Καλύτερα να μας βάζανε σε δυο κλουβιά...

Καλύτερα να μας βάζανε σε δυο κλουβιά...

Πέρασε μάλλον στα ψιλά, ενώ είναι μια είδηση κωμικοτραγική από αυτές που αν τις διάβαζαν στο εξωτερικό θα αναρωτιόντουσαν τι είδους κάτοικοι ζουν σε αυτή τη χώρα. Στον σχεδιασμό των μέτρων ασφαλείας για τον τελικό του κυπέλλου προβλέπεται για πρώτη φορά στα δημοσιογραφικά να υπάρξουν διαφορετικές ζώνες για τους αθλητικογράφους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, ενώ θα βρίσκεται εκεί αναμεσά τους και μια διμοιρία ΜΑΤ για να επέμβει, αν τυχόν υπάρξουν συμπλοκές. Το διαβάζεις, είσαι ο Τζιάνι Ινφαντίνο π.χ και λες «διώξ’ τους Ελληνες τώρα όλους». Δεν περιμένεις καν να γίνουν επεισόδια στο ματς.

Δεν θεωρούνταν δημοσιογράφοι

Το επάγγελμα του αθλητικογράφου δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των σοβαρών επαγγελμάτων – και δεν υπάρχει λόγος να το κρύβουμε. Οι αθληκτικογράφοι για δεκαετίας δεν θεωρούνταν δημοσιογράφοι – δεν τους έγραφαν καν στην ΕΣΗΕΑ. Ηταν εξαιρετικά άδικο αυτό, αφού στην πλειοψηφία τους ήταν σοβαροί άνθρωποι, αλλά έτσι συνέβαινε. Στις παλιές μεγάλες εφημερίδες, όταν ένα παιδί που ξεκινούσε στη δουλειά γράφοντας αθλητικά έδειχνε να έχει ένα κάποιο ταλέντο στην έρευνα ή στο γραπτό, του πρότεινε σε χρόνο ρεκόρ ο διευθυντής της εφημερίδας να αλλάξει τομέα. Φυσικά ο πιτσιρικάς έλεγε «ναι» για μια σειρά από λόγους: θα έπαιρνε καλύτερα χρήματα, θα ανέβαινε στην ιεραρχία, θα μπορούσε να λέει τι δουλειά κάνει, χωρίς οι γονείς του να πρέπει να εξηγούν στους γείτονες ότι είναι ένα παιδί κομμάτι περίεργο. Την κοινωνική του ανέλιξη ο Έλληνας αθλητικογράφος την κέρδισε με ιδρώτα, δουλειά και προσπάθεια. Έμαθε ξένες γλώσσες, διάβαζε ξένες εφημερίδες, έμαθε να κάνει τηλεόραση και ραδιόφωνο – παλιά γελούσαν μαζί του, τώρα τον ακούνε και τον βλέπουν. Κυρίως έμαθε το σπορ που παρακολουθούσε πολύ καλά και κατάφερε να δείξει ότι έχει και τσαγανό και επίπεδο: επαγγελματίες τεράστιοι. όπως ο Γιάννης Διακογιάννης, ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος, ο Φίλιππος Συρίγος, ο Βασίλης Σκουντής και άλλοι πάρα πολλοί, βοήθησαν απίστευτα ώστε ν αλλάξει η δημόσια εικόνα του αθλητικογράφου και να γίνει το επάγγελμα ζηλευτό. Εκεί γύρω στο 2004, με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το Euro, την κατάκτηση του δεύτερου χρυσού στο πανευρωπαϊκό του μπάσκετ, τις διακρίσεις αλλά και τις περιπέτειες των αθλητών του στίβου, το επάγγελμα απέκτησε μια αίγλη που κανείς δεν την είχε ποτέ φανταστεί. Οι αμοιβές μεγάλωσαν, οι εκπομπές στα κανάλια έγιναν περισσότερες, οι δουλειές περίμεναν, τα νέα παιδιά που μπαίνανε στο επάγγελμα ήταν μορφωμένα και φιλόδοξα. Και μετά ήρθε η κρίση. Και οι πιο πολλοί άρχισαν να δουλεύουν για δυο σουβλάκια που λέει κι ο Κετσπάγια.

