Το τέλος της αυταπάτης

Το τέλος της αυταπάτης


Μου λένε οι παλιότεροι, αυτοί που τα χουν ζήσει και τα θυμούνται, ότι το κλίμα αυτών των εκλογών θύμιζε κομμάτι τις εκλογές του 1977, τις δεύτερες μετά την μεταπολίτευση. Και τότε υπήρχε ένα μεγάλο φαβορί, και τότε οποιαδήποτε έκπληξη έμοιαζε σχεδόν αδύνατη. Και τότε – κι αυτό μου λένε είναι η μεγαλύτερη ομοιότητα – όλα εξελίχτηκαν χωρίς πόλωση, όχι τόσο εξαιτίας της απροθυμίας των πολιτευτών να τσακωθούν μεταξύ τους («κοκοράκια» στην ελληνική πολιτική σκηνή πάντα υπάρχουν), όσο γιατί κανείς δεν έβρισκε το λόγο: στην προεκλογική πορεία υπήρχε ένα είδος αυτόματου πιλότου. Δεν μπορώ να έχω γνώμη για το αν αυτά ισχύουν – ήμουν μικρός και δεν τα θυμάμαι. Ωστόσο νομίζω ότι υπάρχουν κάποιες ευδιάκριτες διαφορές ανάμεσα σε εκείνες τις εκλογές και τις τωρινές. Τότε το φαβορί ήταν το κόμμα που κυβερνούσε, τώρα όχι. Τότε υπήρχε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου που μεγάλωνε, τώρα κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Τότε υπήρχε το μεγάλο σχέδιο της εισόδου της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, τώρα τίποτα τέτοιο δεν διακρίνεται. Τότε ήμασταν ακόμα στην αρχή μιας νέας εποχής. Τώρα, ό,τι και να γίνει την Κυριακή, ένας κύκλος κλείνει.

Ενθουσιασμός, περιέργεια, προσμονή

Στο τέλος ενός κύκλου υπάρχουν πάντα παράξενα αισθήματα – όχι και τόσο συνηθισμένα. Στην αρχή του κύκλου υπάρχει ο ενθουσιασμός των νικητών, η περιέργεια των ουδέτερων, ο φόβος των ηττημένων – η προσμονή. Το τέλος, όμως, δεν έχει οδικό χάρτη: σπανίως ξέρεις τι να κάνεις και τι να πεις. Αλλοι νοιώθουν πίκρα, άλλοι απογοήτευση, άλλοι δηλώνουν απλά ότι θα κοιμούνται ήσυχοι, άλλοι κάνουν απολογισμούς. Συνήθως όποιος περιμένει να πάρει τη σκυτάλη δημιουργεί ένα κλίμα ευφορίας κάνοντας του κόσμου τις υποσχέσεις: το έκανε με τον πλέον θεαματικό τρόπο ο Ανδρέας το 1981, προσπαθώντας να δώσει στην Αλλαγή για την οποία μιλούσε στοιχεία έναρξης εποχής – δεν τήρησε όλες τις υποσχέσεις του, αλλά το συναίσθημα ότι κάτι καινούργιο γεννιέται το δημιούργησε. Το έκανε κάτι χρόνια αργότερα και ο Κώστας Καραμανλής μιλώντας για την επανίδρυση του Κράτους και άλλα ανάλογα- κι αυτός ήθελε πιο πολύ και από την αίσθηση του τέλους να υπάρξει στο εκλογικό ακροατήριο η σιγουριά μιας νέας εποχής. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε τώρα. Και στην προηγούμενη (και σαφώς περισσότερο πολωμένη) προεκλογική περίοδο των Ευρωεκλογών και στην απολύτως ήρεμη περίοδο που ακολούθησε, το φαβορί, δηλαδή η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη απέφυγε τις μεγάλες υποσχέσεις, επέμενε στο να μιλά για κοστολογημένα προγράμματα, κράτησε τη μπάλα χαμηλά.

Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ, καίγοντας το χαρτί των υποσχέσεων και των παροχών που έπαιξε άτσαλα πριν τις Ευρωεκλογές, ακολούθησε μια προεκλογική τακτική χωρίς κάποια στόχευση. Απολογήθηκε με λάθος τρόπο, τα έβαλε με τον κόσμο για το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών κατηγορώντας τον ότι δεν κατάλαβε τι έκανε, χάθηκε στην προσπάθειά του να πείσει ότι πήρε το μάθημα του κι έφτασε στο τέλος να κάνει αντιπολίτευση(;) στη ΝΔ που ακόμα δεν κέρδισε: ακούς μερικά στελέχη του και νομίζεις ότι ο Μητσοτάκης ήταν τα προηγούμενα πέντε χρόνια πρωθυπουργός. Η ΝΔ έκανε κάτι απλό: κάθισε στην άκρη και παρακολούθησε το τέλος. Ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε απλά αμηχανία. Ισως και ένα κάποιο πανικό.

