαιζε τένις, το τένις του Θεού θα ήταν χειρότερο από αυτό του Φέντερερ: ο ζηλιάρης Θεός έστειλε απέναντί του κάποιον για να θυμίζει σε όλους μας ότι ο απίστευτος αυτός βασιλιάς του τένις είναι άνθρωπος. Από την άλλη ο ίδιος ζηλιάρης Θεός έδωσε στο θαύμα της φύσης που λέγεται Ναδάλ γυάλινα πόδια – ώστε ούτε αυτός να μην μπορεί να γίνει απλησίαστος. Ισως για αυτό ο Ναδάλ κι ο Φέντερερ, παρά τις σκληρές και ιστορικές μονομαχίες τους, παραμένουν δυο φίλοι. Νοιώθουν ότι είναι παιδιά ενός ζηλιάρη Θεού, που τους προίκισε και την ίδια στιγμή έπαιξε μαζί τους.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αύριο στην τελευταία τους αναμέτρηση ο Θεός θα κάτσει μαζί μας να τους καμαρώσει. Χωρίς τα παιγνίδια του, νομίζω ότι ο Φέντερερ μπορεί να κερδίσει ή καλύτερα να ξορκίσει τον μόνο που ποτέ δεν τον φοβήθηκε. Αλλά κι αν δεν το κάνει, κι αν ο γίγαντας Ισπανός πάλι βουβάνει  με το χτύπο της καρδιάς του τη Rod Laver Arina, που θα είναι με το Ρότζερ, δεν θ αλλάξει στην ιστορία τίποτα. Όταν η τελευταία παράσταση τελειώσει, θα υπάρχουν απλά δυο υπέροχοι ήρωες. Κι ο πλανήτης θα τους χειροκροτήσει ανατριχιάζοντας και ψελλίζοντας το «πιστεύω» σε δυο Θεούς αληθινούς και όχι ζηλιάρηδες…           &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 28 Jan 2017 09:44:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/mia-fora-ki-ena-kairo-enas-ziliaris-theos</guid></item><item><title>Ακόμα δεν μπορώ να πω αντίο...</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/akoma-den-soy-eipa-antio</link><description>&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ανέβηκα στο χωρίο για το μνημόσυνο του πατέρα μου, που έχασα πριν από ένα χρόνο. Οσοι έχουν χάσει γονιό πρόσφατα καταλαβαίνουν ότι ο ένας χρόνος είναι διάστημα και μικρό και μεγάλο. Μεγάλο γιατί o καιρός που χει περάσει σιγά σιγά έχει βοηθήσει, ώστε να διαμορφωθεί μια νέα καθημερινότητα. Μικρό γιατί δεν υπάρχει μέρα σε αυτό το χρόνο, που να μην έχεις νοιώσει την απουσία.  &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Όταν ήμουν μικρός, στο κεφάλι μου το μνημόσυνο, (κάθε μνημόσυνο…) είχε κάτι το αρνητικό – κάθε φορά που άκουγα τη λέξη τη θεωρούσα συνώνυμο μιας ανομολόγητης αδυναμίας των ανθρώπων να προχωρήσουν. Πίστευα πως γινόταν εξαιτίας της επιθυμία τους να γυρνούν σε περιστατικά και πρόσωπα, προσπαθώντας να ξαναζήσουν στιγμές που τους πόνεσαν, ίσως γιατί για τους ανθρώπους ο πόνος έχει μια βαρύτητα που σε ωριμάζει – το παραδέχομαι ακόμα κι εγώ που τον πόνο τον μισώ. Το μνημόσυνο μου έμοιαζε σαν επέτειος υποχρεωτική και για αυτό καταναγκαστική, ένα είδος απόδοσης τιμής στο ίδιο το γεγονός του θανάτου. Αυτό έκανε στο μυαλό μου την ύπαρξή του σχεδόν αδιανόητη, αφού το θάνατο πίστευα πως πρέπει απλώς να τον ξορκίζεις: δεν έχουν όλοι οι λαοί μνημόσυνα και δεν είναι τυχαίο. Με το μελό χαρακτήρα του το μνημόσυνο, μου ήταν στην καλύτερη των περιπτώσεων αδιάφορο – συχνά και ψυχαναγκαστικό. Με τον καιρό κατάλαβα ότι οι άνθρωποι χρειάζονται αυτές τις διαδικασίες κυρίως για τον ίδιο τους τον εαυτό: οριοθετούν δια μέσου της τελετής την αποδοχή του πένθους τους αρχικά και στη συνέχεια νοιώθουν τη δύναμη του πεπρωμένου. Ο,τι μνημονεύεται αξίζει: ο μόνος αληθινά αφόρητος θάνατος είναι η ίδια η λησμονιά.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Όχι τυχαία η λέξη μνήμη και η λέξη μνημόσυνο παράγονται από το αρχαιοελληνικό ρήμα «μανθάνω», που σημαίνει «σκέπτομαι». Το μνημόσυνο είναι μια απλή διαδικασία αφιέρωσης λίγης σκέψης σε όποιον έχασες και σε όποιον μαζί σου μοιράζεται το βάρος της απώλειας – φίλος, γνωστός, ή μέλος της οικογένειας στο μυστήριο και στον συνήθως  χαρούμενο καφέ ή στο οικογενειακό τραπέζι που το ακολουθεί είναι ευπρόσδεκτος. Το μνημόσυνο είναι μια ευκαιρία για να μοιραστείς μια απουσία κι όχι ο τρόπος  για να θυμηθείς τον πόνο της απώλειας: αυτός ο πόνος άλλωστε, όταν σε στοιχειώσει, ριζώνει μέσα σου και δεν σ αφήνει ίσως ποτέ. Δεν χρειάζεσαι καμία επέτειο για να τον θυμάσαι.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Εχασα τον πατέρα μου πριν ένα χρόνο και μολονότι το ξέρω πως έφυγε πλήρης ημερών και ακριβώς τη στιγμή που για τον ίδιο θα ήταν καλύτερο, ούτε μια μέρα δεν έχει περάσει χωρίς να τον θυμηθώ για λίγο και με αφορμές ασήμαντες. Καμιά φορά δακρύζω, καμιά φορά γελάω, καμιά φορά σκέφτομαι ότι δεν μπορεί κάπου θα είναι. Οταν χάνεις ένα άνθρωπο τον πρώτο καιρό κουβαλάς μαζί σου την τελευταία του εικόνα, αυτή που έχεις συνηθίσει πριν σ αφήσει. Νοιώθεις την απώλεια, όταν η καθημερινότητά σου αδειάζει από όλα όσα κάνατε μαζί - πολλά ή λίγα δεν έχει σημασία. Μπορεί να είναι μια συζήτηση, μια βόλτα, ένα τηλέφωνο, μια απλή καλημέρα, αυτό το λίγο που ξαφνικά τόσο πολύ σου λείπει. Μπορεί να είναι απλά ο ήχος της φωνής του ή ότι καθόταν δίπλα σου στο τραπέζι αμίλητος ή μπορεί να είναι οι παράλογες απαιτήσεις του, που σε κούραζαν – ακόμα κι αυτές σου λείπουν. Μετά, καθώς ο χρόνος αρχίζει να τρέχει, η μνήμη, δηλαδή αυτή η δυνατότητα να φέρνεις στο μυαλό σου μια συμπαγής εικόνα του ανθρώπου που αγαπάς όπως θέλεις να τον θυμάσαι, αφήνει τη θέση της στις αναμνήσεις, δηλαδή σε εικόνες διάσπαρτες που βάζεις σε τάξη μόνος – αν θες να το κάνεις. Ξαφνικά σου έρχονται στο μυαλό περιστατικά, που δεν έχουν να κάνουν τόσο με τις τελευταίες μέρες όποιου έχασες, αλλά κυρίως με τη ζωή, που μαζί του πέρασες. Μαζί με αυτές τις αναμνήσεις φουντώνει, ενώ νόμιζες πως θα καταλαγιάσει, η αίσθηση της απώλειας, όχι τόσο του προσώπου που αγαπάς, όσο των δικών σου στιγμών μαζί του. Σου λείπει κυρίως το τι σου έλεγε κάποτε και το τι θα σου έλεγε τώρα. Όταν έχει συμπληρωθεί ένας χρόνος, το μνημόσυνο έρχεται για να σε βοηθήσει να καταλάβεις πως ό,τι από τον άνθρωπο που έχει φύγει κουβαλάς στην καρδιά σου πρέπει να σου είναι πλέον αρκετό, αφού έτσι κι αλλιώς κάτι πιο πολύ δεν μπορείς να περιμένεις. Συγκαταβατικά λες πως έτσι είναι, αλλά η παραδοχή δεν είναι συνώνυμο της ικανοποίησης. Δύσκολα θα το δεχτείς.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Εχασα τον πατέρα μου πριν ένα χρόνο και μολονότι ένοιωθα για αυτό προετοιμασμένος από καιρό, ένα χρόνο μετά ακόμα πιστεύω πως είχαμε πολλά ακόμα να κάνουμε κι ας μην μπορούσε στο τέλος να χαρεί παρά ελάχιστα από όσα του συνέβαιναν καθημερινά. Οσο η τελευταία του εικόνα χάνεται από το μυαλό μου, γιατί καθώς ο καιρός περνά η μνήμη παιγνιδίζει, τόσο περισσότερο οι αναμνήσεις που με πλημυρίζουν κάνουν τη φυγή του να μου μοιάζει βιαστική. Ένα χρόνο μετά τον θυμάμαι πια πιο νέο, πιο δυνατό, πιο ζωντανό από όσο ήταν τον τελευταίο καιρό πριν φύγει. Ένα χρόνο μετά οι αναμνήσεις συχνά μου δημιουργούν την παράξενη αίσθηση ότι είμαι εγώ που πρώτος έφυγα από κοντά του και πως είναι κάπου και με περιμένει. Το ξέρω πως δεν θα τον βρω στο σπίτι, αλλά ακόμα μιλάω για αυτόν, τον ονειρεύομαι, τον σκέφτομαι, τον περιμένω. Και προσπαθώ μάταια να ικανοποιηθώ με αυτή την καινούργια μας σχέση – την αποδέχομαι, αλλά δεν μου αρέσει.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το βράδυ πριν το μνημόσυνο σκεφτόμουνα ότι τιμάμε την μνήμη του και μαζί και τις αναμνήσεις μας. Αυτές οι δεύτερες καμιά φορά μου δίνουν λίγη δύναμη. Όταν βρω κι άλλη μπορεί να πω αντίο στον μπαμπά μου, που δυνατό κι ωραίο κουβαλάω στην καρδιά μου. Ακόμα δεν του το χω πει και δεν νομίζω ότι ποτέ μου θα τα καταφέρω.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ένα χρόνο μετά λέω μόνο μου λείπεις μπαμπά, αντίο όμως δεν σου λέω, γιατί σε νοιώθω κάθε μέρα δίπλα μου…       &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sun, 04 Sep 2016 08:44:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/akoma-den-soy-eipa-antio</guid></item><item><title>Η σπάνια τύχη μας</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/i-spania-tyxi-mas</link><description>&lt;p&gt;Έπινα τον καφέ μου τις προάλλες κι ενώ ξεφύλλιζα τις σαββατιάτικες εφημερίδες άκουγα άθελά μου τη συζήτηση στο διπλανό τραπέζι: το είχε καταλάβει μια από εκείνες τις παρέες που θεωρούν ότι οι υπόλοιποι υπάρχουν ως κοινό της ακατάσχετης φλυαρίας τους – ίσως να περίμεναν να χειροκροτήσουμε και κάμποσες από τις κορώνες, που αποκαλούσαν συζήτηση. Στην ερώτηση «τι θα κάνετε το Πάσχα;» η μια από τις κυρίες του τραπεζιού είχε απαντήσει «τίποτα, θα πάμε στο σπίτι στο χωρίο». Δεν συγκράτησα το όνομα του χωριού, πέρασαν μέρες, συγκράτησα, όμως, όλη την απέχθεια που περιείχε η απάντηση – την απέχθεια για την επιλογή και το χωριό. Μια απέχθεια αδικαιολόγητη και ακατανόητη, που θα πρεπε να είναι λόγος για να υπογράψει η χώρα καμιά δεκαριά μνημόνια ακόμα – όσα χρειάζονται για να καταλάβουν οι κάθε λογής κύριοι και κυρίες πόσο σπάνια τύχη είναι ένα σπίτι στο χωριό.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τα μεγάλα δράματα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Φέτος το πρώτο Πάσχα με την ανιψιά το περνάω στην Αθήνα. Δεν γκρινιάζω γιατί έτσι έπρεπε να γίνει. Οι γονείς δεν μπορούσαν να πάρουν τη νεογέννητη και να φύγουν για τα βουνά, η γιαγιά έπρεπε να μείνει για να οργανώσει τα καθέκαστα (μαγειρίτσες, αυγά, πίτες ψητά και ό,τι άλλο προβλέπει η ημερήσια διάταξη τελούν υπό την επιστασία της…). Χωρίς τους δικούς μου δεν μπορούσα να φύγω κι εγώ, αφού ειδικά το Πάσχα θέλω να το περνάω μαζί τους- τα Χριστούγεννα και οι Πρωτοχρονιές είναι λιγότερο οικογενειακά, άλλοι πιστεύουν το αντίθετο. Κάπως έτσι βρέθηκα να κάνω το πρώτο μου Πάσχα στην Αθήνα και να βγαίνω από τα ρούχα μου, ακούγοντας τις κυρίες να εκφράζουν την απέχθειά τους, που η ζωή τα ‘φερε έτσι άσχημα, και τις καταδίκασε να έχουν μόνο ένα εξοχικό στο χωριό τους και όχι τέσσερα – πέντε ώστε να μπορούν να διαλέξουν που θα πάνε κάθε φορά: μιλάμε για δράμα. Δεν περνάω Πάσχα μόνο στο χωριό μου, έχω περάσει κι αλλού, αλλά όπου κι αν βρέθηκα τέτοιες μέρες το Πήλιο μου λείπει.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;img alt="" src="/Media/Default/Post%20Images/zagora3.jpg" width="1800" height="1143" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το Πάσχα θέλει φασαρία&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το Πάσχα θέλει εξοχή και κόσμο και φασαρία, καλή μεγάλη φασαρία. Δεν είναι η Μεγάλη Παρασκευή και η Ανάσταση και η λαμπρή του Κυριακή το μυστικό: είναι η διάθεση των ανθρώπων να απλοποιήσουν για τρεις – τέσσερις μέρες τις συνήθειες τους, ξαναβρίσκοντας απλές χαμένες προτεραιότητες κι αυτό μπορεί να το κάνει ο καθένας ευκολότερα στο χωριό του – μην πω μόνο στο χωριό του. Αν χωριό δεν έχεις, οφείλεις να βρεις ένα, να το υιοθετήσεις και να σε υιοθετήσει, να πηγαίνεις δηλαδή εκεί σε πρώτη ευκαιρία, να γνωρίσεις τους ανθρώπους του, να το μάθεις, να το χαίρεσαι και να περνάς πάντα εκεί το Πάσχα ξαναβρίσκοντας για λίγο έστω τους χαμένους αργούς ρυθμούς, που για κάθε άνθρωπο είναι απαραίτητοι. Το Πάσχα στο χωριό κυλάει, στις πόλεις έρχεται σαν Τσίρκο που τρέχεις να παρακολουθήσεις. Τρέχεις και για αυτό, όπως τρέχεις για ένα σωρό άλλα κάθε μέρα.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το κέντρο της ζωής&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Λυπάμαι τους ανθρώπους που δεν έχουν χωριά και ακόμα περισσότερο αυτούς που έχουν και δεν τα αγαπάνε όσο πρέπει. Μόνο στο χωριό ο χρόνος έχει την πρέπουσα ροή και δεν είναι καταπιεστικός και κουραστικός: καταλαβαίνεις, όχι μόνο τις εποχές, αλλά και την ίδια τη ζωή της κάθε μέρας – το πρωί είναι αργόσυρτο, το μεσημέρι λαμπερό η μουτζούφλικο, το σούρουπο σε ηρεμεί και η νύχτα σε ξεκουράζει. Μόνο στο χωριό όλα τα ζητήματα της καθημερινότητας αποκτούν την πραγματική τους διάσταση: στο κέντρο της ζωής είναι οι άνθρωποι και οι απλές τους περιπέτειες – η ζωή τρέχει πίσω σου και μπορείς να την αφηγείσαι, χωρίς να την κυνηγάς με άγχος. Οι άνθρωποι γνωρίζονται με ό,τι αυτό συνεπάγεται – δεν είναι όλοι φίλοι, αρκεί που είναι μεταξύ τους γνωστοί, ενίοτε για να αποφεύγει κι ο ένας τον άλλο, κάποιος λόγος θα υπάρχει. Κυρίως συζητάνε για όλους και όλα, μετά λόγου γνώσεως, που λέει και το γνωστό κλισέ. Και η εμπειρία τους γίνεται συχνά θεωρία, συνταγή, συμβουλή, ευχή ή κατάρα. Όλα αυτά τα απλά και ανθρώπινα τα συναντάς όταν πηγαίνεις στο χωριό σου το Πάσχα γιατί το βρίσκεις συνήθως σε μια κατάσταση εορταστική: στην ύπαιθρο οι γιορτές δεν γίνονται αφορμή για να βάλουν οι άνθρωποι τα καλά τους και να κρυφτούν παριστάνοντας κάτι άλλο από αυτό που είναι, αλλά αντιθέτως επιτρέπουν το ακριβώς αντίθετο – δηλαδή να πηγαίνει στην άκρη κάθε υποκριτικός καθωσπρεπισμός. Θα πιείς ένα τσίπουρο ή ένα κρασί παραπάνω, θα γελάς με την καρδιά σου, θα μάθεις νέα, καλά ή άσχημα, αλλά πάντα με πολλές λεπτομέρειες. Θα περπατήσεις υποχρεωτικά, θα γκρινιάξεις για κάτι ασήμαντο, αλλά δύσκολα θα θυμώσεις, θα ξυπνήσεις από τη φασαρία του σπιτιού κι όχι από το ξυπνητήρι, θα ακούς τις καμπάνες. Όλα πιθανότατα τα χεις κάνει πολλές φορές το Πάσχα, αλλά είναι αυτή η επανάληψη που ψάχνεις ελπίζοντας πως στη δική σου μέρα της πασχαλινής Μαρμότας υπάρχει πάντα λίγη ανεμελιά, λίγη ξενοιασιά και μεγάλη ξεκούραση. Γιατί Πάσχα είναι. &lt;img alt="" src="/Media/Default/Post%20Images/χορευτό.jpg" width="1699" height="1133" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Καλό Πάσχα στους τυχερούς&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Και στην Αθήνα συμβαίνουν ωραία πράγματα το Πάσχα. Χθες η περιφορά του Επιταφίου στη Νέα Σμύρνη έγινε από μια εντυπωσιακή λαοθάλασσα – ένα ποτάμι από κόσμο κατέβαινε την Αγίας Φωτεινής κάνοντας μια διαδήλωση πίστης: είναι θεαματικό να το βλέπεις. Αλλα μου λείπει φέτος πολύ η Ζαγορά μου. Τα πλατάνια της και η υγρασία της. Η σιγουριά ότι όταν πατάω το χώμα της, αυτό με φορτίζει. Ο καφές το πρωί, ενώ ακούγονται μόνο σκόρπιες κουβέντες. Μια βόλτα στο άδειο συνήθως Χορευτό. Η αίσθηση ότι υπάρχει ένα μεγάλο απουσιολόγιο στο οποίο κάποιος σημειώνει ποιοι ήρθαν και ποιοι λείπουν. Η συνάντηση των Επιταφίων. Οι πυροβολισμοί που πέφτουν την Κυριακή το πρωί στον αέρα, ενώ οι σούβλες αναστενάζουν. Οι κουβέντες για το πώς πέρασε ο χειμώνας. Το τσούρμο από φίλους που κάνουν σχέδια για το που θα πάμε αύριο, γνωρίζοντας ότι μάλλον δεν θα πάμε πουθενά. Τα ποτά στην κυρία Κατερίνα το βράδυ. Η ψυχοθεραπεία της ανάλυσης της πραγματικότητας με όσα τσίπουρα αντέχει ο καθένας μεσημεριάτικα. Μου λένε καμιά φορά ότι δεν γράφω και δεν μιλάω όσο θα πρεπε για το χωριό μου. Ναι, γιατί το αγαπάω και η αγάπη είναι ζωή – δεν σηκώνει κουβέντες. Στους φίλους που με περίμεναν λέω ότι στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε. Και ότι αν για κάτι πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό είναι γιατί μας δίνει τη δυνατότητα να γιορτάζουμε στα χωριά μας. Αυτά είναι η σπάνια τύχη μας.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;     &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 15 Apr 2017 09:33:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/i-spania-tyxi-mas</guid></item><item><title>Πρόεδρε, τζάμπα χάσαμε το Νόμπελ</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/proedre-tzampa-xasame-to-nompel</link><description>&lt;p&gt;Ο Μπομπ Ντίλαν τιμήθηκε φέτος με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Σύμφωνα με την Βασιλική Ακαδημία της Στοκχόλμης που αποφασίζει για τις βραβεύσεις ο αμερικάνος τραγουδοποιός «δημιούργησε μια νέα ποιητική έκφραση μπαίνοντας πλέον στην παράδοση του μεγάλου αμερικάνικου τραγουδιού». Η βράβευση προκαλεί τεράστιες συζητήσεις. Οι στιχουργοί, κι ακόμα περισσότερο οι τραγουδοποιοί, εκφράζουν τη χαρά τους και μιλούν για τόλμη της Ακαδημίας  – όλοι από τον Μπόνο μέχρι τον Φραντσέσκο Ντε Γκρεγκόρι. Λογοτέχνες ωστόσο εξέφρασαν αντιρρήσεις: το θέμα έχει αρκετό ενδιαφέρον.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Μαζί με τον Χέμινγουεϊ&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Λίγοι γνωρίζουν ότι ο Ντίλαν ήταν συχνά προτεινόμενος για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας –  οι βραβεύσεις του Νόμπελ και το Fame Story σε αυτό μοιάζουν αφού υπάρχουν πάντα πολλοί προτεινόμενοι, αλλά ένας κερδίζει. Για πρώτη φορά ο Ντίλαν προτάθηκε τον Σεπτέμβριο του 1996 από τον καθηγητή Γκόρντον Μπαλ, που διδάσκει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια- είχε και την υποστήριξη του γνωστού αμερικάνου λογοτέχνη Aλεν Γκίνσμπεργκ. Ο Ντίλαν κέρδισε είκοσι χρόνια αργότερα και είναι ο πρώτος αμερικάνος που βραβεύεται μετά την Τόνι Μόρισον που είχε κερδίσει το 1993. Πλέον το όνομα του θα είναι δίπλα σε αυτά του Χέμινγουεϊ και του Τζόν Στάινμπεκ και το γεγονός  συγκλόνισε τον πρόεδρο Ομπάμα που δεν έκρυψε τη χαρά του: μη σας κάνει εντύπωση διότι ο Ντίλαν έχει τραγουδήσει σε ειδική βραδιά για τον Ομπάμα τον Αύγουστο του 2010 κάνοντας μια αρπαχτή σαν αυτή που έκανε ο Λευτέρτης Πανταζής όταν τραγούδησε ποντιακά στο γάμο του Σαββίδη. Αλλοι βέβαια με την βράβευση (όχι με την επιλογή του Πανταζή...) δεν συμφώνησαν: η πιο ακραία αντίδραση ήρθε από τον Ιρβιν Γουέλς, συγγραφέα του Trainspotting που έγραψε στο Twitter ότι είναι φαν του Ντίλαν αλλά θεωρεί πως «του απένειμαν ένα βραβείο λόγω νοσταλγίας που νοιώθουν για τα παιδικά τους χρόνια κάποιοι χίπις που πλέον τραυλίζουν έχοντας λιπαρό (!) προστάτη». «Εάν είσαι οπαδός του Ντίλαν και φίλος της μουσικής πάρε ένα λεξικό και ψάξε την λέξη μουσική. Μετά ψάξε τη λέξη λογοτεχνία και ίσως καταλάβεις τη διαφορά συγκρίνοντας τους ορισμούς» έγραψε ο θυμωμένος Σκωτσέζος.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ο Διονύσης το κανε καλύτερο&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Όλα αυτά είναι φυσιολογικά καθώς σε κάθε βράβευση υπάρχουν αυτοί που συμφωνούν και αυτοί που διαφωνούν – περισσότερο ενδιαφέρον έχει να δούμε αν αξίζει το βραβείο ο Ντίλαν. Ότι οι στιχουργοί είναι και ποιητές – για μένα οι καλύτεροι από τους ποιητές – δεν νομίζω ότι τίθεται θέμα. Το να βρεις ρίμες που δένουν με τη μουσική, είναι δυσκολότερο από το να γράψεις στίχους. Το ποίημα  μπορεί να μην μελοποιείται, ο στίχος αντιθέτως είναι πάντα ποιητική πράξη – άλλοτε σημαντική, άλλοτε όχι. Είναι ωστόσο άξιες του βραβείου Νόμπελ αυτές οι ποιητικές πράξεις του Ντίλαν; Για να δούμε μερικές.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Γράφει και τραγουδάει ο Ντίλαν στο «Girl From the North Country&lt;strong&gt;»:&lt;/strong&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Αν ταξιδεύεις την ευλογημένη βόρεια χώρα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Όπου οι άνεμοι χτυπούν βαριά στο μεταίχμιο&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Θύμισε την ύπαρξή μου σε κάποια που μένει εκεί&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Που κάποτε ήταν μια αληθινή δική μου αγάπη.