Μια Αννα πρωταγωνίστρια...

Μια Αννα πρωταγωνίστρια...


Πασχαλιάτικα αποφάσισε να ξεκουραστεί για πάντα η Αννα Παναγιωτοπούλου, και να φύγει από κοντά μας. Πολύς κόσμος συγκινήθηκε στην είδηση του θανάτου της πράγμα λογικό διότι είχε συνδέσει την σπουδαία ηθοποιό με στιγμές που αυτή τον έκανε να χαλαρώσει και να γελάσει: οι άνθρωποι που έχουν αυτή την ικανότητα «γράφουν» στο λαϊκό υποσυνείδητο τόσο ώστε με τον καιρό τους θεωρούμε σαν φίλους μας κι ας μας είναι σε γενικές γραμμές γνωστοί μόνο από τους ρόλους τους. Η Αννα Παναγιωτοπούλου ήταν ακριβώς αυτό: ένας άνθρωπος που αγαπήθηκε κι έγινε γνωστή για την τέχνη της, χωρίς ποτέ να έχει προσπαθήσει να συνδέσει το όνομά της με κάτι άλλο πέρα από αυτή.

Ελεύθερο Θέατρο, Ελεύθερη σκηνή

Το βιογραφικό της Παναγιωτοπούλου υπήρξε πλουσιότατο: ο κόσμος την έμαθε κυρίως χάρη στα σήριαλ της ιδιωτικής τηλεόρασης, αλλά η Παναγιωτοπούλου ήταν ήδη ψηλά στην εκτίμηση του θεατρικού κοινού από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 όταν με τον Σταμάτη Φασουλή, τον Κώστα Αρζόγλου, τον Σπύρο Βραχωρίτη, την Υβόνη Μαλτέζου, τον Γιώργο Κοτανίδη, το Νίκο Σκυλοδήμο και άλλους πολλούς έφτιαξαν επί χούντας το Ελεύθερο Θέατρο κοροϊδεύοντας τον ελληνικό ωχαδερφισμό κυρίως. Πρώτη και ιστορική τους παράσταση το «Κι εσύ χτενίζεσαι…» σε κείμενα του Γιώργου Σκούρτη, του Κώστα Μουρσελά, του Μποστ αλλά και παιδιών της θεατρικής αυτής ομάδας που περνούσε με ευκολία από την επιθεώρηση στον Μπρεχτ.  

https://www.media.gr/wp-content/uploads/2024/05/anna-panagiotopoulou.jpg

Ένα κομμάτι αυτής της μεγάλης παρέας στις αρχές του ’80, επειδή πολλοί από τους πρώτους ιδρυτές του είχαν αφήσει το Ελεύθερο Θέατρο για άλλες αναζητήσεις, έφτιαξαν την Ελεύθερη Σκηνή ανανεώνοντας εντυπωσιακά την επιθεώρηση και συναντώντας την μεγάλη επιτυχία. Η Παναγιωτοπούλου αγαπούσε το να διασκεδάζει τον κόσμο, αλλά ήταν συγχρόνως ανήσυχη και τρομερά δημιουργική. Η Ελεύθερη Σκηνή υπήρξε ένα απίστευτο για την εποχή του θεατρικό εργαστήρι που πήγε την ελληνική κωμωδία, όχι ένα αλλά πολλά βήματα παρακάτω, παντρεύοντας την επιθεώρηση με ένα είδος πολιτικής σάτιρας που δεν είχε ξαναγνωρίσει η Ελλάδα. Η επιθεώρηση ήταν θέαμα – είχε τραγούδι πρωτότυπο, φανταχτερά σκηνικά, κείμενα βασισμένα κυρίως σε μεγάλους πρωταγωνιστές που συχνά έπαιζαν τους ίδιους κωμικούς ρόλους (γραμμένους πάντα πάνω τους). Η Ελεύθερη Σκηνή ήταν ένας θίασος από ωραίους αναιδείς πανέξυπνους ανερχόμενους ηθοποιούς της εποχής, που σατίριζαν μια Ελλάδα που άλλαζε χωρίς να αλλάζει με κείμενα που ξεχείλιζαν από ειρωνεία κυρίως για αντιλήψεις. Στα χρόνια που πολιτική σάτιρα θεωρούταν οι μιμήσεις των πολιτικών η Ελεύθερη Σκηνή έκανε πάταγο καταγράφοντας την επικαιρότητα της εποχής και παρεμβαίνοντας χειρουργικά σε αυτή – δηλαδή με καυστικό χιούμορ. Οι μουσικές του Λουκιανού Κηλαϊδόνη  αναδείκνυαν τα κείμενα που ήταν γραμμένα για τις παραστάσεις αυτές, δίνοντας τους και μια πρωτοτυπία μιούζικαλ που δεν ξαναείδαμε στην Ελλάδα. Το ταλέντο του Φασουλή, του Μίμη Χρυσομάλη, της Μίνας Αδαμάκη, της Μίρκας Παπακωνσταντίνου, του Κώστα Αρζόγλου, κι αργότερα του Δημήτρη Πιατά, του Φίλιππου Σοφιανού, του Χρήστου Βαλαβανίδη και της Χρυσούλας Διαβάτη ήταν αστείρευτο και στον τρομερό αυτό θίασο η Παναγιωτοπούλου ήταν μια κατηγορία μόνη της: ένα είδος συνέχειας της Ρένας Βλαχοπούλου, αλλά με μια πιο σοφιστικέ διάθεση ακόμα και στην εκφορά του λόγου της – έχει γράψει ιστορία πχ ως Μαρία Πενταγιώτισσα.

