Το σαρδόνιο γέλιο του Τζιμάκου

Το σαρδόνιο γέλιο του Τζιμάκου

Ένα χρόνο πριν ο Τζίμης Πανούσης διέκοψε τις εμφανίσεις του στο Κύτταρο, νοσηλεύτηκε για λίγες μέρες και σαν σήμερα έφυγε από κοντά μας, γιατί η μεγάλη του καρδιά αποφάσισε πως εδώ δεν είχε κάτι άλλο να κάνει.  Όταν φεύγουν άνθρωποι που θαυμάζω προσπαθώ πάντα να βρω κάτι συμβολικό  σε αυτή την εξέλιξη – αναρωτιέμαι συχνά πιο μπορεί να είναι το σημάδι που ο θάνατός τους στέλνει σε εμάς τους υπόλοιπους. Η φυγή του Πανούση μου φάνηκε βιαστική και άδικη και σημάδια σε αυτή δεν είδα: ομολογώ ότι μου φάνηκε κομμάτι σαν τιμωρία μας – σαν ο ίδιος να αποφάσισε να μας στερήσει το γέλιο και τον προβληματισμό που μας πρόσφερε, γιατί είχαμε σταματήσει να τον αξίζουμε. Ένα χρόνο αργότερα νομίζω πως ο Πανούσης έφυγε για να διαχυθεί το πνεύμα των εμφανίσεων του στην ίδια τη χώρα – τη «χώρα του υπαρκτού σουρεαλισμού», όπως την αποκαλούσε συχνά. Πολλά από όσα είδαμε, μετά την φυγή του, θα μπορούσαν να είναι μέρος των παραστάσεών του – δικά του δημιουργήματα.

Τα πάντα στα μέτρα μας

Η «αριστοφανηκότητα» του Πανούση, δηλαδή η ικανότητα του να σατιρίζει την ελληνική κοινωνία βασισμένος σε ένα λόγο θεατρικό, αλλά και ανελέητα διεισδυτικό, είχε αποθεωθεί από τους φίλους του και είχε εξοργίσει τους εχθρούς του όταν ο δημιουργός ήταν ακόμα εν ζωή. Από την στιγμή που έφυγε ο Πανούσης έτυχε μιας γενικής αποδοχής και είναι λογικό: στους φίλους του έλειψε, ενώ όσοι δεν τον άντεχαν γιατί συχνά τους έπιανε στο στόμα του ανακουφίστηκαν – αυτοί οι δεύτεροι σήμερα τον αποθεώνουν και περισσότερο, αλλά τα καλά τους λόγια αφορούν κυρίως το ότι νοιώθουν πως γλύτωσαν. Όμως ο Πανούσης δεν είχε ποτέ στοχοποιήσει κανένα: στοχοποιούσε με τα κείμενα και την θεατρικότητα του την υποκρισία της πολιτικής, την γκλαμουριά της γυψοσανίδας, το lifestyle της φτήνιας, την έλλειψη έμπνευσης που χαρακτήριζε την Ελλάδα της μεταπολίτευσης, την ευκολία με την οποία φέρναμε πάντα στα μέτρα μας τη θρησκεία, την ιδεολογία, την επιτυχία.

 

Όλα αυτά τα έκανε περισσότερο κατανοητά (και αστεία…) χρησιμοποιώντας ανθρώπους ως παραδείγματα – όποιος θύμωνε γιατί τον έπιανε στο στόμα του συνήθως θύμωνε γιατί καταλάβαινε ότι δεν τον αδικεί, αλλά φωτίζει ακριβώς την πλευρά που αυτός θέλει να κρύψει. Με τον καιρό, αν τον παρακολουθούσες, καταλάβαινες ότι ο φωτισμός των κρυμμένων μυστικών ήταν ο λόγος της επιτυχίας του – μόνο που ο Τζιμάκος φώτιζε τα κρυμμένα μυστικά της νοοτροπίας της χώρας κι όχι απλά αυτά των πολιτικών ή των εκπροσώπων του εγχώριου life style. Ολους αυτούς τους θεωρούσε φωτισμένους εκπροσώπους κρυμμένων και δόλιων μυστικών και στις παραστάσεις του τους έβγαζε μπροστά για να μας θυμίσει που ζούμε, με ποιους έχουμε να κάνουμε, αλλά και πόσο έχουμε συνηθίσει στα χειρότερα. Όχι τυχαία ένας αγαπημένος του ήρωας ήταν ο ίδιος ο εαυτός του: οι θεατρικοί αυτοσαρκασμοί του μας καλούσαν πάντα σε ένα είδος αυτοκριτικής, που φυσικά αποφεύγαμε όλοι μας. Ήταν καλύτερα να τα έλεγε αυτός για χάρη μας. Μια νύχτα στο μαγαζί που εμφανιζόταν ο Πανούσης ήταν συνήθως μια συνεδρία με τον ψυχαναλυτή σου, μόνο που αντί να μιλάς εσύ σε αυτόν μιλούσε διαρκώς αυτός σε σένα.

Κόπηκαν τελείως τα φρένα

Ισως είναι τυχαίο, αλλά μετά την φυγή του τα φρένα προς τον κατήφορο κόπηκαν τελείως – η σύμπτωση είναι ημερολογιακή, δεν λέω πως η χώρα κατρακυλάει στην ευτέλεια, γιατί δεν υπάρχει πια ο Τζμάκος να το επισημάνει εξευτελίζοντας τους πρωταγωνιστές της. Ωστόσο και μόνο οι ειδήσεις της τελευταίας εβδομάδας δείχνουν πόσο ο λόγος του Πανούση υπήρξε πρωτοποριακός: ήταν σαν να μας ετοίμαζε για τις εποχές, που οι δικές του υπέροχες σουρεαλάδες θα είναι κομμάτι της καθημερινότητας μας.

 

Ζούμε σε μια χώρα που μοιάζει πλέον να είναι ένα γιγάντιο σόου του Πανούση, γραμμένο και σκηνοθετημένο από τον ίδιο – το μόνο κακό είναι ότι λείπει η δική του αφήγηση. Ο ερχομός της Μέρκελ και η υποδοχή της σαν αγαπημένη φιλενάδα, τα ποσταρίσματα ρομαντικών φωτογραφιών του Πρωθυπουργού με τη Καγκελάριο, η απαγόρευση διαδηλώσεων στις οποίες έτσι κι αλλιώς θα πήγαιναν ελάχιστα και το κλείσιμο της μισής Αθήνας για να πάει η Αγκελα με τον Αλέξη να φάνε ψαρόσουπες στην Καστέλα, είναι Πανούσης αυθεντικός – αν αυτά τα έλεγε με το μικρόφωνο στο χέρι το 2014, ως προσωπικές του προβλέψεις για το μέλλον θα πεθαίναμε στα γέλια. Οι καυγάδες του Καμμένου με τον Κοτζιά στο Υπουργικό Συμβούλιο, όπου οι δυο αλληλοκατηγορούνται για το ποιος εμπλέκεται σε μεγαλύτερα σκάνδαλα, θα μπορούσε να είναι πρόζα του Τζιμάκου από αυτές που θεωρούσαμε «ξεκαρδιστικές αλλά πάντα υπερβολικές». Σταματάει το μυαλό μου όταν σκέφτομαι τι θα μπορούσε να γράψει και να πει για τον «έρωτα» του Τσίπρα με τον Ιερώνυμο. Γελάω από μόνος μου όταν σκέφτομαι τις αναφορές στις παραστάσεις του για το βιβλίο του Γιώργου Νταλάρα που πρόσφατα κυκλοφόρησε ή για το ότι υπάρχουν επτά χιλιάδες αιτήσεις για συμμετοχή στο Survivor. Ο Πανούσης έφυγε σαν να έχει κάνει προηγουμένως μια συμφωνία με τη χώρα να συνεχίσει να ζει καταστάσεις στηριγμένες στη δική του αριστοφανική φαντασία και στα δικά του αξεπέραστα κείμενα. Αξεπέραστα; Αν άκουγε τον Καμμένο να αποκαλεί τον Αρμυρά «νυφούλα» στη Βουλή και τον Αρμυρά να αποκαλεί τον Καμμένο «ζωντοχήρα» στην τηλεόραση, ίσως και να διαφωνούσε.

Καιρό τώρα τον ακούω

Ο Πανούσης έφυγε και συγχρόνως είναι εδώ. Τα δελτία ειδήσεων είναι γεμάτα από ιστορίες με τις οποίες ο ίδιος για χρόνια μας διασκέδαζε – απλώς λείπει ο ίδιος για να τις βάλει λίγο σε σειρά και να βρει και το κατάλληλο τραγουδάκι του για να τις συνοδέψει. Οσοι εκπαιδευτήκαμε να βλέπουμε την χώρα μας και από  τη δική του γωνία, μολονότι νοιώθουμε την απουσία του, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία για την δικαίωσή του. Ζούμε ένα σόου του Τζιμάκου καθημερινά και ίσως τελικά να έφυγε πριν ένα χρόνο απλά γιατί ήθελε να έχει κι αυτός το δικαίωμα του θεατή που βλέπει τα πάντα (από ψηλά…) και μπορεί να γελάει με όλα. Καιρό τώρα, ως υπόκρουση σε όσα συμβαίνουν, ακούω εκείνο το υπέροχο βλοσυρό, κυνικό, σαρδόνιο γέλιο του…