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αν πας όταν έχει καταιγίδα χιονιού&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Όταν τα ποτάμια παγώνουν και το καλοκαίρι τελειώνει&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Σε παρακαλώ δες αν αυτή έχει ζεστό παλτό&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;για να την προστατεύει απ' τους ανέμους που καραδοκούν».&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; Ωραίο; Ναι. θα έλεγα καλούτσικο. Αλλά για Νόμπελ λογοτεχνίας όχι. Γράφει επίσης ο Ντίλαν στο μεγάλο σουξέ «Blowin' in the wind»:&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Πόσους δρόμους πρέπει ένας άντρας να διαβεί,&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;πριν άντρας ονομαστεί;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ναι, και (σε) πόσες θάλασσες ένα περιστέρι (πρέπει) να πετάξει,&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;πριν στην άμμο ξεκουραστεί;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ναι, και πόσες φορές πρέπει μια βόμβα να ριχτεί&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;πριν για πάντα απαγορευτεί;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Την απάντηση φίλε (την) φυσάει ο άνεμος,&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;την απάντηση (την) φυσάει ο άνεμος»&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Δε λέω, διαχρονικά επίκαιρο και πάντα ενδιαφέρον, αλλά μόνο εμένα μου φαίνεται κάπως εύκολο; Φυσικά ο άνθρωπος έχει γράψει και πράγματα πιο δύσκολα – στο «All Along the Watchtower» γράφει χαρακτηριστικά:&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Πρέπει να υπάρχει έξοδος από δω» είπε ο παλιάτσος στο ληστή&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Υπάρχει σύγχυση πολύ, δε βρίσκω ανακούφιση&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Επιχειρηματίες μου ήπιαν το κρασί, γεωργοί μου σκάψανε τη γη&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Κανένας τους ούτε στιγμή δεν ήξερε την αξία απ’ το καθετί».&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Κανένας λόγος ανησυχίας», ο ληστής, ευγενικά απάντησε&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Υπάρχουν πολλοί εδώ που νομίζουν πως ένα αστείο είναι η ζωή&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Μα εσύ κι εγώ τα ξανάπαμε, κι η μοίρα μας δεν είναι αυτή&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Έτσι ας μη λέμε λόγια του αέρα∙ η ώρα έχει περάσει».&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πιθανότατα θα το εκτιμούσε ο Εγγονόπουλος για την ασάφεια του, αλλά το σίγουρο είναι πως όταν μαζί του καταπιάστηκε ο Διονύσης Σαββόπουλος το έφτιαξε κάπως καλύτερα. Μπορώ να παραθέσω πολλά, αλλά δεν θέλω να τον μειώσω τον φρέσκο νομπελίστα – απλώς πιστεύω ότι το Νόμπελ του το έδωσε η παγκοσμιοποίηση της αγγλικής γλώσσας, η ευκολία με τα οποία τα στιχάκια του γίνονται παγκοσμίως κατανοητά – όσο γίνονται. Διότι μεγάλα τα ποιήματά του δεν είναι – ίσως μεγάλα είναι τα τραγούδια του: όπως λέει κι ο Γουέλς η μουσική και η λογοτεχνία δεν είναι το ίδιο.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αν έγραφε αγγλικά ο Λευτέρης&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Χαίρομαι για την βράβευση του Ντίλαν όμως η αγγλική γλώσσα είναι ο βασικός λόγος που κέρδισε. Αν πχ ο Λευτέρης ο Παπαδόπουλος προτιμούσε να γράψει στα αγγλικά, αντί στα ελληνικά θα είχε πάρει περισσότερα Νόμπελ από όσα πρωταθλήματα η ΑΕΚ. Ο «πρόεδρος» έγραφε:&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Σάββατο κι απόβραδο και ασετιλίνη&lt;br /&gt; στην Αριστοτέλους που γερνάς&lt;br /&gt; έβγαζα απ’ τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι&lt;br /&gt; σου `ριχνα στα μάτια να πονάς»&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αν έγραφε:&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Saturday, late afternoon and lime-burner &lt;br /&gt; at Aristotelous where you're running around&lt;br /&gt; I used to take tangerine peels out of my pocket &lt;br /&gt; and throw them in your eyes to hurt you»,&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;θα κλαίγανε στη γη ολόκληρη.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ο πρόεδρος, σε στιγμές που ήθελε να καταδείξει το χάσμα των γενναίων έγραφε:&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Γιε μου, είν’ ο πόνος μου αβάσταχτος καλέ μου&lt;br /&gt; που σε βλέπω σαν ξερόφυλλο του ανέμου&lt;br /&gt; στη ζωή κυνηγημένος να γυρνάς&lt;br /&gt; &lt;br /&gt; Γιε μου, δεν τον άκουσες τον δόλιο σου πατέρα&lt;br /&gt; παρασύρθηκες και μέρα με τη μέρα&lt;br /&gt; είσαι είκοσι χρονών κι όμως γερνάς»&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αν είχε γράψει στα αγγλικά:&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«My son, my pain is unbearable dear&lt;br /&gt; when I see you like a dry leaf in the wind&lt;br /&gt; going through life chased&lt;br /&gt; &lt;br /&gt; My son, you didn't listen to your poor father&lt;br /&gt; you drifted and day by day&lt;br /&gt; you are twenty years old and yet you're aging»&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Θα χε κάνει παγκόσμιο σουξέ! Και ποιος Ντίλαν θα μπορούσε ποτέ να γράψει το Ανεστάκι; Πως θα μπορούσε να αποδώσει στα αγγλικά το&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Δε θέλω εγώ παινέματα&lt;br /&gt; παρηγοριές και ψέματα&lt;br /&gt; δεν θέλω εγώ παινέματα&lt;br /&gt; να γιατροπορευτώ&lt;br /&gt; &lt;br /&gt; Θέλω το γιο μου τον Ανεστάκι&lt;br /&gt; που ‘ναι στη ξενιτιά&lt;br /&gt; αχ το μικρό μου καπετανάκι&lt;br /&gt; που δε μου γράφει πια».&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ισως θα μπορούσε να πει:&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«I don't want laudations&lt;br /&gt; consolations and lies&lt;br /&gt; I don't want laudations&lt;br /&gt; to be cured &lt;br /&gt; &lt;br /&gt; I want my son, little Anestis&lt;br /&gt; who is in the foreign lands&lt;br /&gt; ah, my little small ship captain &lt;br /&gt; who doesn't write to me anymore»,&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αλλά δεν ξέρω πόσοι θα κατανοούσαν το δραματικό γεγονός που ο στίχος κρύβει. &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ο Ντίλαν είναι τυχερός που ποτέ ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δεν θέλησε να γράψει το Ανοιξε Πέτρα στα αγγλικά: αν κάποια αμερικάνα Μαρινέλα το χε τραγουδήσει&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Open, stone, that I may be shut in&lt;br /&gt; that the sun may see me no more&lt;br /&gt; to the contrary of what a bride should do&lt;br /&gt; I must dress myself in the black clothes.&lt;br /&gt; &lt;br /&gt; Open, stone, to let me in&lt;br /&gt; losing the man I love  &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;θα σου λεγα πιο Νόμπελ θα κέρδιζε ο Ντίλαν. Κι αν τολμούσε κανένας Γουέλς να μας αμφισβητήσει, θα του ρίχναμε δυο γαλλικά (τύπου «&lt;span&gt;baiser&lt;/span&gt;&lt;span&gt; μωρή&lt;/span&gt;&lt;span&gt; poule&lt;/span&gt;…») και άμα ήθελε ας τολμούσε να ξαναμιλήσει η λινάτσα…_&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Fri, 14 Oct 2016 07:38:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/proedre-tzampa-xasame-to-nompel</guid></item><item><title>ΘΡΥΛΟΣ </title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/thrylos</link><description>&lt;p&gt;Πρέπει να είναι γύρω στις 3 το πρωί όταν κάθισα να γράψω αυτές τις γραμμές προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τα πολλά ανεξήγητα της χθεσινής μέρας. Δεν είδα το ρολόι, είδα όμως πολλά από όλα τα άλλα. Τις αναλύσεις του Γιαννάκη και του Φραγκιά, τον Βαγγέλη τον Ιωάννου και τον Καρύδα, είδα την εκπομπή του Συρίγου, άκουσα τις δηλώσεις των παικτών του Ολυμπιακού, του Σφαιρόπουλου, του Γιώργου και του Παναγιώτη Αγγελόπουλου, αντάλλαξα μηνύματα με το Μανουσέλη, ξαναείδα το ματς αργά το βράδυ στη ΝΟVA αυτή τη φορά μόνος μου, ήρεμα – σαν ταινία που την έχεις δει κι αφού πλέον γνωρίζεις τις εκπλήξεις της την παρακολουθείς για να χαρείς λεπτομέρειες, που εξαιτίας της αγωνίας την πρώτη φορά της έχασες. Εχω μόνο μια βεβαιότητα: ότι 19 στις Μαϊού του 2017 ζήσαμε παρακολουθώντας το μοναδικό αυτό ματς μεταξύ του Ολυμπιακού και της ΤΣΣΚΑ μια αληθινή στιγμή ιστορίας. Μην μπερδεύεστε με την πληθωριστική χρήση του όρου: οι αληθινές στιγμές ιστορίας είναι κάτι σπάνιο.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ένα μυστικό μυστικό&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Με το Μανουσέλη έχουμε συμφωνήσει χρόνια τώρα ότι το μπάσκετ έχει κάμποση μεταφυσική κι όπου η μεταφυσική εμφανίζεται η λογική πάει στην άκρη. Μιλάμε συχνά όλοι για τον Ολυμπιακό και τη συνταγή της επιτυχίας του, όμως αν συνταγή υπάρχει, αυτή η συνταγή λειτουργεί για τον Ολυμπιακό και μόνο, άρα δεν είναι συνταγή. Αν το μυστικό ήταν ότι η ομάδα βασίζεται στην ομοιογένεια της, δεν μπορεί να μην επισημάνει κάποιος ότι ομοιογένεια ανάλογη έχει και η ΤΣΣΚΑ: επτά από αυτούς που έχασαν χθες ήταν και στην ομάδα της Μαδρίτης, ο Ολυμπιακός από τότε είναι περισσότερο αλλαγμένος. Αν το μυστικό είναι ότι η ομάδα ποντάρει σε γηγενείς παίκτες, τότε ομάδες όπως ο Ερυθρός Αστέρας ή η Ζαλγκίρις θα έπαιζαν στα play off τουλάχιστον. Πολλοί λένε ότι το μυστικό είναι η εσωτερική δομή, η διάκριση των ρόλων, η ηγεσία του Σπανούλη. Μπορεί να είναι κι αυτό, αλλά χθες είδαμε τη Ρεάλ του υπέροχου ηγέτη Γιούλ να χάνει από την Φενέρ με κάτω τα χέρια, γιατί κανείς από τους Γερουσιαστές της ομάδας δεν τον βοήθησε. Νομίζω ότι πολλοί μπορεί να ακολουθήσουν τη συνταγή του Ολυμπιακού, αλλά αποκλείεται να φτιάξουν αυτό τον Ολυμπιακό, έστω κι αν τον αντιγράψουν κατά γράμμα. Υπάρχει μια μεταφυσική διάσταση που συνοδεύει την ομάδα κι αυτή δεν αντιγράφεται: μιλάμε για ένα μαγικό παζλ -  κάτι πέρα από λογικές προσεγγίσεις και κανόνες λειτουργίας και οργάνωσης. &lt;img alt="" src="/Media/Default/Post%20Images/Θρυ%202.jpg" height="733" width="1100" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η εισβολή του μεταφυσικού&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αυτό το μεταφυσικό εμφανίζεται συχνά και στα παιγνίδια του Ολυμπιακού. Αν κάποιος δεν δει το ματς και του αναφέρεις κάποιες λεπτομέρειες ζητώντας του να σου πει πόσο νομίζει ότι έληξε, αν είναι ένας καλός μπασκετόφιλος και όχι ένας πιστός του Ολυμπιακού, θα σου πει ότι είναι αδύνατον να μην κέρδισε η ΤΣΣΚΑ. Ο Ολυμπιακός δεν την κράτησε κάτω από τους 75 πόντους – είχε δεχτεί 40 στο ημίχρονο. Ο Τεόντοσιτς και ο Ντε Κολό ήταν οι δυο πρώτοι σκόρερ της κανονικά κι ο Τζάκσον τα έβαλε όλα. Ο Ολυμπιακός καλά καλά δεν πήρε από τους αμερικάνους του δέκα πόντους. Ο φορμαρισμένος Παπανικολάου είχε ένα καλάθι στο πρώτο ημίχρονο κι ο Πρίντεζης κανένα στο κρίσιμο τελευταίο δεκάλεπτο. Ο Γκρίν ευστόχησε στο πρώτο του σουτ 5 λεπτά πριν το τέλος και δεν είχε βάλει άλλο πενήντα δευτερόλεπτα πριν λήξει το ματς. Κι ο Σπανούλης για 33 λεπτά είχε σκοράρει μόνο από βολές – αν βέβαια πεις αυτό το τελευταίο είναι δεδομένο ότι θα τον υποψιάσεις ότι πάλι κάποιο θαύμα έγινε, αλλά και πάλι αυτός μπορεί να σκεφτεί ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται μόνο ως τραγωδία ή φάρσα. Λάθος: στην περίπτωση του Ολυμπιακού η ιστορία επαναλαμβάνεται ως θρίαμβος και η επανάληψή της είναι ένας ακόμα μεγαλύτερος θρίαμβος. Κι αυτό είναι που δημιουργεί το Θρύλο.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τι είναι ο Θρύλος&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τι είναι ο θρύλος; Μια ιστορία που αποκτά μυθική διάσταση δια μέσου της εξιστόρησης πληροφοριών και περιστατικών που διαχέονται. Είναι μια σειρά από γεγονότα που συνθέτουν μια ιστορία, που συνήθως βασίζεται σε ένα και μόνο πρωταγωνιστή και που αποκτά διάσταση πραγματικότητας δια μέσου της αφήγησης, όσων ισχυρίζονται ότι αυτά τα έζησαν. Τι είναι ο Θρύλος; Αυτό που ζήσαμε χθες βράδυ.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πιστεύω σε ένα Θεό&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το χθεσινό ματς του Ολυμπιακού είδε ένα κοινό χωρισμένο στα τρία. Υπήρχε το πιστό κοινό που αγαπάει αυτή την ομάδα χωρίς αστερίσκους και απαιτήσεις, το κοινό των τρελών που πιστεύει πως κόντρα στη λογική ο Ολυμπιακός μπορεί να κάνει τα πάντα – έγραψα για αυτό το κοινό όταν η ομάδα πήρε την πρόκριση στο Final 4. Υπήρχε το κοινό των αντιολυμπιακών που περίμεναν τον αποκλεισμό για να τους φύγει το βάρος από το στήθος – υπάρχει κι αυτό και είναι μεγάλο και δεν πρέπει να το κακίζουμε, γιατί στη ζωή δεν έχουμε όλοι τα ίδια γούστα. Και υπήρχε κι ένα τρίτο κοινό, που αγαπάει το μπάσκετ ως ένα σπορ με σχεδόν μαθηματική λογική, που θεωρεί πως αυτό διέπετε από κανόνες δικαιοσύνης, γιατί ο καλύτερος κερδίζει πάντα κι ο καλύτερος είναι ο ποιοτικότερος και ο πληρέστερος. Στο τέλος του ματς όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν ως προς κάτι διαφορετικοί. Οι πιστοί πρόσθεσαν ένα ακόμα λόγο στη σύμβαση της λατρείας που έχουν υπογράψει με την ομάδα: κάθε φάση, κάθε καρδιοχτύπι, κάθε στιγμή αγωνίας πέρασε στο αίμα τους ως μια ακόμα ένεση αγάπης - αν υπάρχει ένα ερυθρόλευκο «Πιστεύω σε ένα Θεό» είναι αυτό ματς. Οι αντιολυμπιακοί πρέπει να λύγισαν από το μεγαλείο του φινάλε, να βυθίστηκαν στη σιωπή: συμβαίνει με όλους μας μπροστά στα αριστουργήματα – όσο κι αν καμιά φορά μας φαίνονται ακατανόητα. Και οι άλλοι; Οι άλλοι μαγεμένοι από τη διάσταση του Θρύλου δεν μπορούν παρά για αυτόν να μιλάνε γιγαντώνοντας τον. Οι χθεσινοί Απόστολοι του Θρύλου είναι κάτι τύποι σαν τον Τζο Αρλάουκας, που γοητευμένος από αυτό που είδε ρωτούσε τον Σφαιρόπουλο και τον Σπανούλη «πως γίνονται όλα αυτά». Όχι περιμένοντας απαντήσεις, αλλά για να καταθέσει, δια του θαυμασμού, το σεβασμό του μπροστά στη διάσταση του Θρύλου. &lt;img alt="" src="/Media/Default/Post%20Images/Θρυ%203.jpg" height="1331" width="2000" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ο Θρύλος είναι&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ο Θρύλος δεν είναι να κερδίζει την ΤΣΣΚΑ: είναι να την κερδίζεις τέσσερις φορές στη σειρά, δυο φορές διαφορετικά και δυο με τον ίδιο τρόπο, ώστε να εμπεδώσει κι ο πλέον δύσπιστος ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ο Θρύλος είναι η μεταμόρφωση του Παπανικολάου σε Μάικλ Τζόρνταν στο τρίτο δεκάλεπτο. Ο Θρύλος είναι ο Μάντζαρης που παίρνει φόρα και σουτάρει από τα εννιά μέτρα σκοράροντας τρίποντα που προκαλούν ηλεκτροσόκ. Ο Θρύλος είναι η σταυρωτή ντρίπλα στον Χριάπα και το εύστοχο τρίποντο του άστοχου Γκριν στο πιο κρίσιμο δευτερόλεπτο. Ο Θρύλος είναι ο Αγραβάνης που έρχεται από το πουθενά για να τσακίσει κόκκαλα. Ο Θρύλος είναι ο Πρίντεζης που κρατά την ομάδα ζωντανή για 25 λεπτά και δεν την αφήνει να καταρρεύσει. Ο Θρύλος είναι ο Γιανκ, που ανεξήγητα ξυπνά και παίζει τέσσερις άμυνες μπασκετικής ανθολογίας – η τάπα στον ασταμάτητο Τεόντοσιτς είναι το χάι λάιτ του ματς. Ο Θρύλος είναι ο Βασίλης Σπανούλης, που το ξέρεις πως στο τελευταίο πεντάλεπτο θα φέρει πάλι την ανατροπή, γιατί μόνο αυτός γνωρίζει το μονοπάτι της ιστορίας που κάθε φορά οδηγεί στο θρίαμβο. Ο Θρύλος είναι η ανατριχίλα της επιστροφής από το -13, η βεβαιότητα της νίκης, όταν είσαι δέκα πόντους πίσω. Ο Θρύλος είναι η αγκαλιά και το κλάμα του μικρού Σφαιρόπουλου στον σοφό μπαμπά, γιατί την ίδια στιγμή κάποια εκατομμύρια άνθρωποι νοιώθουν ότι είναι στη θέση του. Ο Θρύλος είναι αυτό που μπορεί να κάνει ο Ολυμπιακός και κανείς άλλος και που δεν έχει να κάνει με νίκες και ήττες, αλλά με την ίδια την ιστορία.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Μια αποστολή&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ξημερώνει. Τη Κυριακή το βράδυ η πάμπλουτη Φενέρ θα παίξει στην έδρα της για να κερδίσει την Ευρωλίγκα. Ο απολύτως επιτυχημένος Ολυμπιακός θα έχει τη μια, μοναδική, γνωστή και υπέροχη αποστολή του: να μεγαλώσει κι άλλο την γιγάντια διάσταση του Θρύλου. Του ερυθρόλευκου, μαγικού, υπέροχου, αξιαγάπητου Θρύλου. Του Θρύλου μας.          &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;iframe width="640" height="385" src="https://www.youtube.com/embed/08OXHTj4Aow?rel=0&amp;amp;hd=0" frameborder="0" allowfullscreen="allowfullscreen" class="embed-responsive-item"&gt; &lt;/iframe&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;             &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;         &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 20 May 2017 08:47:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/thrylos</guid></item><item><title>Εγω ψηφίζω Σπύρο Γιαννιώτη…</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/ego-psifizo-spyro-giannioti</link><description>&lt;p&gt;Εχουν κάποια βαρύτητα τα βραβεία που δίνονται στο τέλος της σεζόν στους αθλητές; Αν οι ίδιοι οι αθλητές δεν δήλωναν «ευτυχισμένοι» κάθε φορά που τους βραβεύουν θα έλεγα ότι η αξία τους είναι μικρή – έτσι κι αλλιώς και χωρίς αυτά η αναγνώριση είναι για τους αληθινά μεγάλους εξασφαλισμένη. Ειδικά τα δημοσιογραφικά βραβεία που δίνονται στην Ελλάδα είναι ένα είδος άλλοθι των αθλητικογράφων απέναντι στην ίδια τη συνείδησή τους: οι πιο πολλοί ασχολούνται 364 μέρες το χρόνο με το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ και μια και μόνο μέρα θυμούνται τα κατορθώματα αθλητών σε σπορ που οι ίδιοι ελάχιστα παρακολουθούν και ψηφίζουν όποιον κατά τη διάρκεια της χρονιάς έχει κερδίσει κάποιο σημαντικό μετάλλιο. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απέξω – έχω ψηφίσει κι εγώ ιστιοπλόους τα ονόματα των οποίων δυστυχώς δεν θυμάμαι, αθλήτριες της γυμναστικής που φίλοι μου είχαν πει ότι πέτυχαν κάτι σπουδαίο, πρωταθλητές του στίβου που μετά αποδείχτηκε ότι έπαιρναν χάπια με τις χούφτες. Φέτος βέβαια, επειδή ήταν ολυμπιακή χρονιά, τα αληθινά κατορθώματα τα είδαμε οι περισσότεροι με τα μάτια μας και δεν χρειαζόταν να ρωτάμε ποιος έκανε τι για να ψηφίσουμε. Αν ασχολούμαι με το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας είναι γιατί θα θελα να επισημάνω ότι ως αθλητικογράφοι χάσαμε μια ακόμα ευκαιρία για να δείξουμε στον κόσμο ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε το σπάνιο από το σημαντικό.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το βραβείο και ο έπαινος&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Γιατί γίνεται μια τέτοιου τύπου ψηφοφορία; Αν ο σκοπός είναι να ψηφίσουμε αυτόν που μέσα στη χρονιά πέτυχε τις πιο πολλές και τις πιο μεγάλες νίκες δεν χρειάζεται καμία ψηφοφορία. Θα αρκούσε μια επιτροπή που θα έπαιρνε τα αποτελέσματα των ελλήνων αθλητών, θα σύγκρινε τις διακρίσεις και θα έδινε ένα βραβείο δίκαιο, ζυγίζοντας αποτελέσματα. Αν η ψηφοφορία χρειάζεται είναι γιατί το βραβείο είναι διαφορετικό πράγμα από τον έπαινο. Το βραβείο, σε όλα τα λεξικά, ορίζεται ως «τιμητική υλική ή ηθική ανταμοιβή»: στην περίπτωσή μας το ηθικό του πράγματος μετρά σαφώς περισσότερο από το υλικό. Ο έπαινος από την άλλη, είναι «η επιδοκιμασία, η έκφραση καλών λόγων, η επίσημη τιμητική διάκριση για σπουδαίες πράξεις». Όταν πχ έχεις ένα Ολυμπιονίκη είναι πρέπων να τον επαινέσεις για το όποιο του κατόρθωμα, αλλά το βραβείο οφείλεις να το σκεφτείς λίγο παραπάνω. Το βραβείο μπορεί να δοθεί ως ηθική ανταμοιβή σε κάποιον που δεν τα κατάφερε, διότι κρίνεις πως η προσπάθεια του υπήρξε άξια τιμής. Ένα βραβείο έχει λόγο ύπαρξης, όταν δεν στέκεσαι απλά στο αποτέλεσμα, αλλά μετράς πολλά άλλα – αν δίνεται μόνο για το τελικό αποτέλεσμα τότε δεν υπάρχει λόγος να ψηφίζεις. Επίσης ένα βραβείο που αποδίδεται, όχι από κάποιο μεμονωμένο φορέα, αλλά από ειδικούς, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αθλητικογράφοι, πρέπει να λειτουργεί και ως μήνυμα στο όποιο ακροατήριο: αλίμονο αν οι ειδικοί είναι απλοί χειροκροτητές των νικητές. Αν έτσι λειτουργούν ελάχιστα διαφέρουν από τους κλακαδόρους.  &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αληθινό μάθημα ζωής&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Νικητής στην ψηφοφορία για τον τίτλο του καλύτερου αθλητή της σεζόν με βάση τους ψήφους της εγχώριας αθλητικογραφίας αναδείχτηκε ο καταπληκτικός αθλητής Λευτέρης Πετρούνιας – ένα παιδί με χαμόγελο και σπάνιες δυνατότητες που κατέκτησε στο Ρίο το πρώτο του χρυσό στους Ολυμπιακούς – το επισημαίνω γιατί είμαι βέβαιος πως θα μας φέρει κι άλλα και ίσως κάποτε να είναι και υποψήφιος για τον τίτλο του μεγαλύτερου έλληνα αθλητή: τόση εμπιστοσύνη του έχω. Ο Πετρούνιας πήγε στο Ρίο ως φαβορί για το χρυσό στους κρίκους και ως φαβορί κέρδισε. Είναι άξιος επαίνου και σίγουρα είναι μια από τις αθλητικές προσωπικότητες της χρονιάς. Όμως ο εμβληματικός αθλητής των τελευταίων ολυμπιακών αγώνων, ο άνθρωπος που συγκίνησε το πανελλήνιο, μετατρέποντας σε αγώνα ζωής την τελευταία του κούρσα λέγεται Σπύρος Γιαννιώτης. Και σε αυτόν έπρεπε να πάει το βραβείο του κορυφαίου της χρονιάς, όχι γιατί ενώ τερμάτισε πρώτος κατετάγη τελικά δεύτερος, αλλά γιατί η προσωπική του ιστορία ήταν ένα αληθινό μάθημα ζωής σε μια χώρα που τέτοια έχει ανάγκη. Ο Γιαννιώτης που ποτέ δεν τα παράτησε, ο Γιαννιώτης που βρήκε τη δύναμη να επιστρέψει και να διεκδικήσει ένα χρυσό μετάλλιο μετά την καταραμένη κούρσα στο Λονδίνο, ο Γιαννιώτης που έσκισε τα κύματα υπό το βλέμμα του έκπληκτου Χριστού Λυτρωτή, ο Γιαννιώτης που έκανε την Ελλάδα να ουρλιάζει στα αξέχαστα εκείνα τελευταία μέτρα, είναι μόνος του ένα μεγάλο κεφάλαιο αθλητικής ιστορίας. Όχι απλά έπρεπε να κερδίσει το σχετικό βραβείο, αλλά και να θεσμοθετηθεί ένα βραβείο με το όνομά του. Γιατί δεν είναι απλά σημαντικός, αλλά είναι αληθινά σπάνιος.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Χασαμε μια ευκαιρία&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η αλήθεια είναι πως δεν τον ξέχασαν: ίσα ίσα. Του έδωσαν ένα ειδικό βραβείο fair play, για να τον τιμήσουν όσο τους άλλους νικητές – η πρόθεση των διοργανωτών ήταν τίμια. Πλην, όμως, η εγχώρια αθλητικογραφία έχασε μια μεγάλη ευκαιρία: ψηφίζοντας τον Γιαννιώτη θα έστελνε ένα μήνυμα ότι καταλαβαίνει τη δύναμη του αθλητισμού, την πραγματικά μαγική του φύση, την συγκίνηση που μπορεί να προσφέρει. Ο Γιαννιώτης δεν κέρδισε το χρυσό στο Ρίο, κέρδισε όμως κάτι σπουδαιότερο: το δικαίωμα σε ένα είδος αθανασίας – πράγμα σαφώς σημαντικότερο από ένα μετάλλιο. Ο μοναχικός αγώνας του Γιαννιώτη, ο  τεράστιος και απρόβλεπτος, αφού σχεδόν κανείς δεν περίμενε ότι το παλικάρι αυτό θα άντεχε τόσο πολύ, ήρθε να μας θυμίσει ότι όταν οι αθλητικογράφοι χρησιμοποιούν λέξεις όπως «άθλος», «κατόρθωμα», «έπος» δεν υπερβάλουν. Κρίμα που οι ίδιοι οι αθλητικογράφοι έχασαν την ευκαιρία να στείλουν το μήνυμα ότι μπορούν να βλέπουν πρώτα από όλα την αλήθεια των λέξεων που χρησιμοποιούν.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ψηφίζω Σπύρο Γιαννιώτη&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Εγώ βραβείο δεν μπορώ να δώσω, αλλά δημόσια ψηφίζω Σπύρο Γιαννιώτη ως αθλητή της χρονιάς. Το ξέρω πως για τον ίδιο δεν σημαίνει τίποτα: τον είδα να χαμογελάει με το βραβείο fair play, να δηλώνει ευτυχής, να μας ευχαριστεί για την ειδική διάκριση – έτσι κάνουν οι μεγάλοι. Και για αυτό είναι για μένα ο αθλητής της χρονιάς: γιατί είναι πολύ μεγάλος για μια χώρα υστερική με τις νίκες, που σχεδόν αδυνατεί να ξεχωρίσει το σημαντικό από το σπάνιο. Εγώ ψηφίζω Γιαννιώτη και απλά του ζητώ να συγχωρέσει την κατηγορία μας για την αδυναμία της να βραβεύσει, δηλαδή να διακρίνει το ποιος αληθινά αξίζει την ηθική ανταμοιβή για το κατόρθωμά του. Εγώ ψηφίζω Γιαννιώτη και τον ευχαριστώ γιατί με εκείνη την απίστευτη κούρσα στο Ρίο με βοήθησε κι εμένα και κάποιους χιλιάδες ακόμα συνέλληνες να νοιώσουμε για λίγο τι σημαίνει αθλητισμός και τι είναι αυτό που μας μαγεύει ακόμα. Εγω ψηφίζω Γιαννιώτη γιατί αυτός τερμάτισε με τα μάτια κλειστά κάνοντας τα δικά μου τα μάτια να γεμίσουν δάκρια…                &lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 22 Dec 2016 08:44:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/ego-psifizo-spyro-giannioti</guid></item><item><title>Η πολυτέλεια της ομορφιάς</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/i-polyteleia-tis-omorfias</link><description>&lt;p&gt;Κέρδισε τον τίτλο της Σταρ Ελλάς το 1959, και πιθανότατα υπήρξε η μία και μοναδική ελληνίδα Σταρ Ελλάς στην ιστορία: τον τίτλο της τον απέδωσε η χώρα συνολικά, θεωρώντας την για δεκαετίες την πιο όμορφη – σίγουρα την περισσότερο ποθητή. Η Αλίκη Βουγιακλάκη, με την επιτηδευμένη της τσαχπινιά δημιουργούσε ρέπλικες που υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Η Τζένη Καρέζη με την λιτή και απέριττη ομορφιά της, κρατούσε τους πάντες σε απόσταση – με μια παράξενη αυστηρότητα δεν σου επέτρεπε επιθυμίες και πόθους. Η Αλίκη ήταν μια αιώνια παιδούλα, που τίναζε τα μαλλιά της με σκέρτσο, δεν μεγάλωσε ποτέ και άρεσε σε όσους νοσταλγούσαν τα χρόνια που πήγαιναν στο Λύκειο. Η Τζένη έμοιαζε πιτσιρίκα να μην έχει υπάρξει ποτέ: ήταν το είδωλο των κοριτσιών, που βιάζονται να μεγαλώσουν και που τους άντρες κομμάτι τους ανταγωνίζονται για να τους προκαλούν. Η Ζωή Λάσκαρη σε σχέση με αυτές τις δυο ήταν η απόλυτη γυναίκα, μια γυναίκα αληθινή πολυτέλεια – ένα θηλυκό από αυτά που σου παίρνουν το μυαλό, και σε κάνουν να μετράς τις μέρες της ζωή σου, αλλιώς από τη μέρα που τις γνωρίζεις. Η Λάσκαρη μπορούσε να είναι «Ζωίτσα» και «Ζωή» ανάλογα με την περίσταση. Χαμογελαστή, λαμπερή και με αυτή την παράξενη ειρωνεία για τον εαυτό τους, που κουβαλάνε οι ωραίες και σε μια άλλη στιγμή θλιμμένη, εσωστρεφής, παράξενα καταπιεσμένη από την ίδια την ομορφιά της. Αλλά σε κάθε περίσταση ποθητή όσο καμία: το είδος της γυναίκας που κάνεις αποστολή της ζωής σου το να τρέχεις πίσω της.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;img width="1300" height="731" alt="" src="/Media/Default/Post%20Images/Ζωη2.jpg" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ο τυχερός ακάλεστος&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Δεν έκανε μεγάλες ταινίες, δεν τις είχε ανάγκη: τις καταπλάκωνε άλλωστε με την σεξουαλικότητα της – η παρουσία της τις μετέτρεπε σε απλή ευχάριστη και σπάνια αφορμή για να την δεις. Οι ταινίες της Λάσκαρη ήταν απλά η ευκαιρία για να βγεις μαζί της – κανείς δεν θυμάται τον τόπο των ραντεβού, όταν βγαίνει με μια κούκλα καθώς τίποτα δεν έχει ποτέ σημασία μπροστά της. Η Λάσκαρη ισοπέδωνε με την πολυτέλεια της ομορφιάς της: ήταν αυτή και όλοι οι άλλοι απέναντι. Τα δράματά της και οι κωμωδίες της ήταν απλές αφορμές για να γίνει ο θεατής ο ηδονοβλεψίας που παρακολουθούσε, ως τυχερός ακάλεστος, την ίδια και την μεγάλη της σχέση, δηλαδή τον κινηματογραφικό φακό, που από γυναίκες ξέρει και δεν κάνει ποτέ λάθος. Ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο άνθρωπος πίσω από τις μεγάλες της κινηματογραφικές επιτυχίες, ανέδειξε το λάγνο βλέμμα της, σε άφηνε να φαντάζεσαι το κορμί της δίνοντας σου, όπως η εποχή επέτρεπε, μόνο το ελάχιστο, ώστε να πλάσεις τη δικιά σου Ζωή: αρκούσε μια γυμνή πλάτη, η θέα του σουτιέν, τα πόδια. Η Σταρ Ελλάς με το σχεδόν αψεγάδιαστο κορμί, το αρμονικό πρόσωπο και τα όμορφα μάτια, είχε και μια από τις πιο παράξενα σεξουαλικές φωνές που θυμάμαι στον ελληνικό κινηματογράφο. Μιλούσε πάντα κοφτά, λίγο βιαστικά, σχεδόν απότομα, σχεδόν πάντα με μικρές εκφράσεις, ώστε να μην υποχρεώνεσαι ποτέ να πάρεις από πάνω της τα μάτια σου: δεν άλλαζε φωνές για να κάνει την παιδούλα, δεν σήκωνε τον τόνο σχεδόν ποτέ, ακόμα κι όταν φώναζε τα θρυλικά «άφησε με». Κανείς δεν θυμάται τους κινηματογραφικούς μονολόγους της: την κοιτούσες κι έλεγες «πες ό,τι θες». Ησουν επίσης βέβαιος ότι όσο μέτριες κι αν ήταν οι ταινίες της, τα πάθη που σε αυτές προκαλούσε στους άντρες ήταν όλα αληθινά – ίσως τα πιο αληθινά πάθη που έχουμε δει στο παλιό ελληνικό σινεμά. Η τρέλα που προκαλούσε στον Σπύρο Καλογήρου στην «Στεφανία» ήταν ωμά ρεαλιστική: κανείς σχεδόν από αυτή την τρέλα δεν θα μπορούσε να γλυτώσει. Και ναι, δεν χωράει αμφιβολία πως όλοι θα ξύριζαν το μουστάκι για χάρη της: στον Φαίδωνα Γεωργίτση δείξαμε όλοι κατανόηση, ακόμα κι αν αρχικά γελάσαμε. Για όλους μας αυτή ήταν «η ξανθιά παναγιά» για την οποία τραγουδούσε ο Τόλης Βοσκόπουλος, κι ας υπάρχει η υποψία πως αυτό το τραγούδι δεν το είπε για αυτή: το είπαμε εμείς για δαύτη κι αυτό είναι που μετράει. Κι αν στα δράματα που πρωταγωνίστησε το μεγάλο θύμα ήταν σχεδόν πάντα η ίδια, οι περιπέτειες της δεν προκαλούσαν κανένα οίκτο: τα θύματα ήμασταν εμείς, που λειώναμε μπροστά στην αυτοκαταστροφική γοητεία της.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;img width="1285" height="869" alt="" src="/Media/Default/Post%20Images/Ζοι3.jpg" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Εκοβε την ανάσα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η Ζωή Λάσκαρη έκανε σημαντικά πράγματα στο θέατρο το οποίο αγάπησε πολύ αργότερα: διάλεξε μεγάλα έργα, έκανε ακριβές παραγωγές, συνεργάστηκε με σπουδαίους θεατρικούς συνθέτες, αλλά για μας, για όλους μας, ήταν πάντα η σεξοβόμβα των ταινιών του Φίνου, η ελληνίδα που έκανε γενιές και γενιές ανδρών να καταλάβουν τι μαγικό πράγμα είναι η γυναίκα. Χωρίς ποτέ να έχει πατενταριστεί ως λαϊκό κορίτσι η Λάσκαρη υπήρξε το κορίτσι του λαού – η, για δεκαετίες, αυτόματη και χωρίς σκέψη απάντηση του έλληνα άντρα στην ερώτηση «ποια είναι η πιο όμορφη ελληνίδα». Πιθανότατα υπήρξαν ωραιότερες και στα χρόνια που η ίδια κινηματογραφικά μεγαλουργούσε, αλλά η Ζωή έκοβε τόσο πολύ την ανάσα, που δεν άφηνε σε κανένα τη δυνατότητα της αξιολόγησης: ήταν έργο Τέχνης και μάλιστα μοναδικό, αφού καμία άλλη ελληνίδα ηθοποιός δεν ήταν δυνατόν να παίξει τους ρόλους της. Αυτό συνέβη κυρίως γιατί στο σινεμά των παραμυθιών και των πόθων του μάστορα Φίνου η Ζωή έπαιζε πάντα τον ίδιο ρόλο – και το έκανε για να μην σταματάμε να την κεντράρουμε με το βλέμμα μας, το οποίο περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη αιχμαλώτισε: μας υπέβαλε στην διαδικασία να έχουμε μια σχέση μαζί της κι όχι απλά να την παρακολουθούμε γιατί μας διασκεδάζει – δεν την βλέπαμε, την θέλαμε. Ακόμα και η θρυλική γυμνή της φωτογράφιση στο Playboy, με το αποθεωτικό κείμενο του Γιώργου Λιάνη, ήταν ένα ραντεβού με τους θαυμαστές της – όπως και οι ταινίες της. Ο καθένας μπορούσε να φαντασιώνει μια Ζωή δική του – ακόμα και γνωρίζοντας πως μια τέτοια δεν θα μπορούσε να έχει ποτέ. Το τι έχεις δεν έχει πάντα σημασία: η μόνη Ζωή, που ήταν ακριβώς όπως θα την ήθελες, ήταν η Λάσκαρη.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Μόνο μια&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Λένε ότι πέθανε ξαφνικά – δεν το πιστεύω ότι πέθανε: είναι κι αυτό ένα από τα τρικ που κάνουν οι όμορφες για να τραβήξουν την προσοχή μας. Η Ζωή είναι μια θεά των παράξενων εσωτερικών αισθήσεων και ως τέτοια θα ζει για πάντα. Καμία ελληνίδα ποτέ δεν θα την σβήσει από το φαντασιακό μας υποσυνείδητο, καμία δεν θα γίνει η αυτόματη απάντηση στο ποια ελληνίδα είναι η ωραιότερη. Καμία ποτέ δεν θα μας κάνει να πιστέψουμε πως μας κοιτάζει στα μάτια έτοιμη να μοιραστεί μαζί μας τα μυστικά της. Η Ζωή που θέλαμε όλοι θα είναι πάντα μόνο μια. Αυτή.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sun, 20 Aug 2017 09:37:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/i-polyteleia-tis-omorfias</guid></item><item><title>Ο ποιητής της ζωής μας </title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/o-poiitis-tis-zois-mas</link><description>&lt;p&gt;Πάνω από πενήντα πέντε χιλιάδες άνθρωποι βρεθήκαμε το βράδυ της Τετάρτης στο Καλλιμάρμαρο ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα του Διονύση Σαββόπουλου. Αυτή τη φορά ο λόγος ήταν να συγκεντρωθούν τρόφιμα και χρήματα για την πρωτοβουλία «Ολοι μαζί μπορούμε», αλλά ακόμα κι αυτός ο σημαντικότατος λόγος ήταν μια απλή αφορμή: όταν ο Σαββόπουλος μας καλεί εμείς οι πιστοί του τρέχουμε οπουδήποτε ασυζητητί. Κοντά σε μας κολλάνε ένα σωρό άλλοι, που καλόβολα αγαπάνε το ελληνικό τραγούδι και τις γιορτές του και μια τέτοια οργάνωσε το βράδυ της Τετάρτης ο Διονύσης μας. Σε όλες αυτές τις γιορτές που κατά καιρούς έχει οργανώσει και που είναι πια αμέτρητες, ο κόσμος συρρέει σίγουρος ότι θα τραγουδήσει με την ψυχή του. Κι εμείς, αμετανόητα πιστοί και αδιαπραγμάτευτα φανατικοί, καμαρώνουμε για τον μεγάλο οικοδεσπότη, τον άνθρωπο που μας μεγάλωσε.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τα είπε όλα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πως γίνεται ένας τραγουδοποιός, που έχει να γράψει τραγούδια από το 1998 να είναι ακόμα τόσο επίκαιρος, να γεμίζει τα στάδια και να μεγαλώνει το κοινό του; Μια απάντηση έδωσε ο ίδιος, λέγοντας πως σε αυτή τη χώρα ελάχιστα άλλαξαν από τον καιρό που έγραψε τα πρώτα του τραγούδια και πως η επικαιρότητα των τραγουδιών του του προκαλεί μερικές φορές βαθιά μελαγχολία. Μια άλλη εξήγηση είναι η πληρότητα του ίδιου του έργου του: ο Σαββόπουλος τα είπε όλα. Με τα περίπου 150 τραγούδια που έγραψε (ίσως είναι και λιγότερα…) κάλυψε τα τελευταία πενήντα χρόνια αυτής της χώρας μαγικά και μίλησε για τους κατοίκους της καλύτερα από τον καθένα, μετασχηματίζοντας την καλλιτεχνική του αυτοβιογραφία σε ένα είδος ιστορίας του τόπου. Είναι παράξενο πως αυτός ο νεαρός από τη Θεσσαλονίκη, με τα μαλλιά και τα ολοστρόγγυλα γυαλιά που καλά καλά δεν ήθελε ως πιτσιρικάς να μοιάζει σε Ελληνα, κατάφερε να αφηγηθεί τόσο ζωντανά, τόσο εύστοχα και τόσο περιεκτικά τη χώρα που μεγάλωσε, τους ανθρώπους και την ψυχοσύνθεση τους κι όλο αυτό χωρίς να επιδιώκει να μας κολακέψει και χωρίς να μας πει πάντα αυτά που θέλαμε να ακούσουμε. Και ίσως για αυτό ο στρατός των αιώνια πιστών του τρέχει πίσω του: έχει ανάγκη ο καθένας από μας να θυμάται πώς είναι να ονειρεύεσαι σαν τον καραγκιόζη, πως ποτέ δεν θα μάθεις τι να πεις στα παιδιά που τα ξέρουν όλα, πως κάπου σε περιμένει μια θάλασσα μικρή, πως των Ελλήνων οι κοινότητες, αυτάρεσκα αλλά υπέροχα, φτάνουν σε άλλο Γαλαξία. Ο Σαββόπουλος είναι ο καθοδηγητής μας, χωρίς ποτέ να το επιδιώξει: τη σύμβαση μαζί του την αποφασίσαμε εμείς. Εμείς που το ρυθμικό μας παλαμάκι κάθε φορά που μας θυμίζει ότι η Ανοιξη είναι μια, δεν το δώσαμε ποτέ σε καμία κεντρική επιτροπή κόμματος και δεν ψάχναμε ποτέ ένα ηγέτη για να του το αφιερώσουμε. Γιατί είχαμε πάντα τον Διονύση μας.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;img alt="" src="/Media/Default/Post%20Images/Σαββό2.jpg" width="1280" height="720" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Μόνο του χρωστάω&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τον έχω δει παντού τον Σαββόπουλο κι ο Θεός να τον έχει καλά να τον βλέπω ακόμα. Τον είδα στο ΟΑΚΑ να ανεβαίνει σε ένα αερόστατο και να φεύγει στους ουρανούς, τον είδα στα «Εννιά όγδοα» κάποτε με την Τσαλιγκοπούλου και το πόδι σπασμένο, «γερμένο πάνω σε ένα δεκανίκι», τον είδα στο Ηρώδειο ακόμα κι όταν διασκεύασε Χατζηδάκη, τον είδα και με τον ίδιο τον Χατζιδάκη στο Σείριο, τον είδα στην Επίδαυρο, τον είδα και κουρεμένο στην Πλάκα, τότε που οι Πασόκοι θύμωναν κι έφευγαν γιατί τους τραγουδούσε για τον Κοσκωτά, τον είδα και στην Αναδρομή – ίσως στο πιο μαγικό του πρόγραμμα. Και κάθε φορά που τον βλέπω και τον ακούω αισθάνομαι ότι του χρωστάω. Του χρωστάω γιατί μου έμαθε την αγάπη για τις λέξεις πιο πολύ από οποιοδήποτε άλλο Ελληνα ποιητή. Του χρωστάω γιατί μου εξήγησε έγκαιρα ότι ο δογματισμός δεν είναι πολιτική θέση. Του χρωστάω γιατί έγραψε την Ωδή στο Γεώργιο Καραϊσκάκη, που είναι ίσως το ωραιότερο ελληνικό τραγούδι. Του χρωστάω γιατί έγραψε το πιο ωραίο τραγούδι για το Πήλιο. Του χρωστάω για τους Αχαρνείς, που παραμένουν η καλύτερη απόδοση του ύφους του Αριστοφάνη στη δημοτική. Του χρωστάω γιατί έβγαλε τον Ρασούλη, τον Παπάζογλου, τον Γερμανό, τον Πορτοκάλογλου και άλλους πολλούς - μια ολόκληρη γενιά τραγουδοποιών που χάρη σε αυτόν βρήκε κουράγιο και μας έδωσε τραγούδια που ομόρφυναν τη ζωή μας. Του χρωστάω κυρίως γιατί με έμαθε να μην φοβάμαι το χρόνο που περνάει, γιατί αυτός είναι η ζωή μας η ίδια κι όπως ο ίδιος ο Διονύσης λέει, «πρέπει να μαθαίνουμε και από τη χαρά της και από τον πόνο της, χωρίς να την μελανιάζουμε». Και να την αντιμετωπίζουμε ως δώρο, ακόμα και γυρνώντας στα ίδια πάντα τραγούδια.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η υπέροχη βραχνάδα&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Στο Καλλιμάρμαρο το βράδυ της Τετάρτης ο Σαββόπουλος ήταν και μαέστρος και ερμηνευτής και οικοδεσπότης και αφηγητής και dj – έτσι όπως μας παρουσίαζε ένα ένα τους καλεσμένους του. Εβαλε τον κόσμο να τραγουδήσει Τσιτσάνη, Ακη Πάνου, αλλά και τα ελαφρά της Βέμπο. Αφιέρωσε ένα γλυκό αντίο με τη βοήθεια του Φοίβου Δεληβοριά στον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Τραγούδησε για την Αθήνα. Μας είπε με την ωραία θεατρινίστικη ερμηνεία του το Σιγά μην Κλάψω. Εβγαλε στη σκηνή τη Μαρία Φαραντούρη για να μας θυμίσει πως ήταν να τραγουδάς κάποτε το Ένα το Χελιδόνι. Διηγήθηκε ιστορίες, όπως κάνει πάντα, μας παρακάλεσε ν αγαπάμε το ελληνικό τραγούδι, ευχαρίστησε τον κόσμο για την παρουσία του και την προσφορά του. Κάποια στιγμή μου φάνηκε πως λίγο βράχνιασε – ο Θεός ξέρει πόσο ανάγκη έχουμε εμείς οι πιστοί του αυτή του την βραχνάδα. Είναι η ωραία απόδειξη της έλλειψης μιας αρτιότητας που τον κάνει δικό μας. Χωρίς αυτή, θα ήταν μια απλησίαστη μεγαλοφυία, ένας ακόμα διανοητής που θα μας ψάρωνε. Χάρη σε αυτή, είναι ο ποιητής της ιστορίας μας, ο αφηγητής της αγωνίας αυτού του τόπου για ζωή.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;img alt="" src="/Media/Default/Post%20Images/Σαββο3.jpg" width="2362" height="1572" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πρόεδρος της Δημοκρατίας&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ενας φίλος που τον παρατηρούσε, μου είπε πως μεγαλώνοντας ο Διονύσης μας μοιάζει με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με τα άσπρα του μαλλιά και τα στρόγγυλα γυαλιά του. Αν η Ελλάδα αγαπούσε τη δημοκρατία, που η ίδια στον κόσμο χάρισε, θα ήταν ένας εξαιρετικός Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας ο Σαββόπουλος: ένας Πρόεδρος που θα γέμιζε στάδια τραγουδώντας για μια Βουλή, που δεν φταίει γιατί είναι έρημη κι απρόσωπη. Θα μας θύμιζε ως πρόεδρος αυτά που έχει πει στα τραγούδια του και που είχαν όλα πολιτικές θέσεις, ακόμα και αυτά στα οποία μιλάει για αγάπες και Συννεφούλες και παιδικές φίλες. Θα μας θύμιζε την αξία του σεβασμού και της αλληλεγγύης, το δικαίωμα στην διαφωνία, την πίστη στο θαύμα, τη ανάγκη να ονειρεύεσαι: κρίμα που δεν έχουμε μια δημοκρατία τόσο εξαιρετική, ώστε να την τιμήσει. Ισως είναι και καλύτερα έτσι – θα κρατήσουμε τον κύριο Διονύση, τον πατέρα και παππού, πάντα ηγέτη της δική μας σαββοπουλικής παράταξης. Και θα μπορούμε μαζί του να τραγουδάμε, όχι νοσταλγώντας, αλλά κοιτάζοντας πάντα μπροστά. Και με την βεβαιότητα ότι η Ελλάδα για την οποία ακόμα τραγουδάει παραμένει το οικόπεδο που είχε κρατήσει ο καλός Θεός για τα γεράματά του.      &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Ένα άγνωστο τραγούδι&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;«Τι θα θέλατε να πάρουν μαζί τους οι θεατές στο τέλος της συναυλίας;» τον είχε ρωτήσει ο Γιώργος Σκίντζας την περασμένη Κυριακή στο Βήμα. «Εχετε προσέξει πως όταν τελειώνει κάτι ωραίο, που είδατε νοιώθετε μέσα σας ευγενέστερος; Σαν να έρχεται στην επιφάνεια ένας βαθύτερος εαυτός μας, πιο πλούσιος, πιο μαγικός; Ετσι θα ήθελα να φύγει ο κόσμος από το Καλλιμάρμαρο. Με αυτόν τον βαθύτερο εαυτό» απάντησε. Ετσι έφυγα κι εγώ σιγοτραγουδώντας. Και με τη σιγουριά πως το «όλοι μαζί μπορούμε» είναι ένα άγνωστο τραγούδι του Νιόνιου. Που απλά δεν το χουμε καταλάβει ακόμα…   &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;iframe width="640" height="385" src="https://www.youtube.com/embed/V_tExMCm6Qo?rel=0&amp;amp;hd=0" frameborder="0" allowfullscreen="allowfullscreen" class="embed-responsive-item"&gt; &lt;/iframe&gt;&lt;/p&gt;</description><pubDate>Thu, 13 Jul 2017 09:02:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/o-poiitis-tis-zois-mas</guid></item><item><title>Εξετάσεις καλοπέρασης </title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/eksetaseis-kaloperasis</link><description>&lt;p&gt;Πήρε το μάτι μου κάπου μια ωραία φράση, ένα απόσταγμα λαϊκής σοφίας: «ένα από τα μεγάλα ψέματα στη ζωή είναι «το μετά τις γιορτές αρχίζω δίαιτα». Δεν θυμάμαι ποιος το έγραψε, αν το θυμόμουν θα το ανέφερα, και διότι συμφωνώ. Μια φίλη γιατρός ωστόσο, που εργάζεται σε ένα από τα πιο μεγάλα νοσοκομεία της Αθήνας, όταν της το είπα, πρόσθεσε κάτι που δεν μου χε περάσει από το μυαλό. Ακόμα περισσότερο και από όρκους για σκληρή δίαιτα, αυτό που πολλοί κάνουν μετά τις γιορτές είναι τις γνωστές ιατρικές γενικές εξετάσεις – δίνουν αίμα, ούρα και οι πιο επιμελείς περνάνε κι από τον καρδιολόγο τους. «Στα μικροβιολογικά εργαστήρια παρατηρείται συνωστισμός μόνο δυο φορές το χρόνο: μετά το καλοκαίρι και μετά τις χειμωνιάτικες γιορτές» μου είπε η φίλη μου. Συμπληρώνοντας πως οι όρκοι για δίαιτα αρχίζουν αμέσως μετά.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Καθόλου παράξενο&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το σκέφτηκα και δεν το βρήκα καθόλου παράξενο. Αν σχηματοποιήσουμε ακόμα πιο πολύ την παρατήρηση, και πούμε πως οι Ελληνες τρέχουν για εξετάσεις τον Σεπτέμβρη και τον Ιανουάριο, το γεγονός αυτό δείχνει το πόσο οι δυο αυτοί μήνες μοιάζουν: ο Σεπτέμβριος σηματοδοτεί την έναρξη της σεζόν και ο Ιανουάριος την έναρξη της χρονιάς. Και στις δυο περιπτώσεις αυτό που κατά κάποιο τρόπο σε σπρώχνει στο να κάνεις ένα τσεκ απ είναι η αίσθηση πως κάτι νέο ξεκινά – θες να δεις σε τι κατάσταση είσαι ώστε να το αντιμετωπίσεις. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα: αυτή η ξαφνική (ή προγραμματισμένη) επίσκεψη στο μικροβιολογικό εργαστήρι αποτελεί κι ένα είδος απόδειξης πως σε κάποιου είδους παρασπονδία έχεις υποπέσει – είναι λίγο σαν ένα είδος παραδοχής ευθύνης. Δεν θες απλά να δεις τι τρέχει, αν δηλαδή οι δείκτες είναι οι σωστοί, αλλά πας για να δεις τι με τις υπερβολές σου έχεις ψιλοκασταστρέψει. Δεν το κάνεις γιατί νιώθεις κάποια ενόχληση: το κάνεις γιατί αισθάνεσαι κάποιο βάρος, σαν να υποπτεύεσαι τον εαυτό σου. Η απόφαση να κάνεις εξετάσεις είναι ομολογία ενοχής – δεν ζητάς συγνώμη, ελπίζεις απλά να έχει υπάρξει από το Θεό ή τη μοίρα κάποιου είδους έλεος και να μην βρεθεί κάτι ανησυχητικό. Για αυτό και δεν το βροντοφωνάζεις – ενώ πχ εξαγγέλλεις ότι θα κάνεις δίαιτα. Η δίαιτα σε κάνει να αισθάνεσαι ότι θα δώσεις μια μάχη. Δια της δήλωσης ζητάς συμμάχους και συμπαράσταση. Οι εξετάσεις είναι απλά ένα είδος αποδοχής «εγκλήματος». Ξέφυγες. Το ξέρεις. Και θες να δεις πόσο. Μόνος. Σαν ήρωας του Ντοστογιέφσκι, που με τα κρίματα σου θα πρέπει να αναμετρηθείς. Χωρίς καν να νοσταλγείς ό,τι προηγήθηκε. Αυτό που προηγήθηκε είναι που σε υποχρεώνει να ψάχνεις πόση ζημιά έκανες στο εαυτό σου στο όνομα της καλοπέρασης. &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;img src="https://www.clickatlife.gr/fu/t/26376/1200/10000/00000000004dcdb4/1/gunaika-kai-giatros.jpg" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αλλοθι στον εαυτό μας&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Νομίζω όλοι έχουμε κάνει με ένα φίλο μας (ίσως και με περισσότερους…) την περίφημη συζήτηση για τα αποτελέσματα των γενικών ιατρικών εξετάσεων. Ολοι έχουμε ανταλλάξει πληροφορίες για το ανεβασμένο ζάχαρο, την καλή και κυρίως την κακή χοληστερίνη, τα τρομερά τριγλυκερίδια, που στο μυαλό μου είναι ένα είδος νιτρογλυκερίνης που κουβαλάμε στο αίμα μας και που μια μέρα θα προκαλέσει ένα είδος αυτοανάφλεξης του εαυτού μας, ενώ κάπου στο βάθος ακούγεται σαν μουσική υπόκρουση το «απόψε κάνεις μπαμ». Σε αυτές τις συζητήσεις δεν έχουν σημασία τα νούμερα (μολονότι τα προφέρουμε με δέος…), αλλά ο τρόπος που οι συμμετέχοντες συζητάνε. Ολοι έχουν ένα είδος ενοχής κι όλοι μοιάζουν πίσω από τις λέξεις να λένε πως θα ήθελαν όλα να είναι αλλιώς. Να είχαν φάει λιγότερο, να μην είχαν πιεί καθόλου, να είχαν περπατήσει πολύ, να είχαν κάνει εξετάσεις πριν τις γιορτές ώστε να είχε προκύψει εξαιτίας των αποτελεσμάτων ένας κάποιος αυτοπεριορισμός. Σε όλες αυτές τις συζητήσεις ωστόσο δεν υπάρχει διάθεση αυτοκριτικής: απλά ακούγεται το παράπονο του αδίκως καταδικασμένου. Ολοι όσοι μοιράζονται μεταξύ τους τα αποτελέσματα είναι έτοιμοι να δηλώσουν όχι αθώοι, αλλά «μη ένοχοι» - non guilty, που λένε και οι ένορκοι στα αμερικάνικα δικαστικά δράματα. Ολοι παραδέχονται πως κάπου ξέφυγαν, αλλά όλοι δίνουν άλλοθι στον εαυτό τους. Το οποίο αναγνωρίζουν οι φίλοι τους (που έχουν περάσει την ίδια διαδικασία…), αλλά όχι και το αδυσώπητο μικροβιολογικό εργαστήριο.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Η γνωστή αγωνία&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Γιατί ψάχνουμε τι έχουμε, όταν, από την άλλη, δεν έχουμε την παραμικρή διάθεση αυτοκριτικής; Γιατί θέλουμε, κατά κάποιο τρόπο, να μάθουμε το κακό που κάναμε στον εαυτό μας, όταν δύσκολα θα αλλάξουμε αγαπημένες συνήθειες όπως τα τηγανητά, τα γλυκά ή αυτό το παραπάνω ποτό που ζαλίζει; Είμαστε μαζοχιστές; Όχι. Είμαστε απλά σαν τα σκανδαλιάρικα παιδιά που ελπίζουν πως κανένας δεν θα αντιληφθεί πως λείπει το βάζο που σπάσαμε, εκτός φυσικά από μας που ζούμε με την αγωνία της αποκάλυψης.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;&lt;img src="https://www.vimathess-news.gr/wp-content/uploads/2022/04/%CF%84%CF%81%CF%84%CF%84%CF%84%CF%84%CF%84.jpg" /&gt;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Κι εκτός αυτού συμβαίνει και κάτι άλλο: μόλις οι γιορτές περάσουν μας πιάνει και μια διάθεση να κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα χωρίς το ζαχαρένιο της εορταστικό πασπάλισμα. Αν μπορούσαμε θα κάναμε εξετάσεις για να ανακαλύψουμε κι ένα σωρό άλλα. Για να δούμε πχ πόση είναι η υπομονή μας και πόσο έχει μειωθεί με τον καιρό. Για να μετρήσουμε την ανοχή μας και για να τεστάρουμε τις αντοχές μας απέναντι σε πολλούς που μας ταλαιπωρούν. Για να έχουμε μια πλήρη εικόνα της όρεξής μας να μπλέξουμε με πολλά που για καιρό αποφεύγαμε. Θα θέλαμε και για αυτά να έχουμε εργαστηριακά αποτελέσματα – δηλαδή απόλυτα νούμερα. Εστω κι αν για αυτά δεν υπάρχει ένα χαπάκι που θα το παίρνουμε καθημερινά για να μην έχουμε πρόβλημα, όπως δηλαδή μπορούμε να κάνουμε για να ρυθμίσουμε την χοληστερίνη ή την αρτηριακή πίεση.             &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το ακριβώς αντίθετο&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το ξέρω πολύ καλά αυτό το παράξενο συναίσθημα της προσμονής των αποτελεσμάτων των γενικών εξετάσεων. Μολονότι αυτά οφείλονται σε όσα έχουν προηγηθεί, εν τούτοις μπορεί να καθορίσουν πολλά από όσα θα ακολουθήσουν. Επειδή σίγουρα έχετε ακούσει το γνωστό χρηματιστηριακό αξίωμα που λέει ότι οι προηγούμενες αποδόσεις δεν επηρεάζουν τις μελλοντικές, πρέπει να πω πως σε αυτή την περίπτωση ισχύει το ακριβώς αντίθετο: ό,τι έχει προηγηθεί θα πληρωθεί πιθανότατα στο μέλλον – αυτό το μέλλον είναι που περιμένουμε να μάθουμε κάνοντας εξετάσεις. Όταν  το δούμε γραμμένο με παράξενα νούμερα βροντοφωνάζουμε «από αύριο δίαιτα». Όχι τόσο ελπίζοντας πως οι άλλοι θα μας πιστέψουν, όσο γιατί ελπίζουμε πως με βάση τα αποτελέσματα αυτή αρκεί. Μέχρι τουλάχιστον τα επόμενα…  &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;(Βημαγκαζίνο Ιανουάριος 2023)&lt;/p&gt;</description><pubDate>Sun, 29 Jan 2023 11:03:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/eksetaseis-kaloperasis</guid></item><item><title>Αδερφέ Μπράντ σε καταλαβαίνω</title><link>https://www.karpetshow.gr:443/blog/aderfe-mprant-se-katalavaino</link><description>&lt;p&gt;Εγω Μπραντ σε καταλαβαίνω. Δε σε κόφτει προφανώς, αφού φίλοι δεν είμαστε και μάλλον δεν θα γίνουμε. Σε έχω δει πιτσιρικά στη Ρώμη, όταν είχες έρθει να προμοτάρεις το «Επτά χρόνια στο Θιβέτ». Εσύ ήσουν ήδη σταρ κι εγώ έγραφα για το περιοδικό Σινεμά – είχες εμφανιστεί στους δημοσιογράφους στις επτά το απόγευμα με γυαλί μαύρο για να μην φαίνεται το από το ξενύχτι πρησμένο μάτι: από τότε σε συμπάθησα. Όταν διάβασα ότι παράτησες την Τζένιφερ Ανιστον για την Αντζελίνα Τζολί είπα καλά έκανε το παλληκάρι – στο φινάλε πάντα ο εχθρός του καλού πρέπει να είναι το καλύτερο και η Αντζελίνα τότε ήταν θεά. Ηταν τριαντάρα, είχε αφήσει πίσω ήδη δυο γάμους και ένα δηλωμένο δεσμό με τη μοντέλα Τζένη Σιμίζου – όλα αυτά μπορεί και να σου άρεσαν, αφού θέλουν και λίγη τρέλα. Οι τρελές μας αρέσουν – ειδικά όταν είμαστε κι εμείς λίγο νούμερα κι όταν αυτές, εκτός από τρελές, είναι και θεογκόμενες. Σε καταλαβαίνω.     &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το ξέρω Μπραντ ότι δεν προβληματίστηκες καθόλου για το πως διάβολο την παράτησαν οι προηγούμενοι τέτοια κουκλάρα – θα σου είπε ότι αυτή βγήκε από τη σχέση (κάπως έτσι δε μιλάνε όλες;) και μάλλον το έφαγες, αφού με κάτι τέτοια όλοι τσιμπάμε όταν τις πρωτογνωρίζουμε. Στο φινάλε ποιος ήταν αυτός ο Τζόνι Λι Μίλερ με τον οποίο είχε πρωτοπαντρευτεί, πριν γνωρίσει τη Τζένη; Ο Μπίλι Μπομ Θόρτον βέβαια, για χάρη του οποίου άφησε τη Τζένη, μια χαρά τύπος ήταν όταν τον παντρεύτηκε, αλλά αυτή ήταν 25 χρονών κι αυτός 45 και μάλλον σκέφτηκες ότι αυτή ήταν ακόμα στην αρχή κι αυτός στο παρά πέντε: σε καταλαβαίνω. Να πας να τον βρεις τώρα το Μπίλι – θα χετε πολλά να πείτε για αυτή, μια χαρά θα περάσετε. Είναι πάντα ωραία η συζήτηση ανάμεσα σε δυο ώριμους (;) άντρες, που έχουν ταλαιπωρηθεί από την ίδια γκόμενα.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Εγω αδερφέ όσα αυτή λέει τώρα δεξιά κι αριστερά τα πιστεύω, εκτός από τις κατηγορίες ότι τάχα μου κακομεταχειριζόσουν τα παιδιά: αυτά τα λένε σε όλα τα διαζύγια οι γυναίκες για να κερδίσουν τις εντυπώσεις. Οι γυναίκες, να ξέρεις, θέλουν σε κάθε διαζύγιο την ιστορία να την γράψουν αυτές – οι άντρες δεν μιλούν πολύ. Αυτή έχει δυο διαζύγια: είναι προπονημένη καλά και καλά κάνεις και δεν λες κουβέντα και κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα. Ας την να λέει. Εμείς που σε καταλαβαίνουμε ξέρουμε την αλήθεια. Και με την Κοτιγιάρ πρέπει κάτι να έγινε, (και σιγά μην την άφηνες την Γαλλίδα τη χαμηλοβλεπούσα, που σε διαφορετική περίπτωση θα γύρναγε στο Παρίσι και θα σε έκανε ρόμπα…), κι αυτά που λέει η Αντζελίνα για Ρωσίδες και πάρτι και ξενύχτια αλήθεια πρέπει να είναι και κανα ποτό παραπάνω άρχισες να πίνεις και κανα τσιγάρο πρέπει να έστριβες. Και πώς να μην τα κάνεις όλα αυτά με δαύτη που έμπλεξες;&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Μια παρένθεση και μόνο  &lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Εσυ Μπράντ γνώρισες το 2005 μια θεά. Παίζατε στον κύριο και στην κυρία Σμιθ και στα γυρίσματα αναστέναζε το συνεργείο: όταν η κυρία περνούσε τρίζανε τα τσιμέντα. Δεν ήταν η δράση της στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, ούτε η ευαισθησία της στα θέματα των προσφύγων που σε τράβηξαν: με την κορμάρα της είχες πάθει κάτι, όπως όλοι μας. Αν από τότε μπορούσες να φανταστείς πως θα έρχονταν κάποτε να δει τον Τσίπρα για να συζητήσουν για το προσφυγικό, πιστεύω θα έμενες με τη Τζένιφερ Ανιστον, που τουλάχιστον σαν καλή ελληνοπούλα θα έμαθε από τη μάνα της να φτιάχνει και κανα μπριάμ. Γιατί ήταν κουκλάρα την καψουρεύτηκες την Αντζελίνα – κι ας νόμιζε αυτή ότι την ερωτεύτηκες για το μυαλό της: όλες κάτι τέτοια νομίζουν. Που να φανταστείς αδερφέ ότι μετά από μια δεκαετία θα σου προκύψει κάτι ανάμεσα σε Αννα Διαμαντοπούλου και Λίλα Καφαντάρη; Από τα χείλι της κρεμόσουν τότε, κυριολεκτικά.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Το ξέρω αδερφέ ότι πέρασες ένα σωρό βράδια με μόνη συντροφιά τη σκέψη «που διάολο έμπλεξα». Το ξέρω ότι ήθελες να την κοπανήσεις, αλλά δεν ήθελες να την αφήσεις με έξι παιδιά και να σε βρίζουν οι φίλες της. Το ξέρω ότι δεν ήθελες να πάρεις την ευθύνη της καταστροφής – δεν είσαι για τέτοια. Είσαι ο Μπραντ Πιτ, ο πλούσιος γκόμενος, ο διάδοχος του Ρέντφορντ, ο κολλητός του Κλούνεϊ και του Ματ Ντέιμον: άμα η κυρία ήθελε άντρα να της συμπαραστέκεται για τη φιλανθρωπική δράση, ας διάλεγε ένα παλληκάρι από τους γιατρούς χωρίς σύνορα. Εσύ συνεπής παρέμεινες, αυτή έγινε στο μεταξύ η Αννα η Βαγένα του Χόλυγουντ. Μην έχεις ενοχές. Αν δεν την είχες πατήσει κάποτε μαζί της, τι θα έκανες τώρα; Τα λεφτά σου θα έτρωγες, θα είχες ένα μωρό σε κάθε πόλη να σε περιμένει, θα έπινες τα ουίσκι σου με τον Κλούνεϊ στο Κόμο και θα ρώταγες την Αλαμουντίν μήπως έχει καμία φιλενάδα να σε αποκαταστήσει – έτσι για να κάνεις την πλάκα σου, αφού αποκατάσταση θέλουν μόνο τα εκθέματα.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Πήρα τους δρόμους μια βραδιά&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Από τη στιγμή που η Αντζελίνα πήρε τους δρόμους και σ άφησε μόνο, λογικά ζεις και εσύ όπως θα ζούσες, αν στη ζωή σου δεν υπήρχε. Μήπως υπήρχε στη ζωή σου; Ανάθεμα κι αν την έβλεπες! Εσύ έτρεχες στα πλατό κι αυτή στο Σουδάν, στην  Ιορδανία, στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Το ριξες στη δουλειά μπας και σώσεις το γάμο: το 2015 έκανες πέντε ταινίες (τη μια χειρότερη από την άλλη παρεμπιπτόντως), μήπως και η εργασιομανία σε κρατήσει μακριά από τους πειρασμούς, αλλά δε γίνεται έτσι αδερφέ μου. Όταν προ διετίας την παντρεύτηκες (και μάλιστα στη Νίκαια της Γαλλίας) νόμιζες ότι θα συμμαζευτεί, θα παίξει και σε καμιά ταινία της προκοπής (σουξέ έχει να κάνει χρόνια ολόκληρα): αλλά που μυαλό η κυρία! Νόμιζε ότι ο γάμος ήταν η δική σου παράδοση άνευ όρων, λες και το μυστήριο εκτός από τη βέρα προβλέπει και ευνουχισμό. Που να καταλάβει ότι της άνοιξες την τελευταία κάρτα, της πρόσφερες μια ευκαιρία να ξαναγίνει η πρωταγωνίστρια σου, δεν παραδόθηκες, αλλά εξάντλησες τις πιθανότητες – ούτε αυτό δεν το εκτίμησε.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Αδερφέ γνώρισες μια κουκλάρα το 2005 κι ενώ ήθελες να τη χαρείς, από μια στιγμή κι έπειτα στη ζωή σου δεν υπήρχε ποτέ: μιλάμε για βάσανο. Στεφάνι έβαλες, παιδιά της έκανες, μαλλί μακρύ άφησες μπας και καταλάβει ότι είσαι πενηντάρης πλην όμως ένας νέος της εποχής, σε ταινία της πήγες κι έπαιξες για να νομίζει το ψώνιο ότι έγινε και σκηνοθέτης κι αυτή σε έκανε να νοιώθεις ότι σε εκτιμάει λιγότερο από όσο το Βουδούρη πριν παραιτηθεί από Γενική Γραμματεία προσφύγουν. Το βράδυ που την άκουσες στον ύπνο της να ψιθυρίζει κάτι για το Μουζάλα, πρέπει να τρελάθηκες: σε συμπονώ. Κι αν έκανες άτακτη ζωή, δικό σου είναι λογαριασμός: κοίτα να βρεις κανα μωρό να συνέρθεις και μακριά από τις ηθοποιές – δε βρίσκεις άκρη. Με τα παιδιά όλα θα πάμε καλά. Για το μόνο που λυπάμαι είναι ότι στο Χόλυγουντ δεν έχει μπουζούκια. Αμα ήσουν εδώ θα σε πηγαίναμε να πάρεις δυο στροφές και μετά το «Το δικό μου αμάρτημα» θα τραγουδούσαμε όλοι μαζί το «Την αγαπούσα το παραδέχομαι, μα τώρα πια δεν την ανέχομαι». Αυτή ας πήγαινε στη Θεοδωρίδου.&lt;/p&gt;
&lt;p&gt;Σιγά το κελεπούρι την Αντζελίνα! Εχει κάτι φίλες η Αλαμουντίν…    &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;
&lt;p&gt; &lt;/p&gt;</description><pubDate>Sat, 24 Sep 2016 08:54:00 GMT</pubDate><guid isPermaLink="true">https://www.karpetshow.gr:443/blog/aderfe-mprant-se-katalavaino</guid></item></channel></rss>