Οι ρομαντικές αντιπαλότητες

Εγώ μεγάλωσα σε μια εποχή που στην αθλητικογραφία υπήρχαν διάφορες αντιπαλότητες, που μου φαινόντουσαν γελοίες. Υπήρχαν οι «ποδοσφαιρικοί» και οι «μπασκετικοί». Υπήρχαν οι «δημοσιογράφοι οπαδοί» και οι «αντικειμενικοί». Υπήρχαν οι «τσάτσοι των διοικήσεων» και «οι άρρωστοι που πήγαιναν κόντρα». Σήμερα όλα αυτά μου μοιάζουν εντελώς αθώα. Ο βλακώδης διαχωρισμός ποδοσφαιρικών και «μασόνων» μαρτυρούσε, σε ένα δεύτερο επίπεδο, και μια αγάπη για το σπορ που κάλυπτες. Οι «αντικειμενικοί» ήταν οι πιο πολλοί σόουμαν, που βρέθηκαν να κάνουν αθλητικογραφία. Οι «τσάτσοι των διοικήσεων» είχαν βρει απλά ένα τρόπο να κάνουν την δουλειά τους. Ολες αυτές οι διαφορές δεν έκρυβαν ένα ενιαίο χαρακτηριστικό: ο αθλητικογράφος ήταν ένας ωραίος βλαμμένος που είχε κάνει το χόμπι του επάγγελμα, θέλοντας κατά βάθος να κάνει κάτι άλλο. Άλλος ήθελα να γίνει προπονητής και αριθμολογούσε, άλλος ήθελε να είναι παράγοντας ή τέτοιος ένοιωθε, άλλος ήθελε απλά να χαλάει τη μέρα σε διάφορους που θεωρούσε τομάρια κι άλλος ήθελε να τον τρέμουν πρόεδροι και Υπουργοί. Όλα αυτά μικρή σχέση έχουν στην πραγματικότητα με την αθλητικογραφία, (που είναι καταγραφή και σχολιασμός γεγονότων με ένα τρόπο που να είναι για κάποιον αναγνώστη ελκυστικός), αλλά ήταν ωραία: αν το κίνητρο κάποιου για να κάνει καλά μια δουλειά είναι να είναι και λίγο ψώνιο δεν πειράζει. Ντροπή είναι η σημερινή μας κατάληξη.

Μακάρι να ήταν οπαδοί

Η σχέση του αθλητικογράφου με τον οπαδό, για χρόνια, δεν ήταν ούτε κακή, ούτε καλή: ήταν μια σχέση ανοχής. Ο αθλητικογράφος, ακόμα κι αν η αγάπη του για μια ομάδα ήταν τεράστια, έπρεπε να έχει μια ψυχρότητα, ώστε η κρίση του να είναι η καλύτερη δυνατή. Ο οπαδός είναι πάντα και εκ φύσεως το αντίθετο: είναι οπαδός γιατί αγαπάει να νοιώθει την αδρεναλίνη να κυλάει στο αίμα του. Ελάχιστη σημασία είχε ποιος ήσουν: σημασία είχε τι έγραφες και τι έλεγες. Μετά ήρθαν οι εκπομπές στο ραδιόφωνο και οι συζητήσεις με τους ακροατές στον αέρα, το ίντερνετ, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η δικτύωση των ομάδων, που ανακάλυψαν την χαρά να επηρεάζουν κομμάτι την άποψη του αθλητικογράφου. Ο αθλητικογράφος άρχισε να δείχνει την οπαδική του καταβολή έχοντας βρει το μαντρί του – δεν ήταν πρόοδος, αλλά δεν ήταν και απαραίτητα κακό. Αλλοι έλεγαν ότι το επάγγελμα έφθινε κι άλλοι πως απλά άλλαξε, όπως τόσα και τόσα. Στο φινάλε κι ο οπαδός δεν είναι κανένας εγκληματίας: αγαπάει την ομάδα, αλλά μπορεί και να την κριτικάρει και ενίοτε πολύ σκληρά, μεροληπτεί, ίσως, αλλά τουλάχιστον ψάχνει επιχειρήματα – κυρίως δεν είναι «δήθεν». Αν η αθλητικογραφία έπρεπε να μεταλλαχτεί σε κάτι χειρότερο ας είχαμε «αθλητικογράφους – οπαδούς», άλλωστε είχαμε πάντα και τέτοιους. Διμοιρίες ΜΑΤ στα δημοσιογραφικά, όμως, δεν είχαμε ποτέ, γιατί αυτοί δεν ήταν ποτέ πρόβλημα.

Κλουβιά για θηρία

Ο κόσμος νομίζει ότι σήμερα γεμίσαμε «αθλητικογράφους οπαδούς»: σχηματοποιώντας το κάνει λάθος διότι έχουμε να κάνουμε με κάτι χειρότερο. Κακώς μιλάμε για οπαδούς: αν φτάσαμε να έχουμε στον τελικό του κυπέλλου διμοιρίες ΜΑΤ στα δημοσιογραφικά είναι γιατί  έχουμε ανθρώπους που δηλώνουν αθλητικογράφοι, ενώ δεν τους ενδιαφέρει καθόλου η αθλητικογραφία, ίσως ούτε και το οπαδιλίκι. Εχουμε πλέον γεμίσει από τυπάδες που παίζουν ρόλους – οι πιο πολλοί χτίζουν καριέρες πουλώντας μια δημόσια εικόνα απολύτως ψεύτικη και απολύτως επικίνδυνη. Θέλουν να μοιάζουν όχι οπαδοί, αλλά μαχητές και θέλουν να πιστεύεις πως μάχονται στο όνομα ομάδων, που τάχα μου διαφέρουν, δίνουν ιερούς αγώνες, παλεύουν για το δίκιο κτλ: όλες αυτές τις γελοιότητες οι περισσότεροι να είσαστε βέβαιοι  πως ούτε καν τις πιστεύουν – απλά τις πουλάνε. Το αστείο είναι ότι τις αγοράζουν οι ίδιες οι ΠΑΕ: τους πληρώνουν για να δηλητηριάζουν το μυαλό των οπαδών και το ίδιο το ποδόσφαιρο, κάνοντας ό,τι χειρότερο– αρκετοί θα ήθελαν να πλακωθούν στα δημοσιογραφικά του ΟΑΚΑ, γιατί πιστεύουν πως κάνοντας κάτι τέτοιο θα ήταν ακόμα πιο δημοφιλείς, ακόμα πιο αρεστοί, ακόμα καλύτεροι στο ρόλο τους.

Σκέφτομαι πως είναι λάθος που θα υπάρχει απλά μια διμοιρία ΜΑΤ στα δημοσιογραφικά: το σωστό θα ήταν να μπαίναν κανά δυο κλουβιά για θηρία και να μας βάζανε μέσα. Είτε χωρισμένους σε Αθηναίους και Θεσσαλονικείς, ώστε να μας βλέπει ο κόσμος σαν εκθέματα ζωολογικού κήπου, είτε όλους μαζί για να παρακολουθούν οι οπαδοί το ξύλο φωνάζοντας και επικροτώντας όπως στα μεγάλα ματς του κατς.

Σήμερα δεν υπάρχουν αθλητικογράφοι οπαδοί, ούτε  «αντικειμενικοί», ούτε καν καλοί επαγγελματίες: είναι τόσοι λίγοι αυτοί που απόμειναν, ώστε σε λίγο θα είναι προστατευόμενο είδος. Προσωπικά σέβομαι μόνο όποιον σκέφτεται με το μυαλό του, γράφει για τους αναγνώστες του, προσπαθεί να κάνει μια δύσκολη δουλειά σε ένα χώρο που υπάρχουν πλέον κυρίως μέτριοι ηθοποιοί. Φωνακλάδες, αυτάρεσκοι, καταστροφικοί και αυτοκαταστροφικοί. Και δυστυχώς και για αυτούς και για μας κακοταϊσμένοι…