Παραστάσεις όπως το «Αναντάμ Παπαντάμ», το «Αλλαγή κι απάνω τούρλα», της «Ελλάδας το κάγκελο», το «Γιατί χαίρεται ο κόσμος» λειτουργούσαν υπογείως και από στόμα σε στόμα: τα θέατρα που τις φιλοξενούσαν ήταν πάντα γεμάτα και η επιτυχία τους αποτελούσε απόδειξη πως δεν χρειάζεται η τηλεοπτική προβολή ή το κινηματογραφικό σουξέ σε φτηνοκωμωδίες για να δημιουργήσεις το αδιαχώρητο. Για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι τίποτα ανάλογο στην συνέχεια στο χώρο του ελληνικού θεάτρου και η υπέροχη αυτή παρέα κατάφερε να σώσει τον μύθο της γιατί σταμάτησε και την κατάλληλη στιγμή: την Ελεύθερη  Σκηνή κληρονόμησε και συνέχισε ένας από τους τελευταίους που συνεργάστηκε μαζί της, δηλαδή ο Λάκης Λαζόπουλος, ενώ οι πρωτεργάτες της γύρισαν σελίδα.

https://www.efsyn.gr/sites/default/files/styles/main/public/2024-05/panagiotopoulou.jpg.webp?itok=1ab4QfC_

Αυτή και ο ρόλος της

Οι ικανότητες όλων δεν θα μπορούσαν φυσικά να περιοριστούν στην επιθεώρηση. Ειδικά η Αννα Παναγιωτοπούλου ήταν ένα υπέροχο αγρίμι που κανένας ρόλος δεν την περιόρισε ποτέ: πορεύτηκε σε όλη της την καριέρα αποφεύγοντας αυτό που αποτελεί πάντα την πιο μεγάλη παγίδα για κάθε Ελληνίδα πρωταγωνίστρια δηλαδή την τυποποίηση. Η Παναγιωτοπούλου δεν ήταν ποτέ ένας ρόλος: ήταν αυτή και ο ρόλος της. Νομίζω το πολύ μεγάλο κοινό την ανακάλυψε ως Μαντάμ Σουσού στην ΕΡΤ: η Παναγιωτοπούλου με την πληθωρικότητα της έκανε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 τον ομώνυμο ρόλο της να μοιάζει μοντέρνος, ενώ βασιζόταν σε ένα μυθιστόρημα του Δημήτρη Ψαθά γραμμένο στα 60ς. Για την επιτυχία της αυτή την βοήθησε σίγουρα και το οικογενειακό της μπακράουντ. Η Παναγιωτοπούλου ήταν το κορίτσι μιας εύπορης οικογένειας. Οι γονείς της δεν ήθελαν να την δουν ηθοποιό και την έστειλαν μάλιστα στην Ελβετία για να σπουδάσει. Αλλά η ίδια επέστρεψε, έδωσε εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο κι ακολούθησε το όνειρό της.

https://www.faysbook.gr/wp-content/uploads/2014/12/k2_items_src_c060c679aec12b324ef8bc58b560ddbd.jpg

Λίγα αλλά πολύ καλά

Η Παναγιωτοπούλου δεν έπαιξε ούτε σε πολλά σήριαλ, ούτε σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες: πάντα η αγάπη της παρέμεινε το θέατρο στο οποίο μάλιστα ανέβασε και ουκ ολίγα δύσκολα έργα χωρίς να προσπαθεί να εξαργυρώσει την τηλεοπτική της επιτυχία με σουξεδάκια φτιαγμένα πάνω της. Ηταν όμως τόσο σπουδαία ηθοποιός που μετέτρεψε σε εμβληματικό οτιδήποτε έπαιξε. Μετά την Μαντάμ Σουσού έκανε τεράστια επιτυχία στις «Τρεις Χάριτες» και μετά στην «Ντόλτσε Βίτα», το «Φάε την σοκολάτα σου» και στις «Μικρές Αμαρτίες». Στη συνέχεια περιορίστηκε σε περάσματα που χάρη στην παρουσία της αποκτούσαν διαστάσεις τηλεοπτικών event – υπήρξε πχ μια κακιά πεθερά στις «Θανάσιμες πεθερές». Κάπως έτσι αντιμετώπισε και τον κινηματογράφο: μπορούσε να παίζει λίγο (στο Safe Sex πχ) και να κλέβει την παράσταση – αυτό άλλωστε είναι η Τέχνη της πρωταγωνίστριας.

Η Παναγιωτοπούλου δεν πήρε μέρος σε καυγάδες, δεν προσπάθησε ποτέ να μας πείσει ότι είναι κάτι άλλο, πέρα από σπουδαία ηθοποιός. Παντρεύτηκε, έκανε ένα παιδί, έχασε μάλλον γρήγορα τον άντρα της. Δεν μιλούσε παρά σπάνια για την δεκαετία του ’70, δεν έπασχε από νοσταλγία για τα 80’ς, δεν ήθελε να μας θυμίζει καν την συμμετοχή της σε σπουδαία καλλιτεχνικά γεγονότα όπως η Λιλιπούπολη πχ. Την πείραζε η πεπατημένη των τηλεοπτικών καναλιών, η έλλειψη επένδυσης στην φαντασία των δημιουργών, τα πολλά τυποποιημένα σουξέ. Ο κόσμος έβλεπε στην τέχνη της κάμποση δουλειά. Και την αποχαιρέτησε από καρδιά λέγοντας απλά «κρίμα…».