Όπως η περίσταση απαιτεί

Η αίσθηση του τέλους παρέσυρε τους πάντες: όλοι το περιμένουν χωρίς καλά καλά να ξέρουν τι να πουν. Το μόνο κόμμα που προεκλογικά βρήκε μια συγκεκριμένη γραμμή και την τήρησε ήταν το ΚΚΕ, που έβαλε στο δημόσιο λόγο την ανάγκη υπεράσπισης της Αριστεράς, πράγμα που είμαι βέβαιος πως άγγιξε αρκετό κόσμο, έστω κι αν δεν υπήρχαν πολλά στελέχη του κόμματος ικανά να μιλήσουν μια γλώσσα απλή και κατανοητή, όπως η περίσταση απαιτεί. Οι άλλοι, για διαφορετικούς λόγους, ήθελαν απλά να περάσουν οι μέρες και να στηθούν οι κάλπες. Ποτέ δεν θυμάμαι τόσο άνευρα πολιτικά συνθήματα. Η ΝΔ, ευτυχώς για την ίδια, πρόσθεσε το «Ενωμένοι Μπορούμε» δίπλα στο «Ισχυρή Ανάπτυξη, Αυτοδύναμη Ελλάδα» που από μόνο του δεν λέει σχεδόν τίποτα. Το ΚΙΝΑΛ υπενθύμισε την ανάγκη επιστροφής στη λογική, ενώ ξεκίνησε την καμπάνια του με την πλέον παράλογη πράξη: τον καυγά της Φώφης Γεννηματά με τον Βενιζέλο. Ακόμα χειρότερο ήταν το προεκλογικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ που μας υπενθύμιζε ότι «ψηφίζουμε για τη ζωή μας» λες και τη Δευτέρα αν η κυβέρνηση ηττηθεί θα πεθάνουμε όλοι! Νομίζω πως και οι πιο φανατικοί ψηφοφόροι του Τσίπρα καταλαβαίνουν ότι δεν διατρέχουμε τέτοιο κίνδυνο: τη Δευτέρα θα πάμε στις δουλειές μας (κάποιοι τυχεροί θα αρχίσουν και διακοπές) – καμία μαζική εκτέλεση δεν προβλέπεται. Αλλά το τέλος προκαλεί μερικές φορές κι αυτή την αντίδραση: μπερδεύεις τα λόγια σου κι ακούγεσαι σαν να κλαις.

Σιγά σιγά στην κανονικότητα

Ποιο είναι το τέλος που ζούμε; Θα λεγα το τέλος της αυταπάτης – κι όχι απαραίτητο το τέλος της κρίσης. Το τέλος της κρίσης θα ρθει αν αρχίσουμε σιγά σιγά να επιστρέφουμε στην κανονικότητα – αν τα κέρδη των ανθρώπων που παράγουν, οι μισθοί των υπαλλήλων και οι συντάξεις αρχίσουν να μεγαλώνουν και αν οι υπηρεσίες του Κράτους βελτιωθούν σε σημείο που η χώρα ν’ αρχίσει να μοιάζει ευρωπαϊκή: όλα αυτά δεν τα βλέπω να έρχονται γρήγορα. Τι βλέπω; Ότι κλείνει οριστικά η εποχή που ένα τεράστιο κομμάτι του κόσμου πίστευε πως υπάρχουν λύσεις μαγικές και πολιτικές, που κάποιοι δεν ήθελαν να τις εφαρμόσουν γιατί είναι κακοί ή δοσίλογοι ή μερκελιστές ή νεοφιλελεύθεροι ή ό,τι άλλο.

Από το 2010 και μετά κάθε προεκλογική καμπάνια κατέληγε στο θρίαμβο όποιου έπειθε τον κόσμο ότι υπάρχουν λεφτά κι ότι αρκεί απλά ο πολιτικός τσαμπουκάς για να αλλάξουμε την Ευρώπη: το 2015 πολλοί ψήφισαν με τη βεβαιότητα ότι το σκίσιμο των μνημονίων αρκεί για να αρχίσει να βρέχει ευρώ λες και το σκίσιμο μιας βαριάς θεραπείας αρκεί για να γίνει καλά ο ασθενής. Σήμερα οι περισσότεροι Ελληνες έχουν καταλάβει ότι η πτώχευση και η χρεοκοπία της χώρας ήταν το πρόβλημα κι ότι αυτό πρέπει να μην μας ξανασυμβεί. Οι πιο πολλοί καταλαβαίνουν ότι στη βάση του προβλήματος ήταν η σπατάλη του Κράτους, το πελατειακό σύστημα, η μετατροπή της Ελλάδας σε μια χώρα σχεδόν φεουδαρχική, στην οποία χρέος κάθε Κυβέρνησης ήταν να μοιράζει δουλειές σε ημέτερους κοτσαμπάσηδες, που μάλιστα, το 2015, αφού έβγαλαν τα λεφτά τους στο εξωτερικό ήθελαν και την επιστροφή της δραχμής για να αποκτήσουν τζάμπα ό,τι στη χώρα υπάρχει ακόμα. Σήμερα ακόμα κι ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει πια για την ανάγκη ενίσχυσης της μεσαίας τάξης, για μια οικονομία με στόχο την ανάπτυξη, για την ανάγκη η χώρα να έχει ευρωπαϊκή προοπτική, για την χρησιμότητα των αγορών και την προοπτική που δημιουργείται από την αποκλιμάκωση των επιτοκίων. Μας πήρε κοντά εννιά χρόνια για να καταλάβουμε τα στοιχειώδη και τεσσεράμισι χρόνια για να κατανοήσουμε ότι η οργή και η αγανάκτηση είναι κακοί σύμβουλοι. Και ότι η αυταπάτη δεν είναι δικαιολογία – είναι απλά το συνώνυμο της κουταμάρας, μιας κουταμάρας που δεν σε πάει πουθενά.  

Τίποτα λιγότερο

Στο τέλος της περιόδου αυτής μου μένει ως επίλογος η φράση του πρωθυπουργού: «είμασταν προετοιμασμένοι, αλλά οι άλλοι ήταν καλύτερα προετοιμασμένοι» - θα μπορούσε να είναι σκίτσο του Αρκά. Η ελαφρότητα της προκαλεί χαμόγελο – ένα πικρό χαμόγελο. Σε τελική ανάλυση θέλουμε απλά τους καλύτερα προετοιμασμένους για να κυβερνήσουν. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο…