Ο τερματοφύλακας, ένας καταραμένος...

Ο τερματοφύλακας, ένας καταραμένος...

Και τα δύο παιγνίδια της Ρεάλ Μαδρίτης με την Μπάγερν Μονάχου ήταν σπουδαία: οι δυο τους έδειξαν ότι άξιζαν τον τελικό. Πέρασε ο καλύτερος; Είναι δύσκολο να το πεις. Η Ρεαλ και στα δυο παιγνίδια γυρίζει το σε βάρος της 0-1, ο Ρονάλντο δεν βρίσκει γκολ, η πρωταθλήτρια Ευρώπης τα καταφέρνει περισσότερο χάρη στο χαρακτήρα της και λιγότερο χάρη στην ποιότητα της: ο Μόντριτς που χθες κάνει ένα συγκινητικό ματς σαν δεξί χαφ, βοηθώντας τον Λούκας που μόνο μπακ δεν είναι, είναι το σύμβολο της δύναμης της θέλησής της. Η Μπάγερν και στα δυο παιγνίδια προσπάθησε περισσότερο, έπαιξε πιο πολύ, δημιούργησε σίγουρα πιο πολλές ευκαιρίες κι έχει δίκιο να διαμαρτύρεται για ένα πέναλτι που δεν της δόθηκε στο πρώτο ημίχρονο, όταν το απλωμένο χέρι του Μαρσέλο σταματά εμφανώς την μπάλα. Όμως ήταν αυτή που συνεχώς κυνηγούσε το σκορ και αβαντάζ πρόκρισης δεν διαχειρίστηκε ποτέ της κι αυτό είναι μια λεπτομέρεια που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Στο τέλος της διπλής αναμέτρησης προέκυψε ένα απλό συμπέρασμα: προκρίθηκε η ομάδα της οποίας ο τερματοφύλακας κάνει στις κρίσιμες στιγμές θαύματα κι αποκλείστηκε αυτή της οποίας ο τερματοφύλακας έκανε το λάθος της χρονιάς. Ο καλός Ουρλαϊχ τη φάση του δεύτερου γκολ, που δέχεται θα αργήσει να την ξεχάσει. Όπως όλοι μας.

Ο μόνος χωρίς άλλοθι

Δεν μπορώ ποτέ να ρίξω μεγάλη ευθύνη σε τερματοφύλακα ακόμα κι αν αυτός κάνει το χειρότερο λάθος, που μπορεί να κάνει ποδοσφαιριστής. Σχεδόν δυσφορώ με όσους τους τερματοφύλακες τους περνάνε από πριονοκορδέλα κι ας έχουν συνήθως δίκιο. Τα λάθη του τερματοφύλακα στο ποδόσφαιρο είναι συνήθως εμφανέστατα και δεν σηκώνουν κουβέντα. Είναι πάντα δύσκολο κάποιος να υπερασπιστεί ένα τερματοφύλακα, ενώ είναι απλό να υπερασπιστεί ένα σέντερ φορ («όλα μπαίνουν κι όλα χάνονται») ή ακόμα κι ένα αμυντικό, που αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται: πάντα κάποιος θα γράψει ότι οι μέσοι δεν τον κάλυπταν. Όμως είναι αυτή η εμφανέστατη ευθύνη του τερματοφύλακα αυτό που στα μάτια μου κάνει και τον χειρότερο  ένα μεγάλο αθώο: σε ένα ποδόσφαιρο που όλοι μπορούν να κρυφτούν, αυτός δεν έχει κανένα άλλοθι. Η αθωότητα του δεν προκύπτει εξαιτίας ελαφρυντικών, αλλά γιατί η ίδια η φύση της θέσης είναι καταραμένη. Δείτε τη φάση του γκολ που δέχεται ο Ουρλαϊχ: αλλάζει πιθανότατα σκέψη για το τι θέλει να κάνει ή απλά γλιστράει ή δεν υπολογίζει σωστά τη μπάλα – όπως και να χει κάνει λάθος. Αλλά αντίθετα με τα δεκάδες λάθη των άλλων, το δικό του τιμωρείται πάντα. Κι αυτό είναι, αν το σκεφτείς, η επιτομή της αδικίας: οι άλλοι χάνουν όλοι μαζί, ο τερματοφύλακας χάνει μόνος του.

Να πονάς και να φταις

Στο ποδόσφαιρο συχνά αναρωτιόμαστε γιατί κάποιος γίνεται διαιτητής: δεν είναι καθόλου παράξενο - πιστέψτε με. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ως κόλλημα την επιβολή της τάξης και της εξουσίας, άλλοι που γουστάρουν να γίνουν πρωταγωνιστές καθορίζοντας παιγνίδια χωρίς να παίζουν, κι άλλοι που απλά καταλαβαίνουν ότι είναι εύκολο να βγάλεις κάποια ωραία χρήματα αρκεί ν’ ακούς. Το αληθινό μυστήριο είναι γιατί κάποιος γίνεται τερματοφύλακας: γιατί δηλαδή σε ένα σπορ, η βάση του οποίου είναι η συνεργασία με τον συμπαίκτη, αυτός επιλέγει ένα μοναχικό ρόλο. Επιπλέον ο ρόλος αυτός δεν είναι απλός: απαιτεί να τυραννιέσαι, να χτυπιέσαι, να πονάς και να φταις. Η πιο μεγάλη σου επέμβαση ξεχνιέται τη στιγμή που θα κάνεις ένα λάθος και η ίδια η καριέρα σου, που για να χτιστεί χρειάζεται δουλειά και προσπάθεια μεγαλύτερη των υπολοίπων, μπορεί να κηλιδωθεί από μια και μοναδική φάση: ο Δημήτρης Ελευθερόπουλος έφτασε στη Μίλαν, αλλά όλοι θυμούνται εκείνη την έξοδο στο ΟΑΚΑ το βράδυ που έβρεχε κι αντίπαλος του Ολυμπιακού ήταν η Γιουβέντους. Να προσθέσω στην όλη σκληρότητα της ιστορίας και το γεγονός ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια γίνεται μια συστηματική προσπάθεια για να γίνει ο ρόλος του τερματοφύλακα ακόμα πιο δύσκολος, ενώ οι κανονισμοί αλλάζουν για να διευκολύνονται οι υπόλοιποι! Ο τερματοφύλακας υποχρεώθηκε να μάθει να παίζει πιο πολύ με τα πόδια (ενώ για να παίζει σε αυτή τη θέση αυτό δεν το πολύγούσταρε), κανονισμοί όπως η παθητική και η ενεργητική θέση οφσάιντ εφευρέθηκαν για να μεγαλώσουν το πεδίο δράσης του επιτιθέμενου, οι κάρτες που ο τερματοφύλακας παίρνει βγαίνουν ευκολότερο και το χειρότερο οι μπάλες που χρησιμοποιούνται ελάφρυναν για να τον τρελάνουν τελείως. Στο ποδόσφαιρό του καιρού μας ο τερματοφύλακας βασανίζεται απροστάτευτος σχεδόν από όλους. Και κανείς δεν καταλαβαίνει ότι ο ρόλος του είναι ο πλέον απαραίτητος: χωρίς τερματοφύλακα μια ομάδα δεν μπορεί να παίξει – όλες οι υπόλοιπες θέσεις είναι θέμα άποψης και θέλησης. Αν θες, όπως χθες ο Μόντριτς, μπορεί να παίξεις άμυνα, αν δεν θες δεν το κάνεις και μπορεί να περιφέρεσαι στο γήπεδο, αν ο προπονητής σου το ανέχεται.

Από άλλη διάσταση

Με τον καιρό κατάλαβα ότι οι τερματοφύλακες είναι μυστήρια άτομα, σπάνια, παράξενα – ακόμα κι αν μοιάζουν λογικοί, ήρεμοι και απλοί τυπάδες. Ο Γκρόμπελαρ έκανε το μεθυσμένο πριν τις εκτελέσεις πέναλτι και τρίκλιζε. Ο Τζοφ δεν έκανε τίποτα για να αποκρούσει ένα πέναλτι: το θεωρούσε λάθος της άμυνας. Ο Ντασάεφ έπαιζε σκάκι ώρες ολόκληρες. Ο Λούκα Μαρκετζιάνι είναι ο πρώτος ποδοσφαιριστής που είπε ότι ασχολείται με το Ιντερνετ – το μακρινό 1992. Ο Ρόσι κυνηγούσε καρχαρίες κι έβγαζε και φωτογραφίες δείχνοντας τα μαχαίρια του δίπλα τους. Ο Φώτης Στρακόσια στα διπλά της προπόνησης του Πανιώνιου ήθελε να παίζει σέντερ φορ για να κάνει ανάποδα ψαλίδια.

Ολοι σχεδόν οι τερματοφύλακες μιλάνε με τον εαυτό τους, μουρμουράνε ακόμα και στη διάρκεια του ματς, είναι μανιακοί με την αυτοκριτική. Ολοι μου μοιάζουν ότι έρχονται από μια άλλη διάσταση κι ότι τιμωρούν τον εαυτό τους κάνοντας καριέρα σε αυτή την απίθανη θέση για κρίματα που έπραξαν σε μια άλλη ζωή. Η καταδίκη τους ήταν να γίνουν τερματοφύλακες για να καταλάβουν το βάρος της ευθύνης, να παίζουν πάντα έχοντας απέναντί τους το συγκεντρωμένο πλήθος που περιμένει το λάθος τους για να τους χλευάσει κι ας μην έχει ακουμπήσει τη μπάλα ποτέ του. Ως ένορκος ψηφίζω ότι είναι πάντα αθώοι. Εκπέσανε κι αυτοί από έρωτα – από έρωτα για μια θέση ακατανόητα γοητευτική και καταραμένα υπεύθυνη.

Τα άλυτα μυστήρια της ψυχής  

Το 1969 ο Πίτερ Χάντκε ήθελε να γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα τον ακατάληπτο ψυχισμό του ανθρώπου και την χωρίς εξηγήσεις ξαφνική μεταβολή του. Εγραψε το «Ο φόβος του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι» - αργότερα το έκανε ταινία ο Βιμ Βέντερς. Κυκλοφόρησε ξανά πρόσφατα στη χώρα μας με τον τίτλο «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι», που είναι ως τίτλος ορθότερος. Θεωρείται ένα κλασικό αριστούργημα του μοντερνισμού και είναι στα όρια του ακατανόητου, όπως ήθελε ο συγγραφέας του. Το μόνο ενδιαφέρον του βιβλίο είναι η επιλογή του ήρωα: ο συγγραφέας διάλεξε ως τέτοιο ένα τερματοφύλακα ακριβώς για να δείξει ότι η ψυχή μας κουβαλάει άλυτα μυστήρια. Τι διάβολο ήθελε να κάνει ο Ουρλαϊχ στη φάση που ο Μπενζεμά κάνει το 2-1; Και πως ο υπό διωγμό Νάβας βρίσκει τη δύναμη ν αποκλείσει σχεδόν μόνος την Μπάγερν; Δεν υπάρχουν απαντήσεις – οι τερματοφύλακες ζουν αναμεσά μας, αλλά έρχονται από αλλού…